"Η κακορίζικη εκείνη χρονιά -η καταραμένη θα την πω τώρα- είχε δεν είχε φτάσει ακόμη στα μισά της και πήγαινε όπως άρχισε, πάντα πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Και τα χειρότερα δεν είχαν ακόμη συμβεί. Τότε ήρθε η ώρα του όξους και της χολής, η ώρα του αίματος και του θανάτου".
Είχε από χρόνια αποτραβηχτεί στο παλιό σπίτι στην πλαγιά του βουνού. Τα δειλινά, κάτω από τα δέντρα που μαζί τους είχε ριζώσει στα καρπερά της χώματα, βλέποντας τον ήλιο να χαμηλώνει στη θάλασσα, ζούσε και το δικό του λυκόφως. Μέχρις, ότου, εντελώς αναπάντεχα, οι "άνεμοι της μνήμης" τον ανασήκωσαν από τον ξένο τόπο και τον εναπόθεσαν απαλά στο μακρινό νησί του, μπροστά στην πατρογονική εστία, τον γύρισαν πίσω στη σημαδιακή εκείνη χρονιά, τη χρονιά του ξεριζωμού.
'Ηρθαν τότε κοντά του, όπως ήταν στον καιρό τους, στη ρημαγμένη ζωή τους, οι σκιές της γιαγιάς και του παππού: η γριά-Βενετιά, που από βρέφος τη φώναζε μάνα, να τρέχει από χάραμα ως νύχτα να προλάβει να τα φέρει όλα σε πέρας· και τα βράδια, στο φως του δαυλού, η ακάματη και γνωστική γερόντισσα με τις "ορμήνιες" της να πολεμά να τον πλάσει για έναν κόσμο που νόμιζε ότι θα διαρκέσει για πάντα. Ως τα στερνά της, που πήρε να ψυχανεμίζεται τον άγγελό της κι "αγγελιάστηκε".
Τέλειωνε το 1949. Ο πατέρας είχε χαθεί, χωρίς ίχνη, στους σκοτεινούς δρόμους της Ιστορίας. Η μάνα είχε σβήσει στη γέννα του, πριν από οκτώ ακριβώς χρόνια. Κι αυτός θα έβρισκε, πριν καλά βγει το δίσεκτο εκείνο έτος, μιαν ακόμη μητέρα -τη "Μεγάλη Μητέρα" των απορφανισμένων παιδιών ενός αδικαίωτου κι αδυσώπητου πολέμου.
Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετά το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Τα "Διπλωμένα φτερά" ήταν το πρώτο πεζογράφημα που δημοσίευσε, το 2007. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "Θολός βυθός", την επόμενη χρονιά, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.
Το τρίτο βιβλίο του Ατζακά που διαβάζω και για άλλη μια φορά γεμάτο συναίσθημα. Αυτή τη φορά το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στους παππούδες του που τον μεγάλωσαν τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια στην ορεινή Θάσο και κυριότερα στη γιαγιά του Βενετία.
Άνισο αλλά με πολύ ωραία στοιχεία, το πρώτο μέρος σχεδόν λαογραφικό το δεύτερο βρίσκει το ρυθμό του με έντονο συναισθηματισμό και εξαιρετική ατμόσφαιρα.
Σκάλωσα, όχι μόνο με αυτό το βιβλίο, αλλά και με τα υπόλοιπα της άτυπης τριλογίας του Ατζακά. Τόσο, που ενώ αρχικά το διάβασα δανεισμένο από τη βιβλιοθήκη της πόλης, τελικά το αγόρασα και το ξαναδιάβασα στο καπάκι. Το συγκεκριμένο είναι γραμμένο ως φόρος τιμής στη γιαγιά που τον μεγάλωσε και πρέπει να πω ότι με κέρδισε από το εξώφυλλο (πεθαίνω για βασανισμένες γιαγιάδες). Κι ενώ αναφέρεται σε μια πικρή ζωή, δεν είναι γραμμένο με πίκρα, παρά με απίστευτη τρυφερότητα. Ουσιαστικά είναι η ιστορία της ζωής του αφηγητή μέχρι τα 7-8 του χρόνια που φεύγει σε παιδόπολη, με τους παππούδες του, μια περιγραφή ενός χαμένου παραδείσου, με λίγο ηθογραφία.
Ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, που αποτελεί φόρο τιμής προς τις ηρωικές Ελληνίδες των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα από το πρόσωπο της γιαγιάς-μάνας του συγγραφέα, της γρια-Βενετιάς: Αεικίνητες, πολυτεχνίτισσες, ακατάβλητες, σοφές μέσα στην αγραμματοσύνη τους, με τεράστια ψυχικά αποθέματα, ο κύριος πυλώνας της επιβίωσης των γενεών που βίωσαν τους διαρκείς πολέμους που σάρωσαν σε διαδοχικά κύματα τη χώρα μέχρι τα μισά του πολυτάραχου αυτού αιώνα. Από την πένα του ενήλικου αφηγητή ξετυλίγονται τ' ανεξίτηλα βιώματά του στη Θάσο της δεκαετίας του 1940 και αναζητείται ο χαμένος παράδεισος της παιδικής του ηλικίας, πριν η φρικιαστική βασίλισσα τον αρπάξει από την αγκαλιά της γιαγιάς του και ξεκινήσει η Οδύσσεια των παιδοπόλεων, με φόντο τα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή εκείνη και με τη φιγούρα της γρια-Βενετιάς να κυριαρχεί, μ' έναν αβίαστο τρόπο που προκαλεί συγκίνηση, χωρίς ωστόσο να την εκμαιεύει...
Συγκινητικό και τρυφερό. Ο συγγραφέας καταδύεται στις παιδικές του μνήμες της διαβίωσης στον ¨χαμένο του παράδεισο" της ορεινής νησιωτικής υπαίθρου, που διανθίζει με άφθονες λαογραφικές πινελιές με συνειρμικό συναισθηματικό φόρτο και ένταση και αποδίδει φόρο τιμής στους άξιους ανθρώπους που ανέλαβαν την ανατροφή του. Ο "εωθινός μονόλογός" του και ο επίλογός του φάνηκαν στα μάτια μου συγκλονιστικά.
Τα συναισθήματα και οι μνήμες πλημμυρίζουν τις σελίδες του βιβλίου. Εξαιρετική γραφή με εμφανείς επιρροές από παλαιότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής λογοτεχνικής μας παράδοσης.