Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που ένα βιβλίο δεν το «διάβασα», αλλά με διάβασε εκείνο.
Το «Μαθαίνοντας να μ’ αγαπάω ξανά» του Γιώργου Κωνσταντίνου είναι το πρώτο βιβλίο που με άγγιξε τόσο βαθιά, ώστε δεν ήθελα να το αποχωριστώ∙ ανυπομονούσα κάθε φορά να το ξαναπιάσω, να το ζήσω, να το εμπεδώσω.
Ο συγγραφέας μιλάει με ειλικρίνεια για το πένθος, τις απώλειες, τα τραύματα και τις ρωγμές μας, όχι μέσα από τη μάσκα της τοξικής θετικότητας, αλλά με αλήθεια. Μας δείχνει ότι η αυτοαγάπη δεν είναι πολυτέλεια ούτε εγωισμός, αλλά θεμέλιο της ύπαρξής μας.
Το πιο δυνατό μήνυμα για μένα ήταν η πρόσκληση να αγκαλιάσουμε το ξεχασμένο μας παιδί — το εσωτερικό παιδί που συχνά η κοινωνία προσπαθεί να καταπνίξει. Να το πιάσουμε από το χέρι, να σταθούμε δίπλα του, να το κατανοήσουμε και να του δώσουμε την αγάπη που του αξίζει. Αυτό είναι θεραπεία∙ να μάθουμε να μας αγαπάμε σωστά.
Και κάτι ακόμη: η ευαλωτότητα. Το βιβλίο με βοήθησε να καταλάβω ότι η ευαλωτότητα δεν είναι εχθρός μας, αλλά η πιο αληθινή μορφή ελευθερίας. Όπως λέει κι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «όσο πιο ευάλωτοι, τόσο πιο ελεύθεροι».
Πρόκειται για ένα βιβλίο-καθρέφτη, που δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά μια βαθιά πρόσκληση: να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας και να τον αγαπήσουμε όπως μας αξίζει.
Γιάννης Χατζηπέτρος