Nuits difficiles est la première œuvre de Melpo Axioti traduite en français. Ce roman, publié en Grèce en 1938, fit scandale et propulsa son auteur en pleine lumière, aux côtés d’écrivains comme Séféris et Yannis Ritsos qui deviendra l’ami de toute sa vie. Il est aujourd’hui considéré en Grèce comme un classique, enseigné dans les écoles où les manuels donnent à lire de larges extraits. Le scandale vint que Nuits difficiles était écrit par une femme, issue d’un milieu fortuné, militant au sein d’un mouvement féministe, inscrite depuis 1936 au parti communiste, et qu’elle faisait voler en éclats la technique romanesque traditionnelle ainsi que la langue, objet d’une lutte passionnée entre les partisans d’un grec archaïsant et ceux d’un parler populaire, dialectal. Utilisant tous les registres de ce fonds linguistique dans les différentes parties de Nuits difficiles, elle subit la colère des deux camps qui culmine lorsque son livre obtient, en 1939, un prix littéraire. Composé en quatre parties, chacune se déroulant dans un lieu et un milieu différents, avec de nouveaux personnages, Nuits difficiles est un roman d’apprentissage, écrit à la première personne, nourri de souvenirs autobiographiques. La première partie nous raconte la petite enfance de l’héroïne, à Athènes, dans un milieu argenté. Livrée aux bonnes, la petite fille vit dans la solitude avec des parents qui ne lui parlent pas. La pension où le père et la mère qui ne s’entendent pas finissent par la mettre, est le cadre de la deuxième partie. Le « nous » se substitue au « je ». Première expérience de vie sociale. Première amitié avec Ismène dont l’histoire la révolte et le courage lui ouvre de nouvelles perspectives. La troisième partie couvre la période où, revenue dans sa famille à l’âge de dix-sept ans, elle redécouvre son île et le monde exigu, violent, injuste, conservateur sous le calme apparent. Dans la quatrième, ce sont essentiellement des destins de femmes déclassées, prises au piège d’un destin non choisi que l’héroïne décrit, tandis qu’elle fait l’expérience de l’amour avec Nikos qui lui permet de se tourner vers l’avenir et de se dégager de son passé
Αδιάφορο, το διάβασα γιατί το βρήκα σε μια λίστα με τον τίτλο τα 100 καλύτερα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας... Δε κατάλαβα πως βρέθηκε εκεί... Αλλά βιβλία της λίστας ήταν πραγματικά διαμάντια για αυτό και οι προσδοκίες μου ήταν σαφώς μεγαλύτερες...
Μνημονικού τύπου αφήγηση, θυμίζει ημερολόγιο, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή. Χαοτικός τρόπος γραφής, με πολλά ιδιώματα, συνεχείς συνειρμούς και χαρακτήρα παραληρήματος.
Η σειρά των επεισοδίων που περιέχονται στο συγκεκριμένο έργο είναι αλυσιδωτή, χωρίς εμφανή ειρμό, πρόκειται για μια κριτική πάνω στις αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων, πάνω στα όρια εκμετάλλευσης του άλλου, δοσμένα με την αφηγηματική μορφή του εσωτερικού μονολόγου. Μέσα από το φίλτρο της οπτικής της μικρής ηλικίας τα γεγονότα λαμβάνουν κωμικοτραγική διάσταση, ενώ η εξέλιξη του μυθιστορήματος θυμίζει έντονα ιστορία bildungsroman.
Πολύ πριν την προφορική αμεσότητα του Ταχτσή, η Μ. Αξιώτη είχε "σπάσει" πρώτη το κατεστημένο της γενιάς του '30 και την μεγαλοαστική καλλιγραφία με μια γλώσσα και γραφή τόσο αυθόρμητη, "προφορική" αλλά και ελλειπτική ώστε το βιβλίο αυτό να θεωρηθεί πρωτοποριακό για την εποχή του... Με χωριάτικα ιδιώματα και διαλέκτους και γραφή ολοζώντανη και αυθεντική της εποχής που αναβιώνει, παρουσιάζει μια προπολεμική ηθογραφία/λαογραφία της ελληνικής υπαίθρου. Η γλώσσα είναι σε πολλά σημεία τόσο ιδιωματική που μπορεί να ξενίσει ή να κουράσει τον σημερινό (νέο) αναγνώστη, αλλά αξίζει η προσπάθεια... Δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες ή πλοκή, (σε αντίθεση με αυτά που "υπόσχεται" ή προδιαθέτει το οπισθόφυλλο), αντιθέτως η αφήγηση δίνει μια "τοιχογραφία" της εποχής. Τα πάμπολλα και πολλές φορές ασύνδετα, σκόρπια περιστατικά όμως που αφηγούνται οι (πολλοί) αφηγητές της ιστορίας μπορεί να κουράσουν, και αυτή είναι για μένα η βασική αδυναμία του βιβλίου.
Σπανιες ειναι οι φορες που δε καταφερνω να τελειωσω ενα βιβλιο. Ακομη κι αυτα που δε μου αρεσουν, κανω υπομονη και τα διαβαζω μεχρι τελους. Ε το συγκεκριμενο βιβλιο, δυστυχως, οσο κι αν προσπαθησα, δε μπορεσα να το φτασω στο τελος. Διαβασα σχεδον το μισο και το αφησα. Και ειμαι σχεδον σιγουρη οτι δε θα το ξαναπιασω στα χερια μου, οπως εχει συμβει με αλλα βιβλια. Με κουρασε πολυ, χαθηκα κι εφτασα στο σημειο να μη καταλαβαινω πλεον τι διαβαζω. :-(
Δεν μου άρεσε. Δηλαδή νομίζω ότι δεν μου άρεσε. Θα ήμουν σίγουρη αν καταλάβαινα τι διάβαζα. Μου αρέσουν οι ιδιωματισμοί στην ελληνική λογοτεχνία, (στον Παπαδιαμάντη πχ, δίνουν εξαιρετικές αποχρώσεις στο λόγο του) αλλά πέρα από αυτό, η κα. Αξιώτη δεν έχει συνοχή στο γραπτό της. Σκόρπιες σκέψεις, αλλού ξεκινάνε και αλλού καταλήγουν οι παράγραφοι.... Δεν αποφεύγω τα "δύσκολα βιβλία" αλλά στην προκειμένη είναι αφάνταστα κουραστικό να διαβάζω σελίδες επί σελίδων και να μην καταλαβαίνω τι διαβάζω.
Qu'est-ce que ça commence bien, c'est extraordinaire ce personnage enfant qui dit n'importe quoi et pense n'importe comment, mais qu'est-ce que ça traîne dans les parties d'après... En fait j'ai de la tendresse pour Melpo Axioti, toutes les 5 pages il y a une image que je dois noter pour ne pas l'oublier, et pourtant la lecture de ses livres m'ennuie
Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον ρηξικέλευθο–για την εποχή–τρόπο γραφής της Μ. Αξιώτη.
Ωστόσο, η ιδιότυπη γραφή, η ξαφνική εναλλαγή γεγονότων, η απουσία συγκεκριμένης πλοκής, οι συνειρμοί ενδεχομένως καθιστούν το έργο ενδιαφέρον–από λογοτεχνικής άποψης–όχι όμως κι ευχάριστο.
Η γλώσσα του βιβλίου ξεχωρίζει με τον αυθόρμητο, ιδιωματικό χαρακτήρα της, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μνημονικού ημερολογίου, όπου οι ιστορίες μπλέκονται σε εσωτερικό μονολόγο και σύντομες εικόνες. Η πλοκή δεν ακολουθεί συμβατικούς δρόμους, όμως αυτό δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να βιώσει την εποχή και τις μορφές της αλλιώς, μέσα από θραύσματα και συνειρμούς που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. Το βιβλίο έχει σίγουρα αξία για όποιον θέλει να εξερευνήσει βαθύτερα τη γλώσσα και τη λογοτεχνία του παρελθόντος, ενώ παρά τις παλιές του καταβολές, αφήνει στον αναγνώστη χώρο για προσωπικούς συνειρμούς και ερμηνείες, τιμώντας το παρελθόν χωρίς να επιβάλλεται στο σήμερα.
Νομιζα ότι η συγχρονη ελληνικη πεζογραφια είναι προβληματικη αλλα και η παλια δεν είναι καλυτερη. Η γλωσσα του βιβλιου είναι δυσκολη, γεματη ιδιωματισμους και αγνωστες λεξεις. Ειρμο δε βρηκα, είναι χαωδης. Είμαι σιγουρη ότι μου διεφυγαν αρκετα απο το περιεχομενο επειδη βαρεθηκα, κουραστηκα και ηθελα μονο να τελειωνω. Καταλαβαινω ότι, για την εποχη που εζησε η Μελπω Αξιωτη, ήταν κατορθωμα να ξεχωρισει μια γυναικα-συγγραφεας αλλα, για το 2018,δε βλεπω κατι αξιολογο στο βιβλιο της. Το εχω ηδη βαλει στο κιβωτιο με τα βιβλια που σκοπευω να ξεφορτωθω.
Δύσκολο βιβλίο. Πέρασα δύσκολες νύχτες μαζί του. Ένα δύσκολο μονοπάτι μιας ιδιαίτερης γραφής, που όμως σε κερδίζει μέσα από αυτό το παίδεμα. Όταν έκλεισα το βιβλίο ένιωσα σαν να σηκώθηκα από το πεζούλι μιας γειτονιάς, όπου για ώρες μου έλεγε την ιστορία της η Μέλπω. Και σηκώθηκα κάπως πιασμένη, ανακουφισμένη και γεμάτη εικόνες. Θα το ξαναδιάβαζα. .
Παρότι έχει κάποια ενδιαφέροντα σημεία,ο τρόπος γραφής είναι πολύ χαοτικός και κουραστικός.Περισσότερο το διάβασα επειδή ήθελα να δω αν συνεχίζει στο ίδιο ύφος κι αν θα βγάζει παραπάνω νόημα καθώς προχωράει το βιβλίο,παρά επειδή μου προκάλεσε το ενδιαφέρον.
Αξιόλογο ως προς την αναβίωση του κλίματος και αναφορικά με την πραγματικότητα της εποχής, όμως ο αρκετά κουραστικός και μάλλον δύστροπος τρόπος γραφής αποξενώνει στην ουσία τον σύγχρονο αναγνώστη κρατώντας τον μακριά από κάθε προσπάθεια αρμονικής συνύπαρξης με τους χαρακτήρες.