Εγώ είμαι αυτή, ο χορός του ζευγαριού, ένα μεγάλο λευκό κεφάλι με κορδέλες να κρέμονται από τα αφτιά. Γεννήθηκα στο Λούμπεν, μεγάλωσα μέσα σε αυτό που δεν είχα. Βουνά γεμάτα χιόνι και μια πείνα που κάνει τα κόκαλά μου να τρίβονται όταν σηκώνω τα χέρια μου και ζωγραφίζω τον Βάλτερ και το μωρό.
Ο κόσμος περισσεύει στα σκαλιά μιας αίθουσας χορού. Δεν χρειαζόμαστε τα κρεβάτια. Τα κρεβάτια είναι ο προθάλαμος του θανάτου. Εγώ γεννήθηκα για την τέχνη, κατά τύχη άνθρωπος. Όμως αυτή η τύχη μου έδωσε χέρια και την ευκαιρία να μπορώ να ζήσω. Υπάρχουν τόσα που δεν μπορούν να ζήσουν. Οι μάσκες μου γεννήθηκαν νεκρές. Κινούνται μόνο πάνω στο δικό μου κεφάλι, έχουν έκφραση βαμμένη με χρώμα και δεν αλλάζουν. Οι μάσκες μου δεν μπορούν να φτιάξουν τον εαυτό τους.
Η Γεωργία Διάκου γεννήθηκε το 1995 στην Καρδίτσα, όπου και μεγάλωσε. Από το 2013 μένει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. (2019) και είναι φοιτήτρια του τμήματος Θεάτρου με κατεύθυνση Σκηνοθεσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά (Θράκα, Τεφλόν, Στάχτες, Bibliotheque, Εντευκτήριο). Πέραν της ποίησης ασχολείται και με τη συγγραφή πεζών μικρής φόρμας.
"Τι σημασία έχει πως υπάρχεις, αφού μπορείς να εμπεριέχεσαι; Για τη Λαβίνια δοχείο είναι η τέχνη που την ορίζει και την προσέχει και την καλεί να συγκεντρώσει τα χαρτάκια από τα γράμματα στη μητέρα της."