Στην τρέχουσα ή στην όποια άλλη ομιλία, η μεταφορά είναι τετριμμένο σχήμα. Στην πιο κοινή συνεννόηση, χωρίς μάλιστα να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή, άκουμε να αποκαλούν έναν άνθρωπο «φίδι», «αλεπού», ή «λαπά», να φοβούνται μήπως ο ουρανός αρχίσει να ρίχνει «καρεκλοπόδαρα» ή μήπως συμβεί κανένα «μποτιλιάρισμα» στους δρόμους, να μιλούν για κάποια γυναίκα που έβαλε τα δύο πόδια του άντρα της «σ' ένα παπούτσι», να απειλούν ότι θα «κόψουν το βήχα» ή ότι θα «αστράψουν» έναν «φούσκο» στο πρόσωπο κάποιου ενοχλητικού. Τι το παράταιρο; Ακροατής ή ομιλητής ο καθένας μας, τέρπεται να λέει ή να αφουγκράζεται τα οικεία νοήματα. Καθώς η μύτη γίνεται απροειδοποίητα «προβοσκίδα», η γυναικάρα «φρεγάδα», το παιδάκι «σπόρος», το τεράστιο χέρι «κουπί», ο αφιλότιμος «γάιδαρος», και ο ξύπνιος «αετονύχης», οι ξεσκολισμένοι του καθημερινού λέγε-λέγε νιώθουν κυριολεκτικά σπίτι τους, χωρίς να ξαφνιάζονται από το γεγονός ότι, ανταλλάσσοντας νοήματα στο πόδι, περνούν από μπροστά τους -και μέσα από το στόμα τους- στρατός ολόκληρος από αλλόκοτα πράγματα: φίδια, αλεπούδες, ελέφαντες, κουπιά, παπούτσια, ντουλάπες, γαϊδούρια.
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (πραγματικό ονοματεπώνυμο του Kωστή Παπαγιώργη) ήταν Έλληνας δοκιμιογράφος, αρθρογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων.
Γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν ως δάσκαλος ο πατέρας του. Στη συνέχεια έζησε στην Παραλία της Kύμης (1951-1960), στο Χαλάνδρι, και εν τέλει στα Εξάρχεια, όπου και διέμεινε μέχρι τον θάνατό του.
Το 1966 πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές νομικής και παρέμεινε εκεί για ένα χρόνο. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για σπουδές φιλοσοφίας και παρέμεινε εκεί ώς το 1975. Παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της¨ Βανσέν¨ με καθηγητές, τους Ντελέζ, Λιοτάρ και Σατελέ. Δεν ολοκλήρωσε ούτε τις σπουδές νομικής ούτε αυτές της φιλοσοφίας.
Το 1975 επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα και επιδόθηκε στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων, αλλά και τη συγγραφή δοκιμιακών κειμένων και βιβλίων. Εξέδωσε και το θεωρητικό περιοδικό «Χώρα». Υπήρξε στενός φίλος του Χρήστου Βακαλόπουλου, για τον οποίο έγραψε και το βιβλίο "Γειά σου Ασημάκη".
Είχε επίσης συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, διατηρώντας κατά καιρούς στήλες στην εφημερίδα Επενδυτής, στο περιοδικό Αθηνόραμα, και στην εφημερίδα Lifo.
Το 2002 τιμήθηκε με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο μαρτυρίας - χρονικού για τον Κανέλλο Δεληγιάννη.
Ζούσε με τη γυναίκα του, Ράνια Σταθοπούλου. Πέθανε στις 21 Μαρτίου 2014.