Το "Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα" είναι η αντοχή μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιθέσεις της, μετατρέποντάς τες σε τοπίο αναμνήσεων. Είναι σπαράγματα που λειτουργούν οπτικοποιημένα, μονοπλάνα γκροτέσκα, θωπείες που γλίστρησαν από την κλεψύδρα του χρόνου, οι χαμένες κασέτες της εφηβείας μας. Η σπονδυλωτή γραφή, η αγωνία που διαποτίζει το κείμενο, το φάντασμα μιας σχέσης που επιστρέφει ξανά και ξανά για να δηλώσει την ανεξίτηλη παρουσία του, μπορεί να σκιαγραφούν με απόλυτο τρόπο το πορτρέτο της γυναίκας, θηλυκού όμως γένους είναι και η γενιά. Είναι και η εποχή. Τα λάφυρά της γίνονται εδώ προτάσεις, το ιδιωτικό της όραμα, περιπλάνηση, η μουσική της, χάδι από βελούδο, η ανάγκη της για αυτογνωσία, κραυγή, η νοσταλγία της, νοσταλγία της νοσταλγίας. Ο έρωτας παραμένει δικαιολογία, μια ανελέητη πρόφαση, άλλες φορές φτηνή, επίπλαστη, αφελής, άλλες πάλι φορές ιδανική, θριαμβεύουσα, ποιητική. Αν "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου" ήταν η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που επέζησε στις δεκαετίες, το "Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα" είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, υποδεχόμενη και αποδεχόμενη τον εαυτό της. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος "κατοικεί" την γλώσσα, παίζει με τις αμφισημίες της περίτεχνα, αντιμετωπίζει τα γεγονότα σαν τροχιές που επαναλαμβάνονται για να ολοκληρωθεί ένας κύκλος. Οι αφηγήσεις του είναι κομμάτια ονείρων που η συγκόλλησή τους δημιουργεί ένα μοναδικό ψηφιδωτό ήχων, λέξεων και χρωμάτων και οδηγεί σταθερά σε έναν ιδιότυπο φορμαλισμό της γραφής. Η διαδρομή μιας γενιάς, μιας κατεξοχήν παραβατικής γενιάς που τη σημάδεψε το ροκ εν ρολ, ζωντανεύει εδώ μέσα από το ξετύλιγμα ενός ερωτικού μύθου που έληξε, μιας ιστορίας που επιστρέφει για να καταφέρει να επιζήσει του χρόνου, ενός εσωτερικού διαλόγου που γίνεται μονόλογος όταν αρνείται να μπει σε καλούπια, όταν δεν μπορεί να εμποδίσει την ασύμβατη εκφορά του, όταν φέρνει στο νου εικαστικό κολάζ, αποδομώντας το κείμενο. Το "Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα" είναι ένα γοητευτικό παραμύθι για μεγάλους, ένα παραμύθι απ' αυτά τα αληθινά που μας έθρεψαν και μας σκότωσαν συγχρόνως πολλές φορές.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1961. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δυο στη μέση χωρίς να πάρει πτυχίο. Συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εφημερίδες και υπήρξε για χρόνια κριτικός δίσκων και βιβλίου σε περιοδικά της εποχής. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 ήταν o ένας από τους δυο βασικούς συντελεστές του γνωστού underground περιοδικού Αγκάθι μαζί με τον Θανάση Μάνθο. Κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο "Διαμελίζομαι" το 1983 (εκδ. Βασδέκης, β΄εκδ. 1990 ) και μετά για πολλά χρόνια τα ίχνη του χάνονται μυστηριωδώς από τον εκδοτικό χώρο. Ξαφνικά, την άνοιξη του 2002, υπογράφει την νουβέλα "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου" (εκδ. Απόπειρα, β΄ εκδ. 2004), μια ποιητική καταγραφή για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, όπου το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται παράλληλα με τον νοητό κύκλο που διαγράφει ένα βινύλιο που παίζει στη διαπασών τραγούδια της "ξεχασμένης" δεκαετίας του '70. Το βιβλίο θεωρήθηκε cult, "έγινε η επιτομή μιας γενιάς που διεκδίκησε πολλά και διαψεύστηκε, αλλά παραμένει ακόμα στο προσκήνιο". Το 2004 κυκλοφoρεί το ποιητικό λεύκωμα "Φως γυναίκας" (εκδ. Αστάρτη) σε συνεργασία με τον φωτογράφο Μανόλη Τσαντάκη, ένα εικαστικό πρότζεκτ όπου η φωτογραφική ανάπλαση του γραπτού λόγου και η ποιητική προσέγγιση της εικόνας λειτουργούν εξαγνιστικά, ως αυτοδύναμα στοιχεία αλλά και ως συλλογική ματιά πάνω στο μεγάλο μυστήριο των αισθήσεων. Το φθινόπωρο του 2005 κυκλοφορεί το αφήγημα "Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα" (εκδ. Απόπειρα ), μια προσπάθεια να ειδωθεί ο ερωτικός μύθος του "Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου" από άλλη οπτική γωνία, με το γνωστό σκοτεινό και απόλυτα προσωπικό ύφος του συγγραφέα. Ο ίδιος το θεωρεί μια ηχηρή απόδειξη "ώριμης ανωριμότητας". Τον Οκτώβριο του 2007 κυκλοφορεί η ποιητική σύνθεση "Οι άλλοι που είμαι" (εκδ. Μεταίχμιο), μια πυκνότατη φόρμα συναισθημάτων - στα όρια του ποιητικού παράδοξου - ένα μεγάλο πεζό ποίημα που προβάλλεται ως ολιγόλεκτοι στοχασμοί πάνω στο σκηνικό των λέξεων, θυμίζοντας στενογραφημένες σημειώσεις για την ιστορία του βλέμματος. Το 2008 κυκλοφορεί η συλλογή κειμένων "Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν" (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), μια απόπειρα να καταγραφεί μέσα από χρώματα η προσωπική επικαιρότητα του συγγραφέα κατά τα τελευταία επτά χρόνια. Μαζί και ένα συλλεκτικό βιβλίο με τον τίτλο "Unplugged" που περιλαμβάνει 5 συνεντεύξεις του, ένα ανέκδοτο κείμενο και ένα ανέκδοτο ποίημα. Τον Οκτώβριο του 2009 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή "Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις" (εκδ. Μεταίχμιο): Ποιήματα τυφλωμένα απ' τη θέα της θάλασσας και με την άμμο κυριολεκτικά στα μάτια, που "φωνάζουν" για την ερημιά των λέξεων, για τη σιωπή του έρωτα, ποιήματα που εισχωρούν στον χώρο και τον χρόνο και διαπερνούν τα πάντα, αναγγέλλοντας ένα τέλος. Τον Μάρτιο του 2010 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα ένα παράξενο βιβλίο, "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια": Μια αγγελία μυθιστορήματος, θυροκολλημένη έξω από την σκηνοθεσία της γλωσσικής παρακαταθήκης και των δεδομένων του Κανόνα. Το βιβλίο αυτό, ως οριακό διακύβευμα, συγγενεύει με το παλιό μυθιστόρημα σε ότι αφορά την εικόνα της ιστορίας που μένει να ειπωθεί, διατηρώντας όμως, την μοναξιά της υβριδικής γραφής, όπου συγχωνεύονται, γοητευτικά και υποδόρεια, ο τόπος και η ουτοπία. Τον Ιούνιο του 2011 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ, το πιο φιλόδοξο, έως σήμερα, έργο του: Μια συλλογή κειμένων για το τέλος του ανθρώπινου μύθου, με τίτλο "Πιο νύχτα δεν γίνεται". Οι λέξεις αποκτούν εδώ άλλη σειρά, άλλη βαρύτητα, άλλους χρόνους. Τα πρόσωπα είναι υποφωτισμένα. Ο λόγος βάφει. Γίνεται άθυρμα, νέμεση, ηλικία. Δεν είναι ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός. Μόνο θάνατος που περιγράφει ζωή. Σε ανοιχτή επικοινωνία με το "Πιο νύχτα", βρίσκεται o ποιητικός λόγος του "Μετά" που κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 2012 από τις εκδόσεις Απόπειρα: Ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στην ύπαρξη και την μη ύπαρξη, που εξαντλεί όλα τα αναγνωρίσιμα σχήματα για να τα επανεκκινήσει από το σημείο μηδέν. Ένα μηδέν της γραφής, του κόσμο