Λένε πως ο κατήφορος έχει μόνο αρχή. Λένε πως, όταν φτάσεις ως την άκρη του γκρεμού και δώσεις τη βουτιά, φταίει το κεφάλι σου που δεν σε κράτησε. Και στο τέλος, αν κάποιος άλλος σου κατάφερε την τελική σπρωξιά, δικός σου καλεσμένος ήταν. Παρεάκι σου.
Μόνο που, όποιοι τα κηρύττουν όλ’ αυτά, δεν είδαν ποτέ τη θέα από την τελευταία πέτρα του γκρεμού. Βαδίζουν πάντα επί του ασφαλούς. Και το κακό μ’ αυτούς είναι πως συνήθως έχουν δίκιο. Διαθέτουν ατσάλινα επιχειρήματα. Στο τέλος, σου γανώνουν το μυαλό.
Όμως… αν έφτασες ως εκεί… λέμε, αν… αν έφτασες ως εκεί γιατί βιαζόσουνα να μάθεις τι γίνεται πιο κάτω;
Αν είχες πάρει φόρα, γιατί φοβόσουνα μη στήσεις την αγάπη; Αν στο ίσιωμα, που γνώρισες τα κολλητάρια σου, σου χάρισαν το ρούχο της άνοιξης και σε ξελόγιασαν; Κι εσύ, πάλι… Ήταν ανάγκη να το φορέσεις κατάσαρκα και να πετάξεις, σαν ηλίθιος, τη στολή παραλλαγής που σου ’ραψε η μάνα σου;
Λέμε κι εμείς… Διάφορα. Μόνο οι άλλοι θα λένε; Σίγουρα, πάντως, την ώρα της πτώσης έβγαλες μια δυνατή φωνή: «Αγάπη!» κραύγασες. «Αγάπη!» Οι πάντες ορκίζονται πως δεν σ’ άκουσαν. Τι φταις εσύ αν δεν βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως κι η αγάπη, όταν γίνεται κραυγή, τρομάζει…
Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα... Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν` ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους.
Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ` όνειρο ν` αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά!
Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν` αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ` αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να `χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν` αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου.
Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου `κρυψε ποτέ τα μάτια και τ` αφτιά μου.
Δεν έχω λόγια για την Αλκυόνη Παπαδάκη, απλλώς τη λατρεύω. Κάποια μέρα θα μαζέψω όλα τα βιβλία της και θα τα κρατήσω γιατί να κάθομαι να διαβάζω δανεικά βιβλία της και να γράφω κατεβατά ολόκληρα από αγαπημένες φράσεις και προτάσεις είναι άδικος κόπος. Άνθρωποι απλοί, αγαπημένοι, βασανισμένοι, φτωχοί πλην τίμιοι, με τις ιστορίες τους, τα λάθη και τα κρίματά τους. Ως την κάθαρσή τους. Όταν η λογοτεχνία συναντά την ποίηση και παντρεύονται αρμονικά.
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο με ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία. Ο ανθρώπινος πόνος είναι ο θεματικός άξονας και οι ήρωες βιώνουν δραματικά γεγονότα στη ζωής τους . Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο ρεαλισμό, την ηθογραφία και τη δραματικότητα. Οι ήρωες είναι άνθρωποι του περιθωρίου που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους αλλά ταλανίζονται από τα αλλεπάλληλα χτυπήματά της. Η γλώσσα της συγγραφέα είναι απλή και τολμηρή, απόλυτα εναρμονισμένη με τους ήρωες που τη χρησιμοποιούν. Θα ήθελα να είναι λίγο πιο αισιόδοξο και να περιέχει λιγότερο πόνο και θλίψη.
Ακόμα ένα ψυχογραφικό αριστούργημα από μια εξαιρετική συγγραφέα. Η αφήγηση κυλάει τόσο ομαλά και ανεμπόδιστα, που ξεχνάς ότι διαβάζεις λέξεις σε χαρτί, έχεις την εντύπωση ότι ζεις μαζί με τους ήρωες, ακούς τις κουβέντες τους, συνηθίζεις τα κουσούρια τους, γελάς μαζί τους, κλαις με τον πόνο τους...
'Ενα ενδιαφέρον και συχρόνως καταθλιπτικό βιβλίο,αλλά δεν παύει να είναι γραμμένο από την πέννα της υπέροχης Αλκυόνης Παπαδάκη με την απλή και τολμηρή γλώσσα της και την ποιητική περιγραφή της.
Υπέροχη η γραφή της Αλκυόνης Παπαδάκη, σε παρασύρει μαζί με τους ήρωες, που τόσο περίτεχνα στήνει, και τις ιστορίες τους.Αρκετά θλιβερό όμως και απαισιόδοξο..
Σήμερα Ολοκλήρωσα τη δεύτερη ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Με άλλο μάτι, σε άλλη ηλικία. Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, το διάβασα μέσα σε δυο ημέρες. Εξαιρετική γραφή και δυνατός λόγος. Το αγάπησα πολύ!