Νότια και Βόρεια Ηπειρος, πόλεμος, ομηρία, απελευθέρωση, περιπλάνηση, ιστορημένα από τα στόματα των παθόντων. Είναι η ιστορία μιας ηπειρώτικης οικογένειας από το 1943 ως τις μέρες μας, μέσα από τις αφηγήσεις τριών μελών της. Ένα οδοιπορικό στη Νότια και Βόρεια Ήπειρο, στην Αλβανία, στη Σύγχρονη Ελλάδα. 'Οραμα οι υπερπόντιες χώρες. Εμπόδιο και τόπος νοσταλγίας το βουνό Μουργκάνα. Συγχρόνως είναι ένα οδοιπορικό στα σπαράγματα μιας γλώσσας αθώας, όμορφης, χαμένης. Γραμμένο στην ηπειρωτική διάλεκτο και ποτισμένο με ένταση και καλοσύνη, το βιβλίο είναι ένα οδοιπορικό στην Ηπειρο, την Αλβανία και τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Μια αφήγηση που, ξεκινώντας in medias res, εκτυλίσσεται γραμμικά, σε τρεις χρόνους· η μεγάλη Ιστορία εισβάλλει στην ιστορία του μικρόκοσμου των ηρώων, επηρεάζει τις δράσεις και αντιδράσεις τους, δημιουργεί αφενός αισθήματα αγωνίας και αφετέρου θέληση για επιβίωση. Έντονα ιδιωματική η γλώσσα, η οποία, σε συνδυασμό με την αφηγηματική οικονομία, δίνει ρυθμό στην εξέλιξη της πλοκής, παλμό και ζωντάνια, σαν να παρακολουθείς από κοντά τα τεκταινόμενα.
Μου άρεσε πολύ, ιδίως η χρήση της ηπειρώτικης διαλέκτου. Μου θύμισε τη γιαγιά και τον παππού μου, που γεννήθηκαν (όπως άλλωστε και ο πατέρας και η θεία μου) και μεγάλωσαν στην Πυρσόγιαννη, μια ανάσα από τα σύνορα με την Αλβανία. Ήταν σα να άκουγα τις ιστορίες της Αλέξως, της Σοφιάς και του Σεπτίμ από το στόμα της γιαγιάς μου. Θα ήθελα λίγες σελίδες παραπάνω, να μάθαινα τι απόγιναν τελικά οι άνθρωποι αυτοί, αλλά ίσως έτσι χάνονταν και η μαγεία. Διαβάζεται μονορούφι!
Ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με το πώς βίωσαν οι κάτοικοι στα σύνορα με την Αλβανία την επιβολή των συνόρων και τον εγκλωβισμό τους στο νέο κράτος, το κομμουνιστικό καθεστώς καθώς και τις προσδοκίες που είχαν οι πρώτοι Ελληνικής καταγωγής Αλβανοί πολίτες όταν με κίνδυνο της ζωής τους άρχισαν να περνάνε πίσω στην Ελλάδα. Είναι γραμμένο με ιδιαίτερη διάλεκτο που μπορεί να έχει κάποιες δυσκολίες στην ανάγνωση.
Μέσα από τις αφηγήσεις τριών προσώπων μιας ελληνικής οικογένειας με καταγωγή την Πόβλα Θεσπρωτίας, πληροφορούμαστε τις περιπέτειες και τον συνεχή αγώνα τους για επιβίωση. Η Αλέξω μαζί με άλλες γυναίκες αναγκάστηκε λόγω φτώχειας να αναζητήσει τροφή σε γειτονικά από το χωριό της μέρη. Η Σοφιά αποκλείστηκε στην Αλβανία, όταν έκλεισαν τα σύνορα. Ο Σεπτίμ, που κατάφερε να φύγει από την Αλβανία, βίωσε στο πετσί του την περιφρόνηση και το ρατσισμό στα ελληνικά εδάφη. Πέρα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αυτό που αποδίδει αμεσότητα και ζωντάνια στο κείμενο είναι η χρήση της ιδιωματικής γλώσσας. Ίσως να δυσκολεύει κάποιους ως προς την ανάγνωση και ιδιαίτερα εκείνους που δεν είναι εξοικειωμένοι σε αυτήν. Προσωπικά, ως Ηπειρώτισσα, συνάντησα πολλές λέξεις και φράσεις που έχω ακούσει από το συγγενικό μου περιβάλλον, κάτι που με εξέπληξε ευχάριστα!....
Είχα διαβάσει πριν από κάποια χρόνια ένα άλλο βιβλίο του συγγραφέα και ομολογώ πως η χρήση της ηπειρωτικής (;) ποιητικής γλώσσας με είχε μπερδέψει και κουράσει. Σε αυτό το βιβλίο όμως δε συνέβη το ίδιο. Είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με το πως έζησαν οι Έλληνες της εποχής την εκδίωξή τους από τα μέρη της Ηπείρου και της σημερινής Αλβανίας στα οποία ζούσαν. Μου θύμισε πολύ την αντίστοιχη ιστορία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της μικράς Ασίας γενικότερα που εδώ θεωρούνταν Τούρκοι και εκεί Έλληνες. Το συγκεκριμένο πάντως βιβλίο με προδιαθέτει θετικά και θέλω να πιστεύω ότι με το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα, θα ανακαλύψω ακόμα πιο ενδιαφέροντα πράγματα.
Όλο το κείμενο είναι γραμμένο σε διάλεκτο! Παρόλο που στην αρχή κουράζει, στη συνέχεια συνηθίζεις και το κείμενο ρέει. Η ιστορία καλή αλλά κόβεται απότομα.
Γραμμένο με τους ιδιωματισμούς της επαρχίας της Ηπείρου, το βιβλίο αυτό περιγράφει τις δυσκολίες και τα βιώματα των ανθρώπων που έζησαν την περίοδο του Εμφυλίου, την καταπίεση που δέχονταν από τους αντάρτες (το χωριό Μουργκάνα μας θύμισε το ανεπανάληπτο βιβλίο του Γκατζογιάννη, Ελένη), την σκλαβιά στην κομμουνιστική Αλβανία του Χότζα και το πέρασμα στην Ελλάδα που δέχονταν τα πρώτα μεταναστευτικά κύματα από την Αλβανία.
Μου έλειψε το γλωσσάρι για κάποιους ιδιωματισμούς που δεν είναι γνωστοί.
Roman polyphonique, œuvre majeure de la Grèce après-guerre, ce qui met surtout ce livre en avant c’est son écriture ; celui-ci est totalement écrit en dialecte épirote. Evidemment, puisque c’est traduit (urh dur), difficile de réellement apprécier l’exploit ou la beauté de la chose, mais la traductrice a fait un joli travail en donnant à l’œuvre un côté parlé que je n’ai eu la grâce d’entendre que… eh bien… j’imagine cette fois où je me suis retrouvée en maison de retraite pour visiter et que j’ai entendu des gens s’interpeller en … non, non plus. Bon, ça fait très vieillot avec un vocabulaire original et suranné – qui correspond probablement très bien à la culture et l’univers des personnages.
Je dis polyphonique, parce qu’on suit chronologiquement trois personnages qui vivent la séparation d’une partie du nord de la Grèce et qui rejoint l’Albanie, séparant des familles entières qui sont souvent déportées dans le centre du pays pour casser l’homogénéisation des cultures frontalières. C’est un roman de petites gens bousculées par le communisme, la guerre et des idées qui les dépassent puisque leur première rupture (et la principale) est familiale ; leur cœur est en Grèce, mais plus personne ne les y attend – ils sont des immigrés, lorsqu’ils parviennent à revenir, qui doivent en venir parfois à la violence pour survivre, ou pour qu’on les traite avec respect, et certains préfèrent retourner en Albanie faute de trouver chez « eux » un véritable « chez-soi ».
Πρωτη επαφη με τον Σωτηρη Δημητρίου υπο τον γουργουριστο ηχο του λεωφορειου ΚΤΕΛ Πρεβεζας και τι τρομερο βιβλιο ηταν αυτο!
Είναι αξιοθαυμαστο πώς, με αυτή τη γραφη, την απαλλαγμενη απο καθετι περιττο, και με το δωρικο του στυλ, καταφερνει να ανασυστησει το κλιμα της καθε εποχης, το περιβαλλον και, κυριως, να χτυπησει στην καρδια με τοσα διαφορετικα συναισθηματα. Το βιβλιο ειναι πολυ συγκινητικο, ευθυ και τίμιο και, ειδικα στην πρωτη ιστορια που, προσωπικα, με αγγιξε βαθεια, εχει συγκλονιστικες στιγμες. Οπως και στο Γκιακ του Παπαμαρκου, τα διηγηματα εδω εχουν τη μορφη προσωπικης μαρτυριας, ειναι γραμενα στην (ηπειρωτικη) ντοπιολαλια και φερνουν σε πρωτο πλανο τον θυμοσοφο λαο, τις προκαταληψεις, τους περιορισμους της ιστορικης συγκυριας και, βεβαια, το πεπερασμενο της ανθρωπινης υπαρξης.
Τα μέλη διαδοχικών γενεών μιας οικογένειας αφηγούνται τις περιπέτειές τους, που αντιπροσωπεύουν την συλλογική μοίρα των Βορειοηπειρωτών, με ύφος πυκνό και άμεσο. Το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό και καθόλου μελοδραματικό, και η τοπική ντοπιολαλιά που χρησιμοποιείται, αν και δυσκολεύει την κατανόηση, δίνει ξεχωριστό ενδιαφέρον στο κείμενο. Ο συγγραφέας δεν συμπλήρωσε το βιβλίο με γλωσσάρι, ίσως για να μην του δώσει λαογραφικό χρωμα, αλλά τριάντα χρόνια μετά εύχεσαι να το είχε κάνει. Θα είχα εκτιμήσει αν ήταν λίγο πιο διακριτές στο ύφος τους οι τρεις διαφορετικές φωνές των αφηγητών. Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον σύντομο μυθιστόρημα, εγγόνι της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου και ξαδέρφι της Ορθοκωστάς. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ευχηθεί να είχε μεγαλύτερη έκταση και να ήταν πιο φιλόδοξο, ωστόσο η βραχύτητα τού δίνει μια ξεχωριστή δωρική δύναμη.
Το ολιγοσέλιδο (αλλά περιεκτικό) βιβλίο χωρίζεται σε 3 κεφάλαια. Στο πρώτο περιγράφεται η δύσκολη ζωή στα χωριά της ορεινής Θεσπρωτίας κατά το 1943, και ο αγώνας των γυναικών (οι άνδρες έλειπαν, άλλοι μετανάστες και άλλοι σε στρατιωτικές ομάδες) να θρέψουν τα παιδιά τους. Οι περιπέτειες που βίωσαν καθώς αποφάσισαν να κατέβουν σε κοντινά χωριά «πέρα απ’ τη Μουργκάνα», προσπαθώντας να εξασφαλίσουν λίγο καλαμπόκι για επιβίωση. Όταν τη επόμενη χρονιά επεδίωξαν να επαναλάβουν το εγχείρημα, έπεσαν πάνω σε σύνορα, τα γειτονικά χωριά που σκόπευαν να επισκεφτούν ήταν «ανταρτοκρατούμενα», ενώ στο χωριό τους είχαν επικρατήσει «οι φασίστες». Στο δεύτερο περιγράφεται η ζωή στο γειτονικό ανταρτοκρατούμενο, χωριό, στο οποίο είχε παραμείνει μία απ΄τις γυναίκες της ομάδας που η αρρώστια και η αδυναμία την είχαν εμποδίσει να συνεχίσει το περπάτημα. Και η ζωή στην Αλβανία, όπου το 1947, τους οδήγησαν οι αντάρτες. Με το όνειρο να ξαναγυρίσει στο χωριό, τα χρόνια περνούσαν, παντρεύτηκε, έκανε 2 κόρες και ένα γιο, που τα μεγάλωσε χωρίς πατέρα, καθώς ο άνδρας της βρέθηκε στις φυλακές σαν εχθρός του καθεστώτος Εμβέρ. Το τρίτο μέρος, επίσης συγκλονιστικό, αναφέρεται σε μεταγενέστερη περίοδο (1975), όταν ένας εγγονός της, απελπισμένος από την κατάσταση εκεί, αποφασίζει με άλλους νέους του χωριού να κατέβουν στην Ελλάδα. Την τύχη του τη γνωρίζουμε όσοι έχουμε κάποια ηλικία..... Είναι γραμμένο στην ντοπιολαλιά, που δυσκολεύει κάπως την ανάγνωση, αυτό όμως προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα στην αφήγηση.
Αυτό που μένει ως πρώτη εντύπωση και κυριαρχεί σε όλη την πορεία της ανάγνωσης είναι η γλώσσα. Ο Δημητρίου επέλεξε κατά κόρον την σκληρή, ιδιωματική γλώσσα της Ηπείρου. Αφενός, η ντοπιολαλιά κάνει τους ήρωες αληθοφανέστατους και ζωντανούς. Αφετέρου, δημιουργεί ένα γλωσσικό απαύγασμα με έντονη προφορικότητα και εντοπιότητα. Ίσως σε σημεία να δυσκολεύει κάπως την ανάγνωση. Βέβαια, δεν λείπουν οι άγνωστες λέξεις, αλλά ο λυρισμός και η συνέπεια στο ρεαλιστικό μοτίβο δίνουν συνοχή και ταυτόχρονα την αίσθηση ότι καταλαβαίνεις ακριβώς το περιεχόμενο αυτών των λέξεων. Γι’ αυτό κι ο Δημητρίου αφήνει την ιστορία να μιλήσει από μόνη της – δεν παρεμβαίνει, δεν συμμετέχει, δεν σχολιάζει: ό,τι διαβάζουμε είναι σε α’ πρόσωπο λες και πρόκειται για βιωματική ιστορία, ένα ντοκουμέντο της εποχής.
Ένα μικρό μυθιστόρημα διαμαντάκι που διαβάζεται σε ένα απόγευμα. Το βιβλίο προσεγγίζει με ανθρωπιά και απλότητα τις γεμάτες πόνο και κακουχίες ζωές των ανθρώπων στα χωριά της Βόρειας Ηπείρου. Ο συγγραφέας μέσα από τα προσωπα μιας οικογένειας μας βάζει σε έναν κόσμο όπου σε μία μέρα τραβιέται ένα σύνορο που την κόβει στα δύο και διαγενεακα θα ποτίσει όλες τις επιλογές των μελών της.
Το μόνο αρνητικό είναι πως στην έκδοση του Πατάκη τουλάχιστον (δεν ξέρω στις παλιότερες τι γίνεται), τσιγκουνευτηκαν τις σημειώσεις και κάποιες μεταφράσεις που θα βοηθούσαν στην καλύτερη ροή της ανάγνωσης.
Ξεκάθαρη διαφροποίηση στη γραφή μεταξύ των τριών διαφορετικών αφηγητών, κάτι που δεν πετυχαίνουν πάντα οι συγγραφείς.
Ακόμα και οι χαρακτήρες που εμφανίζονται για λίγες γραμμές προσθέτουν βάθος στην ιστορία, καθώς δείχνουν τη διαφορετική αντιμετώπιση που είχαν οι κατά περίπτωση κυνηγημένοι από όσους συναντούσαν - η εύκολη λύση θα ήταν να συναντούν μόνο βάσανα.