«Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας απ τον άλλον· και πιο απομακρυσμένοι απ όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει κι από πάνω να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον.»
Σύντομες αφηγήσεις για τα πάθη και τα άνθη του έρωτα, ιστορίες γραμμένες στην καμπή του 19ου προς τον 20ό αιώνα. Ο συγγραφέας τους, ο μετέπειτα οικουμενικός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε, έγραψε την πρώτη στα δεκαεννιά και την τελευταία στα είκοσι πέντε του χρόνια. Στην αρχή διστακτικός, έμφοβος απέναντι στο πάθος και τον πόθο. Αργότερα ελευθερωμένος, έτοιμος να υπερασπιστεί την αυτοδιάθεση, την περιπέτεια. Να φταίει η γνωριμία και ο δεσμός του με τη Λου Αντρέας-Σαλομέ και η ραγδαία ωρίμανση που μεσολάβησε;
Όπως και να χει, αχνοφέγγει ήδη το περίγραμμα όσων θα τον απασχολήσουν στη ζωή και, αξεχώριστα από αυτή, στη δημιουργική του πορεία μέχρι τέλους: η διαφορετική προσέγγιση των δυο φύλων προς τον έρωτα, η ανάγκη της επαφής αλλά και της ανεξαρτησίας, του αμοιβαίου σεβασμού, της αυτονομίας. Η γλώσσα του μαγική και αναγνωρίσιμη σε κάθε γύρισμα, σε κάθε φωτοσκίαση, σε κάθε ελάχιστο τόνο.
Η ράφτρα, "Die Naherin", 1894 Κι όμως, στο θάνατο, "Und doch in den Tod", 1896 Η φυγή, "Die Flucht", 1896/97 Μια νεκρή, "Eine Tote", 1896 Η θυσία της, "Ihr Opfer", 1896 Στο κηπάκι, "Im Vorgartchen", 1896 Αγία Άνοιξη, "Heiliger Fruhling", 1897 Κισμέτ, "Kismet", 1897 Μακρινές οπτικές, "Fernsichten", 1898 Ο ερωτευμένος, "Der Liebende", 1898 Μία ιστορία ειπωμένη στο σκοτάδι, "Eine Geschichte, dem Dunkel erzahlt" 1900 "Άλμπρεχτ Όστερμαν", "Albrecht Ostermann", 1900/01 Ο δρακοφονιάς, "Der Drachentoter", 1901
A mystic lyricism and precise imagery often marked verse of German poet Rainer Maria Rilke, whose collections profoundly influenced 20th-century German literature and include The Book of Hours (1905) and The Duino Elegies (1923).
People consider him of the greatest 20th century users of the language.
His haunting images tend to focus on the difficulty of communion with the ineffable in an age of disbelief, solitude, and profound anxiety — themes that tend to position him as a transitional figure between the traditional and the modernist poets.
Δίνω συγκεκριμένα 2 1/2 αστέρια. "Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας από τον άλλον• και πιο απομακρυσμένοι απ' όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους δεν τον πιανει κιόλας, κι ετσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει κι από πάνω να δουν και να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον". Αυτό ήταν το ξεκίνημα του βιβλίου και πάνω σε αυτήν την ιδέα στηρίζονται οι δεκατρεις ιστορίες του συγγραφέα. Ξεκινά από μια αγάπη που στο τέλος καταλήγει σε φυγή. Ήρωες που αγαπούν αλλά χάνουν αγάπη τους απο φόβο. Ένα βιβλίο που σε προβληματίζει απο την πρωτη σελίδα της εισαγωγής, στην συνέχεια ομως σε ωθεί στην καλλιέργεια ενος στενάχωρου συναισθήματος όχι για την κατάληξη των ιστοριών όσο για την οπτική που εχει υιοθετήσει ο συγγραφέας στις ιστορίες του.
Μια συλλογή για φίλημα! Ο Ριλκε σκιτσάρει τη ζωή και την αγάπη δημιουργώντας σκίτσα απαράμιλλης ομορφιάς και γοητείας. Χαρακτήρες καταδικασμένοι να πεθάνουν για την αγάπη και το ανικανοποίητο και το άπιαστο όνειρο. Η μετάφραση αρκετά καλή και δειχνει ότι έγινε ένας πραγματικός αγωνας για να φωτιστεί του κείμενο...Διαβαζετε και απνευστί, εκτός κι αν ειστε στη φυση και στα λουλουδια, σαν την άνοιξη και ονειρευεστε!
«Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας απ τον άλλον• και πιο απομακρυσμένοι απ όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει κι από πάνω να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον.»
2 αστέρια γιατί σε μια περίοδο που δεν ξέρω κανέναν γύρω μου να είναι καλά, ούτε εμένα την ίδια νομίζω ότι είμαι σε φάση να αποδεχτώ το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Προτιμώ να πιστεύω στο εφικτό και ότι με κάποιο τρόπο οι άνθρωποι που είναι γραφτό να είναι μαζί θα βρουν τον τρόπο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο.
« Πιστέψτε με, όλα εξαρτώνται από το αν θα ζήσει κανείς για μια φορά στη ζωή του μιαν άνοιξη Αγία, που θα του χύσει τόσο φως και λάμψη στην ψυχή, αρκετά για να κάνουν χρυσές όλες τις μέρες του απώτερου μέλλοντος του….» 13 ιστορίες αγάπης μόνο μια με happy end Ίσως έτσι είναι και στη ζωή όμως Σπάνια έχουμε το happy ending μας περισσότερο σημαντικό όμως είναι το αν και όχι το πόσο
[Κάποια στιγμή ένιωσε πως έπρεπε να πάει στον Προκόπ, να τον φιλήσει και να τον ρωτήσει: "Από που το ξέρεις το τραγούδι;" Δεν βρήκε όμως τη δύναμη. Έμεινε καθισμένη στις φτέρνες της στην άκρη του δρόμου, αβοήθητη σαν το παιδί που κρυώνει, και σώπαινε. Το στόμα της σώπαινε. Σώπαιναν τα μάτια.]
Καθημερινές ιστορίες αγάπης εξυψωμένες από την ειλικρινή, λυρική, διεισδυτική, ανεπιτήδευτη γραφή του Ρίλκε.
Η υπόσχεση της αγάπης, που όμως λάμπει δια της απουσίας της. Η αγάπη που δεν φτάνει στην αποδέκτη της κι έτσι πέφτει ματαιωμένη στο κενό. Η αγάπη που προορίζεται για κάποιον που δεν είναι εκεί και γι' αυτόν που είναι δεν περισσεύει τίποτα. Η λυτρωτική συμφιλίωση με την έλλειψη της αγάπης, Η αγάπη που γεννήθηκε σε μια ανύποπτη στιγμή, μας άλλαξε και αφού επιτέλεσε το μεταμορφωτικό της έργο, την προσπεράσαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι χωρίς αυτήν. Η αγάπη που γίνεται αυτοθυσία.
Απογοήτευση, μοναξιά, πόνο, ακόμα και θάνατο γεννάει η αγάπη ή η προσδοκία της αγάπης που δεν πήρε σάρκα και οστά, δεν μετουσιώθηκε σε ανάσα και ζωή. Γεννάει όμως και αποδοχή του εαυτού, πράξεις διεκδίκησης αυτοκαθορισμού κι ελευθερίας. Γιατί η αγάπη είναι κι ένας τόπος, στον οποίο μπορεί να περιμένουμε κάποιον που δεν έρχεται, ώσπου η προσμονή να μας εξαϋλώσει κι εμάς και να μην μείνει τίποτα. Ή μπορεί στον τόπο αυτό να κατοικήσουμε μαζί για μια ζωή ή για ένα λεπτό, μέχρι κάποιος να αποφασίσει να αποχωρήσει αφήνοντας τον άλλο αντιμέτωπο με ένα κενό ή με ένα ανοιχτό ορίζοντα γεμάτο υποσχέσεις.
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ γράφει η Μαντώ Μάκκα για το βιβλίο "Κισμέτ" Rainer Maria Rilke, Εκδόσεις Νεφέλη
-Τι είπε ο ποιητής; -Το μόνο ταξίδι είναι αυτό μέσα μας
Κυριολεκτικά στην προκειμένη αφού ο Ρίλκε είναι ποιητής και με αυτές τις δεκατρείς ιστορίες μας δείχνει ταξίδια αγάπης που περνάνε πρώτα από εμάς, από μέσα μας. Αλλόκοτες ιστορίες που δείχνουν πόσο μπροστά από την εποχή του ήταν, και αν δεν υπήρχε η τόσο χαρακτηριστική λυρική γλώσσα μπορεί να έψαχνες σε άλλον αιώνα να βρεις τον ποιητή.
Όπως λέει το οπισθόφυλλο , σύντομες αφηγήσεις για τα πάθη και τα άνθη του έρωτα, ιστορίες γραμμένες στην καμπή του 19ου προς τον 20ό αιώνα. Ο συγγραφέας τους, ο μετέπειτα οικουμενικός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε, έγραψε την πρώτη στα δεκαεννιά και την τελευταία στα είκοσι πέντε του χρόνια. Στην αρχή διστακτικός, έμφοβος απέναντι στο πάθος και τον πόθο. Αργότερα ελευθερωμένος, έτοιμος να υπερασπιστεί την αυτοδιάθεση, την περιπέτεια. Να φταίει η γνωριμία και ο δεσμός του με τη Λου Αντρέας-Σαλομέ και η ραγδαία ωρίμανση που μεσολάβησε; Όπως και να 'χει, αχνοφέγγει ήδη το περίγραμμα όσων θα τον απασχολήσουν στη ζωή και, αξεχώριστα από αυτή, στη δημιουργική του πορεία μέχρι τέλους: η διαφορετική προσέγγιση των δυο φύλων προς τον έρωτα, η ανάγκη της επαφής αλλά και της ανεξαρτησίας, του αμοιβαίου σεβασμού, της αυτονομίας. Η γλώσσα του μαγική και αναγνωρίσιμη σε κάθε γύρισμα, σε κάθε φωτοσκίαση, σε κάθε ελάχιστο τόνο.
«Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας απ’ τον άλλον· και πιο απομακρυσμένοι απ’ όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται. Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει κι από πάνω να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον.»
Η αρχή του βιβλίου και γενικότερη οπτική του Ρίλκε όπου η ευτυχία είναι μπλεγμένη με τη δυστυχία, όπου το εφικτό κατατροπώνει το ανέφικτο. Ως αισιόδοξος άνθρωπος αυτό με ξένισε αλλά είναι τέτοια η γλώσσα του Ρίλκε που μετά ξεχνιόμουν γιατί ζούσα άλλον έρωτα και τον συγχωρούσα. Παρόλα τα λάθη, τα πάθη, τις τραγωδίες η αγάπη υπήρξε, ο έρωτας ξεχείλισε και το φως έστω για λίγο έλαμψε, όσο επέτρεψαν οι αδυναμίες βεβαίως βεβαίως.
Μόνο το γεγονός ότι υπάρχει θρύλος που λέει ότι ο Ρίλκε ασθένησε όταν αγκυλώθηκε από το αγκάθι ενός ρόδου καθώς φρόντιζε τον κήπο του, είναι αρκετό για να σε κάνει να ψάξεις για αυτόν τον ιδιαίτερο άνθρωπο. Διάβασα για αναρίθμητες γυναίκες , για πολλά ταξίδια, για λογοτεχνία, φιλοσοφία, ιστορία της τέχνης, για μια αιώνια προσμονή, για μια μη ευτυχισμένη εφηβική ηλικία. Διάβασα ότι μέχρι και ο Τολστόι σήκωσε τα χέρια ψηλά!
Η ράφτρα, η κακορίζικη, το απροσδόκητο που σκορπάει την παιδική αφέλεια που έχουμε για το μέλλον. Οι απεχθείς πράξεις που κάνουμε και ο θάνατος που είτε λυτρώνει είτε καταδικάζει. Άραγε ο νεκρός σταματάει να αγαπά? Ποιες είναι οι λέξεις που θα μας αγκαλιάσουν στο σκοτάδια και θα φωτίσουν την επιστροφή μας; Πόσο δύσκολα αγαπάμε όταν δε θέλουμε να ξεβολευτούμε και πόσο εύκολα μπερδεύεται η σωτηρία με την αγάπη;
[Τότε ψηλά στην αίθουσα πήρε ν’ ακούγεται ένα τερέτισμα. Σήκωσαν το βλέμμα τους κι οι δυο. Αντιλήφθηκαν ένα μικρό, χαμένο χελιδόνι, που με φτερούγες κουρασμένες κι ανήμπορες αναζητούσε το έξω]
Ένιωσα τον θάνατο, πέθανα με ένα μικρό πουλί. Πότε θα ζήσω;
[Να βλέπω το χαριτόβρυτο πλάσμα να υποδέχεται με παιδιάστικη χαρά το ορμητικό κύμα της ζωής, να απολαμβάνει με στήθος παλλόμενο και μάτια φλογισμένα τις μικρές χαρές της φύσης που, κακομαθημένοι και αναίσθητοι, τις προσπερνάμε, και με κοριτσίστικη συστολή να νιώθει τώρα να βλασταίνει στην καθαρή κι αθώα καρδιά της το ιερό μυστικό μιας αγάπης που ποτέ δεν είχε υποψιαστεί την ύπαρξή της..]
Από τα λόγια συνήθως έως πάντα κρατάμε το νόημα που θέλουμε. Και ενώ ξέρουμε γιατί «η μέθη είχε παρέλθει» , μένουμε, υπομένουμε.
[Οι ποιητές υμνούνε την αγάπη. Και πρέπει πράγματι κάτι να αληθεύει ως προς τη δύναμη της. Είναι μια ακτίνα του ήλιου που λαμπρύνει, λένε οι μεν, ένα φαρμάκι που ναρκώνει, λένε οι δε. Οι επιδράσεις της είναι, τωόντι, όμοιες μ’ εκείνες του ιλαρυντικού αερίου που χορηγεί ο γιατρός στον φοβισμένο ασθενή πριν από μια σοβαρή επέμβαση- ο πάσχων ξεχνά τον πόνο που τον καταβάλλει..]
Είδα φιλιά να σβήνουνε δάκρυα και χειραψίες να διώχνουν τις υποψίες. Και μετά ήρθε η Άνοιξη, ένας ύμνος για τη ζωή, για τη φύση, για τον έρωτα, για την πίστη.
[Πιστέψτε με, όλα εξαρτώνται από το αν θα ζήσει κανείς για μια φορά στη ζωή του μιαν άνοιξη αγία, που θα του χύσει τόσο φως και λάμψη στην ψυχή, αρκετά για να κάνουν χρυσές όλες τις μέρες του απώτερου μέλλοντός του…]
Η ζωή δε θέλει σιωπές, θέλει πάλη ειδάλλως και ο πιο όμορφος χορός δεν σε σώζει. Και όταν νομίζεις ότι το παρελθόν έχει κλείσει, μια ανάμνηση είναι αρκετή είτε για να το ζήσεις ή για να ακούσεις τον απόηχο.
Μακρινές οπτικές: την αγάπησα τούτη την ιστορία πιο πολύ για αυτό το «Πόσο είσαι βαθύς»
Μια ιστορία ειπωμένη στο σκοτάδι: μια ιστορία που απαιτήθηκε και ευτυχώς που έμεινε για τα παιδιά, μικρά και μεγάλα γιατί είναι τόσο εύκολο να χαθούμε μέσα στη ζωή.
[ Εξαιτίας αυτής της σκοτεινιάς που βαραίνει πίσω μας και με την οποία διατηρούμε τόσο αδύναμους και αβέβαιους δεσμούς. Δέστε, μια εποχή: πάμε και φυτεύουμε μέσα της όλα τα πρωτότοκα, όλα μας τα ξεκινήματα, όλη την εμπιστοσύνη, τις φύτρες για ότι θα μπορούσε ίσως κάποτε στο μέλλον να γίνει κάτι. Και ξαφνικά το ξέρουμε: όλα τούτα βυθίστηκαν σε μια θάλασσα και δεν ξέρουμε το καν πότε ακριβώς. Δεν το πήραμε είδηση. Σαν να’ χε κάποιος συγκεντρώσει όλα του τα χρήματα, να’ χε αγοράσει μ’ αυτά ένα φτερό και να το κάρφωνε στο καπέλο του, φσουτ! Θα το παρασύρει ο πρώτος άνεμος. Φυσικά θα φτάσει στο σπίτι δίχως φτερό στο καπέλο και το μόνο που θα του απομείνει θα είναι να συλλογιέται εκ των υστέρων πότε άραγε να πέταξε μακριά του]
Αυτό το φσουτ κρατώ και χαμογελώ για τα φτερά που κάθε μέρα πετούν πάνω από τα κεφάλια μας, ελπίζοντας ότι κάποια μέρα ένα θα βαρεθεί να ταξιδεύει και θα προσγειωθεί στο δικό μου ‘καπέλο’...