«Έμμετρη τραγωδία γραμμένη το 1921. Ξαναγράφτηκε το 1924, και σε τρίτη τελική μορφή το 1928, οπότε και κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις “Στοχαστής”. Το πρόσωπο του Χριστού παρουσιάζεται με την ανθρώπινη και κοινωνική του όψη, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα άλλα έργα του (Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Ο Τελευταίος Πειρασμός).»
(Από το άρθρο τού Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)
«Το 1921 [ο Νίκος Καζαντζάκης] ξαναδουλεύει την έμμετρη τραγωδία Χριστός, που είναι μια ανανεωμένη μορφή μεσαιωνικού μυστηρίου. Κυκλοφόρησε το 1928 από τις εκδόσεις “Στοχαστής” και αφιερώνεται στην Elsa (Elisabeth) Alexander Lange, που γνώρισε το 1923 στο Gœtheschloss. Ο Καζαντζάκης προσπαθεί να ερμηνεύσει το θαύμα που λέγεται Χριστός και το θαύμα που λέγεται ανθρώπινη ζωή. Βασικά θεματικά μοτίβα είναι δανεισμένα από τη Μάνα τού Χριστού και τη Μαγδαληνή τού Κώστα Βάρναλη, ο συγγραφέας όμως τα μετασχηματίζει με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο. Το πρόσωπο του Χριστού παρουσιάζεται με την ανθρώπινη μορφή του, όπως και στα μυθιστορήματά του αργότερα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και Ο Τελευταίος Πειρασμός. »“Ο Καζαντζάκης”, γράφει ο Γιάννης Κορδάτος (Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Βιβλιοεκδοτική, σελ. 464), “επηρεασμένος από το Ρενάν, το Στράους και τους άλλους κριτικούς τής ευαγγελικής παράδοσης, παρουσιάζει το Χριστό νεοϊδεάτη και κοινωνικό μεταρρυθμιστή. [...] »Σε όλη του τη ζωή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος ο Καζαντζάκης, ήταν κυριευμένος από τη μεγάλη ηρωική ψυχή τού Χριστού. »“Οι τρεις πρώτες τραγωδίες που σάρκωνα μέσα μου με πονούσαν· οι μελλούμενοι στίχοι ήταν ακόμα μουσική και μεγάλες μορφές μοχτούσαν μέσα μου να πάρουν πρόσωπο, ο Οδυσσέας, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Χριστός· να ξεκορμίσουν από το σπλάχνο μου, να λευτερωθούν, να λευτερωθώ κ’ εγώ. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν κυριεμένος από τις μεγάλες ηρωικές ψυχές”. (Νίκου Καζαντζάκη: Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 190). [...]»
(Από το βιβλίο τής Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη Το Θεατρικό Έργο τού Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα – Γιάννινα 1985, σελ. 62-65.)
ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ
«Γράφτηκε στο Λονδίνο απ’ τις 19 Σεπτέμβρη μέχρι τις 5 Οκτώβρη 1939, στο σπίτι τής εκδότριας [ενν. χορηγού] της Οδύσειας, Joe Macleod, στο Stratford-on-Avon, κάτω από το βόμβο των πολεμικών αεροπλάνων. Σε πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το Νοέμβρη 1945 απ’ τον οίκο “Πιγκουΐνος”. Για πρώτη φορά ανεβάστηκε στη σκηνή στο Παρίσι το 1949, σε διαγωνισμό για θιάσους νέων με σκηνοθεσία Georges Carmier. Στην Ελλάδα πρωτοπαίχτηκε το Φλεβάρη 1959 απ’ το Εθνικό Θέατρο. »Αναφέρεται στις δυο-τρεις τελευταίες μέρες τής ζωής τού βυζαντινού αυτοκράτορα. Η δράση του δε στηρίζεται σε αντικειμενικά γεγονότα αλλά στις μεταβολές των αντιδράσεων και των συναισθημάτων τού ήρωα. Πρόκειται δηλαδή για μια τραγωδία που κινείται αποκλειστικά σ’ ένα ψυχολογικό επίπεδο, γεμάτη από πάθη, νοήματα και ψυχικές καταστάσεις. »Ο Ιουλιανός ξέρει πως ο αγώνας του είναι μάταιος και σχεδόν ουτοπικός· όμως στρατεύεται σ’ αυτόν συνειδητά, γιατί μόνο μ’ αυτόν του τον αγώνα μπορεί να περισώσει την ελευθερία, το μόνο ιδανικό του. Η Μαρίνα τον αγαπά και τον θαυμάζει, απ’ την άλλη όμως είναι σφιχτά δεμένη με την πίστη της. Έτσι στο αποκορύφωμα του έργου τον σκοτώνει η ίδια με το δηλητήριο που του δίνει, αλλά πεθαίνει ταυτόχρονα κι αυτή μαζί του. Το χρέος κι η αγάπη συγκρούονται γι’ άλλη μια φορά και η μοναδική διαφυγή απ’ το αδιέξοδο είναι η αυτοκτονία.[...]»
(Από το άρθρο τού Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη» στο περιοδικό Διαβάζω, Αριθ. 51, Μάρτιος 1982.)
«Ο Κλαύδιος Φλάβιος Ιουλιανός, Αυτοκράτορας των Ρωμαίων από το 361 έως το 363 μ.Χ., γνωστότερος ως Ιουλιανός ο Αποστάτης ή Παραβάτης, αποτελεί μια αμφιλεγόμενη και συναρπαστική μορφή τής Ρωμαϊκής και Ελληνικής Ιστορίας. Υπήρξε, επίσης, δεινός συγγραφέας τής Αττικής διαλέκτου. »Τα χαρακτηριστικά τής προσωπικότητας του Ιουλιανού δεν είναι εύκολο να ξετυλιχτούν, γιατί ήδη από την εποχή του επικρίθηκε με σφοδρό πάθος από τους Χριστιανούς. Οι προσπάθειές του για την αναβίωση της ειδωλολατρίας όχι μόνον αποκρούσθηκαν, αλλά, επί πλέον, παρεξηγήθηκαν και διαστρεβλώθηκαν από εθνικούς και Χριστιανούς. »Υπάρχει ένα σημάδι τραγικού μεγαλείου στη σύντομη ζωή αυτού του ανθρώπου, πολιτικού, στρατιωτικού, στοχαστή και συγγραφέα. Γεννημένος το 333, έχασε τη μητέρα του όταν ήταν ενός έτους. Ο πατέρας του, ο Φλάβιος Ιούλιος Κωνστάντιος, αδερφός από μητέρα τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, δολοφονήθηκε μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό τού Ιουλιανού και άλλους συγγενείς, σε μια αιματηρή σφαγή. Μόνο δύο αδέρφια, ο Γάλλος και ο –πεντάχρονος τότε– Ιουλιανός, γλύτωσαν από το μακελειό, το 337. Το ορφανό μεταφέρεται στη Νικομήδεια, όπου δάσκαλός του γίνεται ο Επίσκοπος Ευσέβιος. Από τότε αρχίζει να ξυπνά μέσα του μια φλογερή αγάπη για τα Ελληνικά Γράμματα και για τη φιλοσοφική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων. »Αυτή η ανησυχία θα μεγαλώσει κατά την αιχμαλωσία που του επ...
Ο Νίκος Καζαντζάκης (English: Nikos Kazantzakis) υπήρξε ένας από τους πιο πολυσχιδείς και δημιουργικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστός για το πλούσιο συγγραφικό του έργο που εκτείνεται από το μυθιστόρημα και την ποίηση έως το θέατρο, τη φιλοσοφία και τη μετάφραση, αλλά και για τη βαθιά στοχαστική του διάθεση που διαμόρφωσε τη δική του κοσμοθεωρία. Γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης, μεγάλωσε σε μια εποχή πολιτικών αναταραχών και κοινωνικών αλλαγών, οι οποίες επηρέασαν έντονα την προσωπικότητα και την πνευματική του πορεία. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, όπου μαθήτευσε κοντά στον Ενρί Μπερξόν και ήρθε σε επαφή με τις σύγχρονες φιλοσοφικές και λογοτεχνικές τάσεις. Από τα πρώτα του κιόλας έργα φάνηκε η ανησυχία του για τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα, η αναζήτηση νοήματος μέσα από τη θρησκεία, την τέχνη, την επιστήμη και την πολιτική. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Ρωσία, η Ιαπωνία, η Κίνα και η Αγγλία, και κάθε του ταξίδι κατέγραφε εντυπώσεις που μετουσίωνε σε έργα γεμάτα ζωντάνια, στοχασμό και αλληγορία. Πολιτικά δραστήριος, διατέλεσε για μικρό διάστημα υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη και ασχολήθηκε με θέματα εκπαίδευσης και πολιτισμού, ενώ συνεργάστηκε και με διεθνείς οργανισμούς όπως η UNESCO. Η πνευματική του παραγωγή είναι τεράστια: τα μυθιστορήματα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Καπετάν Μιχάλης», «Ο τελευταίος πειρασμός» και «Ο φτωχούλης του Θεού» είναι έργα που γνώρισαν παγκόσμια αναγνώριση και μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, μεταφέροντας τη φωνή της ελληνικής ψυχής σε διεθνές κοινό. Ιδιαίτερα ο «Ζορμπάς» έγινε παγκόσμιο λογοτεχνικό και πολιτιστικό σύμβολο, χάρη και στη διάσημη κινηματογραφική του μεταφορά. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την ποίηση, με κορυφαίο του έργο την «Οδύσεια», ένα μνημειώδες επικό ποίημα σε 33.333 στίχους, το οποίο εκφράζει την αδιάκοπη αναζήτηση του ανθρώπου για ελευθερία και υπέρβαση. Στον τομέα της μετάφρασης, προσέφερε σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο ελληνικό κοινό, μεταφράζοντας μεταξύ άλλων την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και έργα του Ομήρου, του Νίτσε και του Δαρβίνου. Ο Καζαντζάκης διαμορφώθηκε πνευματικά από ποικίλες επιρροές: τον χριστιανισμό, τον βουδισμό, την αρχαία ελληνική σκέψη, τον υπαρξισμό, τη φιλοσοφία του Μπερξόν, αλλά και τις εμπειρίες του από την πολιτική και την κοινωνία. Η σκέψη του χαρακτηρίζεται από την ένταση ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, την ανάγκη να υπερβεί κανείς τα όριά του και να αγωνιστεί για ελευθερία, αλήθεια και δημιουργία. Προκάλεσε πολλές φορές αντιδράσεις για τις τολμηρές του ιδέες, ιδίως σε σχέση με τη θρησκεία, με αποτέλεσμα η Ορθόδοξη Εκκλησία να καταδικάσει ορισμένα έργα του. Ωστόσο, η πνευματική του δύναμη και η λογοτεχνική του αξία αναγνωρίστηκαν διεθνώς. Υπήρξε υποψήφιος επανειλημμένα για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, χωρίς όμως να το κερδίσει, αν και η παγκόσμια απήχηση του έργου του τον καθιστά έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής του. Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε δύο φορές και βρήκε στο πλευρό της Ελένης Καζαντζάκη μια σύντροφο που στήριξε και διέσωσε το έργο του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξιδεύοντας και γράφοντας ακατάπαυστα, μέχρι τον θάνατό του στο Φράιμπουργκ, ενώ η σορός του αναπαύεται στο Ηράκλειο. Η επιγραφή στον τάφο του, «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος», συνοψίζει με τον πιο λιτό και δυνατό τρόπο την κοσμοθεωρία του. Ο Καζαντζάκης άφησε μια παρακαταθήκη που υπερβαίνει τα σύνορα της Ελλάδας, με έργα που αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, και εξακολουθεί να εμπνέει αναγνώστες, στοχαστές και καλλιτέχνες σε όλον τον κόσμο, αποτελώντας έναν αληθινά οικουμενικό συγγραφέα που έδωσε νέα πνοή στη νεοελληνική λογοτεχνία.