Ένα ασήμαντο βιβλίο που δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να προσφέρει. Ο Αλφρέντο και η Γρισέλδα είναι ένα παράνομο ερωτικό ζευγάρι σε μια μικρή πόλη της Αργεντινής όπου ένα βράδυ ξεκινάνε τους φόνους χωρίς προετοιμασία ή έστω κάποια δεύτερη σκέψη. Οι θάνατοι που σημειώνονται από τα χέρια αυτών των δύο "γελοίων" ανθρώπων, καλύπτονται πίσω από βαρυγδουπες δηλώσεις του Αλφρέντο για το πώς η Αργεντινή, η κοινωνία, οι πολίτες της οι ίδιοι , είναι τέρατα κάθε λογής, παιδόφιλοι, ανώμαλοι, διεφθαρμένοι, άντρες που απαιτούν τις γυναίκες ή χτυπάνε τα παιδιά τους, παιδιά που κάνουν πιάτσα για χρήματα από μικρή ηλικία, όλοι τους μια μολυσμένη μάζα , θα έλεγε κανείς, από την οποία κανείς στο τέλος δεν ξεφεύγει.
Η ιστορία του συγγραφέα χαρακτηρίζεται στο οπισθόφυλλο σαν καθηλωτική, με υπαρξιακά ερωτήματα και άψογη αφηγηματική ροή όμως στην ουσία δεν είναι τίποτα από αυτά. Από την μια έχουμε τον Αλφρέντο που λέει πως δεν το παίζει τέλειος άνθρωπος αλλά στη συνέχεια μας αναλύει γιατί εντέλει είναι καλύτερος από όλα τα τέρατα εκεί έξω ενώ παράλληλα προβαίνει σε ερωτικές σκηνές οι οποίες μου θυμίζουν για μια ακόμη φορά πως πολλοί άντρες συγγραφείς δεν μπορούν να γράψουν τίποτα ερωτικό χωρίς να φανεί cringe. Όμως έστω και αν το κάνω αυτό στην άκρη, καθώς η μικρή αυτή ιστορία είναι ένα παραλήρημα για το κακό του κόσμου στην ουσία, το θεωρώ τρομερά γελοίο πόσο εύκολα η Γρισέλδα πέφτει στα μάτια του μέσα από κάθε γύρισμα της επόμενης σελίδας. Στην αρχή, προβάλεται σαν μια φλογερή γυναίκα που βρίσκει τον έρωτα και πόθο στον Αλφρέντο ενώ έπειτα γίνεται η ύπουλη, μισητή ανά στιγμές φόνισσα, που θέλει να ζήσει την ζωή της πλέον από την αρχή, μακριά από τα " πρέπει " και τα όρια μέσα στα οποία μεγάλωσε.
Αυτό είναι το κομβικό σημείο για μένα. Η Γρισέλδα δεν είναι μια ήρεμη, καλή γυναίκα, η οποία απλά βαρέθηκε τον άντρα της και έψαχνε εραστή. Αντιθέτως είναι κάποια που δεν διστάζει να σκοτώσει και να αφήσει πίσω τη οικογένεια της με κάθε τρόπο, απογυμνωμένη πλέον από κάθε αίσθηση ευθύνης και ενοχής. Ξάφνου στα μάτια του Αλφρέντο, η γυναίκα πλάι του , εμφανίζεται πλέον σαν επικίνδυνη ,τόσο που φτάνει σε σημείο να σκεφτεί πως θέλει να την σκοτώσει. Ο ίδιος ο Αλφρέντο, προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη πως η Γρισέλδα άλλαξε στην διάρκεια αυτής της μέρας που τρέχουν μακριά από την αστυνομία , όμως όλες του οι σκέψεις είναι για γέλια.
Υποτίθεται πως θεωρεί τον εαυτό του έστω και λίγο καλύτερο όμως σκότωσε ανθρώπους, χτύπησε την γυναίκα που τόσο αγαπούσε και στο τέλος την μίσησε που είχε παραπάνω κοτσια και ήταν πιο σβέλτη στο να αντιληφθεί πως μόνο ένας από τους δυο τους έπρεπε να ζήσει.