Ιστορίες που εκτυλίσσονται στην Αθήνα του σήμερα με μια αμεσότητα που είναι εδώ δίπλα. Ιστορίες από καφέ-μπαρ, από πάρκα και πλατείες, μέσα σε ισόγεια και ρετιρέ με βεράντα. Δεκαοκτώ διηγήματα με ανθρώπους της διπλανής πόρτας που αφηγούνται περιστατικά από τη ζωή τους, πιστεύοντας ότι διατηρούν τον έλεγχο, ενώ την ίδια στιγμή αυτοαναιρούνται.
Με βασικό όπλο του την ειρωνεία, τη συγκαλυμμένη κυνικότητα, αλλά και μια υποβόσκουσα αισιοδοξία, ο Φώτης Μανίκας στην πρώτη του συλλογή διηγημάτων στήνει ιστορίες από το μυαλό του με ειλικρίνεια, χιούμορ, οξυδέρκεια και τρυφερότητα.
Πρέπει να μιλήσουμε Πενήντα αρχικά ήρεμοι τύποι άρχισαν να χτυπιούνται Πού πάνε τα σκυλιά τη νύχτα Στάκα λίγο να πούμε και καμιά κουβέντα πρώτα Μπήκα στη γαλήνη Ce que j'ai arrange, je le ferai maintenant Μπορεί να ήταν και κοτσύφια Τρεις και δέκα Άνθρωποι με ουρά Πέθανε η Μαρίκα Και χίλια παιδιά Δεν υπάρχει Φλέρυ Το τσιρότο Η εκδρομή με το Τογιότα Ούτε Θάτσερ ούτε Βαγγέλης Κυρίες, κύριοι, είμαστε όλοι εδώ για να γελάσουμε Θέλω να φύγουμε από εδώ
Ένα βιβλίο μικτών συναισθημάτων. Από την μία πλευρά, διάβασα κάποιες φανταστικές ιστορίες που με έκαναν να ανυπομονώ να ξανά πιάσω το βιβλίο να συνεχίσω την ανάγνωση, από την άλλη κάποιες ιστορίες ήταν κάκιστες, χωρίς δομή, χωρίς νόημα.
Οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Αθήνα του σήμερα ή αν κάποιες από αυτές όχι ξεκάθαρα, σίγουρα όλες κουβαλάνε τον ψυχισμό της πόλης αυτής.
Ίσως βέβαια εν τέλει οι κάκιστες ιστορίες να αποτελούν μέρος της ολιστικής προσέγγισης στο τι εστί Αθήνα. Ίσως αυτές οι δίχως νόημα ιστορίες να αποτυπώνουν πράγματι κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις της πόλης αυτής. Ίσως πάλι και όχι 🤔
Δεκαοκτώ εξαιρετικά διηγήματα. Μου άρεσε πολύ που η ποιητική έκφραση μπλέκεται με τον ρεαλισμό και την καθημερινή γλώσσα. Δεν υπάρχει τίποτα επιτηδευμένο σε αυτό το βιβλίο. Το σημαντικότερο είναι ότι ο συγγραφέας δεν αυτολογοκρίνεται. Θα ήταν μέγιστο λάθος αν επιλέγοντας να πει τις συγκεκριμένες ιστορίες επέλεγε κάτι τέτοιο. Είναι τόσο σκοτεινά, μελαγχολικά, χιουμοριστικά, σαρκαστικά αυτά τα διηγήματα που σου γρατζουνάνε την ψυχή. Τουλάχιστον σε μένα αυτό έκαναν. Κι εκεί που πας να σκάσεις από τη λύπη έρχεται μια επόμενη χιουμοριστική φράση που σε βοηθάει να αποφορτιστείς. Προσοχή! Όχι μια μπούρδα ανεκδοτολογικού τύπου αλλά κάποια χιουμοριστική φράση που έχει άμεση σχέση με την ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας στο κάθε διήγημα και το συναίσθημα που θέλει να βγάλει. Πραγματικά μαγικό αυτό που κάνει. Κι είναι και το πρώτο του βιβλίο, πού να μην ήταν και πρωτοεμφανιζόμενος. Ο τίτλος του βιβλίου δένει όλες τις ιστορίες με κάποιο τρόπο, δείχνει έναν εγκλωβισμό ή μια αδυναμία των ηρώων να βρουν την έξοδο, να κάνουν δηλαδή μια σωστή επιλογή στη ζωή τους. Εννοώ αυτό που πραγματικά θέλουν να κάνουν. Βρήκα εξαιρετικό τον τίτλο του βιβλίου και ευφυές το ότι η φράση δεν αναφέρεται πουθενά μέσα στα διηγήματα. Το γεγονός ότι οι ιστορίες είναι τόσο σκοτεινές χωρίς να είναι εξωπραγματικές και την ίδια στιγμή περιέχουν και σωτήριο χιούμορ στην περιγραφή τους από τον συγγραφέα με έκαναν να τις αγαπήσω τόσο πολύ. Υπάρχει ένα αριστούργημα, το δεύτερο διήγημα ''τα φαντάσματα'' όπου ξεκινώντας από μια απλή εικόνα ενός ζευγαριού, του Σπύρου και της Θάλειας που αράζουν μες στη θερινή ραστώνη, ξεκινάει ένα αδιανόητο ψυχογράφημα του ήρωα που με συγκλόνισε. Δεκαοχτώ σελίδες υπόδειγμα σύγχρονης εξαιρετικής λογοτεχνικής γραφής όπου σκληρές εικόνες από τη διάρκεια της ζωής του Σπύρου μπλέκονται με λυρικές περιγραφές κι ευαίσθητες σκέψεις και στιγμές του. Είναι από τα διηγήματα που δεν τα διαβάζεις απλώς αλλά τα βιώνεις. Με συνεπήρε. Γενικά πάντως δεν υπάρχει αδύναμο διήγημα στη συλλογή. Κάτι άλλο που μου άρεσε είναι η γλώσσα. Δεν είναι πολιτικά ορθή αλλά ούτε κατά διάνοια προσβλητική. Ο συγγραφέας μιλά για ανθρώπους της καθημερινότητας, αυτούς που αποκαλούνται ''της διπλανής πόρτας''. Δεν θα μπορούσαν λοιπόν να μιλούν εξευγενισμένα ούτε ακατάληπτα σαν να πρόκειται σαν κάποιο πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό δε σημαίνει πως το βιβλίο περιέχει βρισίδια, χυδαιότητες ή γαμωσταυρίδια. Περιέχει όση βία μπορεί να χωρέσει στην καθημερινότητα και σε κάποια ιστορία της διπλανής πόρτας. Εξάλλου όσο σκληρή κι αν υποθέσουμε πως είναι η τέχνη, η λογοτεχνία ή ο κινηματογράφος, πα΄ντα η ζωή και το ειδησεογραφικό δελτίο θα είναι δέκα βήματα μπροστά στην αποτύπωση της ανθρώπινης βιαιότητας. Οι ήρωες των διηγημάτων του βιβλίου δεν είναι συνήθως καλοί. Μα ούτε και κακοί. Πέρα από ελάχιστες σκηνές μέσα στα διηγήματα που το τοπίο είναι ξεκάθαρο, κυρίως σε πράγματα που συμβαίνουν στους ήρωες από τρίτους, υπάρχει αμφισημία στο χτίσιμο της προσωπικότητας των χαρακτήρων κι αυτό με γοητεύει αφάνταστα πολύ τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο. Μου άρεσε πάρα πολύ επίσης το ότι οι ήρωες συζητούν για το σεξ ή τον έρωτα απενοχοποιημένα και ανοιχτά. Είναι ήρωες που αγαπούν, μισούν, πονούν, κλαίνε, γελούν, διστάζουν, απαιτούν, φοβούνται, ιδρώνουν, καυλώνουν, κρύβονται. Μια παλέτα συναισθημάτων. Τα διηγήματα δεν βρίθουν από σεξουαλικές σκηνές, εννοώ από την σεξουαλική πράξη αυτή καθαυτή αλλά το σεξ κι ο ερωτισμός βρίσκεται στην καθημερινότητα των ηρώων, συζητούν γι' αυτό. Όπως στην αληθινή ζωή δηλαδή. Βρίσκεται ας πούμε στην ερώτηση που κάνει ο Γρηγόρης στη Μαρία στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τίτλο ''θέλω να φύγουμε από εδώ'' τη στιγμή που εκείνος μπαίνει στο μπάνιο την ώρα που αυτή σαπουνίζεται. Είναι στην αναπόληση των στιγμών που έζησε ο ήρωας με την ερωμένη του στο ''δεν υπάρχει Φλέρυ''. Είναι στην εξαιρετική ερωτική σκηνή μεταξύ της Μαρίας και του Πέτρου, μίας από τις καλύτερες ερωτικές σκηνές που έχω διαβάσει προσωπικά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Η σκηνή αυτή κλείνει το διήγημα με τίτλο ''το τσιρότο'' με τόσο ωμό και ποιητικό τρόπο ταυτόχρονα. Ένα διήγημα σκέτο αριστούργημα μόλις τεσσάρων σελίδων. Άλλο ένα θαυμάσιο διήγημα ενταγμένο στο πλαίσιο του σκληρού ρεαλισμού είναι η καθημερινότητα της Αλέκας όπως περιγράφεται στο διήγημα ''η εκδρομή με το Τογιότα''. Η τελευταία παράγραφος πραγματικά με διέλυσε. Ειδικά η τελευταία φράση του διηγήματος με συγκίνησε βαθιά. Δεν υπάρχει κάτι επιτηδευμένο σε αυτό το βιβλίο. Ό,τι νιώθεις είναι αληθινό. Τα συναισθήματα του αναγνώστη συντονίζονται με εκείνα των ηρώων και ταυτίζεσαι μαζί τους σε πολλά πράγματα, ίσως όχι τόσο στην ακραία μορφή τους αλλά και οι ακραίες εκφάνσεις του χαρακτήρα τους πηγάζουν από την ανατροφή και τα βιώματά τους όχι από έξωθεν απειλές και υπερβολές. Βρήκα επίσης πολύ καλούς και τους τίτλους των διηγημάτων. Με γοητεύει πολύ όταν διαβάζω διηγήματα να υπάρχουν πρωτότυποι δυνατοί τίτλοι σ' αυτά. Απολαυστικό βιβλίο. Δεκαοκτώ υπέροχα διηγήματα που διαβάζονται απνευστί. Και ξαναδιαβάζονται αν θελήσει κάποιος να εντρυφήσει ακόμα περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων τους.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ξαφνιάστηκα ευχάριστα, καθώς ο συγγραφέας δεν κρύβεται πίσω από στρογγυλεμένες λέξεις για να εκφράσει την αλήθεια του. Μέσα από 18 διηγήματα, μας προσφέρει απλόχερα τις μεγάλες αλήθειες καθημερινών ανθρώπων κάθε ηλικίας, φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού. Άντρες, γυναίκες και παιδιά εξομολογούνται και ονειρεύονται.
Προσωπικό ύφος χωρίς να στερείται πειραματισμού, αθυρόστομη γλώσσα που δεν γίνεται χυδαία, πειστικοί ήρωες, δυνατή αφήγηση και κοφτερή πλοκή. Μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ των ιστοριών, πολύ δυνατές εικόνες, σαφήνεια στα κάτω κείμενα, σεμνότητα σε όλο το έργο, ρεαλισμός στο διάλογο. Κανένα πρωτολειακό λάθος. Ο Μανίκας θα προχωρήσει, θυμηθείτε με. Ανθρωπέ μου σε ευχαριστώ.
Μία καλογραμμένη συλλογή διηγημάτων με ιστορίες από τη σύγχρονη Ελλάδα. Ορισμένες είναι πιο επιτυχημένες από άλλες, αλλά συχνά έχει κανείς την αίσθηση του ημιτελούς. Επίσης όλες οι ιστορίες αποπνέουν μία νοσηρότητα η οποία είναι λίγο επαναλαμβανόμενη και προσωπικά με κούρασε.