Τι μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο του μεσοπολέμου (1933) ενός Σκωτσέζου εκκεντρικού ιστορικού στον Έλληνα μέσο αναγνώστη, ο οποίος θα το διαβάσει το 2025 και θα αφορά σε ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που ζει; Αυτό είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Η απάντηση είναι αφοπλιστική: ο Στήβεν Ράνσιμαν με το “Byzantine Civilization” άνοιξε δρόμους τόσο για μια πιο ευνοϊκή και «γήινη» ματιά προς το Βυζάντιο όσο και στο πως μέσα σε έναν περιορισμένο αριθμό σελίδων (414 έχει η συγκεκριμένη ελληνική έκδοση) μπορεί να γίνει μια πλήρης σύνοψη των 1123 χρόνων και δεκαοχτώ ημερών βυζαντινής ιστορίας, όπως τις καταμέτρησε ο ίδιος.
Ο Στήβεν Ράνσιμαν, λοιπόν, και το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν την πηγή και τη σχολή πολλών σημερινών βυζαντινολόγων. Σε συγγραφέα και βιβλίο οφείλουμε μια σειρά υπερασπιστικών γραμμών και αντεπιθέσεων ενάντια σε όλους αυτούς που για αιώνες έβλεπαν το Βυζάντιο ως κηλίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Επίσης, επάνω σε αυτό το βιβλίο στηρίχτηκε τμήμα της μετα-νεοτερικής ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Ο Ράνσιμαν λοιπόν και το ανά χείρας βιβλίο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας πιο σοβαρής και επιστημονικής αντιμετώπισης του Βυζαντίου.
Η ιδιαιτερότητα του Ράνσιμαν ήταν ότι ήταν πολύγλωσσος και είχε εμβαθύνει στην Ορθόδοξη θεολογία. Αυτό δίνει στο συγκεκριμένο πόνημα πλεονεκτήματα που δεν διαθέτουν ακόμα και σημερινά βιβλία. Όμως δίνει και αδυναμίες.
Είναι προφανές ότι ο Ράνσιμαν φέρει (και αυτός) τις δικές του προκαταλήψεις. Κάποιες φορές γίνεται συναισθηματικός στη περιγραφή και στους χαρακτηρισμούς του. Κάνει αναχρονιστικούς παραλληλισμούς. Δεν κρύβει τι συμπαθεί και τι τον απογοητεύει. Σε κάποιες γραμμές έχεις την αίσθηση ότι μιλάει περισσότερο για την εποχή που έγραφε το βιβλίο και τις καταβολές του εαυτού του, παρά για το ίδιο το Βυζάντιο. Το παίρνει προσωπικά και σχεδόν ταυτίζεται. Εκτός από ιστορικό, το βιβλίο του είναι λογοτεχνικό και αφηγηματικό και γι’ αυτό απολαυστικό.
Ωστόσο, κάποια από τα στοιχεία ή τις ερμηνείες που παρέχει ο Ράνσιμαν έχουν επικαιροποιηθεί. Για παράδειγμα, η ήττα στο Ματζικέρτ το 1071 δεν ήταν τόσο «συντριπτική» που ο βυζαντινός στρατός «δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει». Είναι προφανές ότι η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα ήταν εξευτελιστική, αλλά οι συγκρούσεις εκ παρατάξεως ήταν ελάχιστες και οι απώλειες περιορισμένες - σε καμία περίπτωση δεν συγκρίνονται με τις απώλειες που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί το 811 και 917 μ.Χ από τους Βούλγαρους. Ωστόσο το «Ματζικέρτ» δρομολόγησε εξελίξεις που όμως οφείλονταν στις πάγιες αντιθέσεις μεταξύ κέντρου (Κωνσταντινούπολης) και περιφέρειας (θεμάτων).
Επιπλέον, ακόμα και ο φιλοβυζαντινός Ράνσιμαν αντιμετωπίζει το Βυζάντιο οριενταλιστικά. Δεν το βλέπει ακριβώς ως τη φυσική (και μόνη;;) συνέχεια του Ρωμαϊκού κράτους, αλλά στην καλύτερη περίπτωση, ως έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο, ανατολίτικο πολιτισμό. Επίσης, ακόμα και μετά από τόσους αιώνες που έγραψε για το Βυζάντιο, συμπεριφέρεται στην τουρκική και ισλαμική πραγματικότητα ως μια ιστορική παρέκκλιση από την αναμενόμενη ροή της ιστορίας. Όσο και να πληγώνει τον Ράνσιμαν η απώλεια της Πόλης και η πτώση της αυτοκρατορίας, είναι πραγματικά αμφίβολο εάν θα μπορούσαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι να εκχριστιανιστούν και να απορροφηθούν από τους Βυζαντινούς, «αν δεν εμφανιζόταν ένα νέο τουρκικό φύλο, οι Οθωμανοί», δεδομένου ότι το Ισλάμ, αποδεικνύεται μέχρι σήμερα, ότι μόνο ιστορική παρένθεση δεν είναι.
Τέλος, ο Ράνσιμαν αντιμετωπίζει τις πληθυσμιακές ομάδες ως «καθαρόαιμες» και διακριτές φυλετικά, ενώ τις μετακινήσεις τους ως συμπαγείς που έθεταν σε μαζική κινητοποίηση («έσπρωχναν») άλλους («καθαρόαιμους») πληθυσμούς που έβρισκαν μπροστά τους ή τους εξαφάνιζαν και έπαιρναν τη θέση τους σε κάποιο τόπο. Παρότι δίνει το σύνθετο κλίμα των επιμειξιών, των επιγαμιών και γενικότερα των πληθυσμιακών αναμείξεων, δεν ξεφεύγει από το μεσοπολεμικό μοντέλο των «συγκρουόμενων μπάλων του μπιλιάρδου». Σήμερα γνωρίζουμε και το ζούμε, ότι οι μεταναστεύσεις και η εγκατάσταση ανθρώπων σε νέους τόπους είναι κάτι πιο περίπλοκο.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, μιλάμε για ένα εμβληματικό βιβλίο, σε εξαιρετική μετάφραση και ποιότητα έκδοσης, που δεν θα πρέπει να λείπει από καμία ιστορική βιβλιοθήκη που σέβεται τον εαυτό της.