Υποθέτω όλοι έχετε ακούσει την παροιμία: Μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο.
Τώρα πρέπει να προσθέσω ούτε από το οπισθόφυλλο.
Το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή ενός εβδομηντάχρονου, ο οποίος όπως μας αναφέρει σε κάθε ευκαιρία ξεκίνησε τη ζωή του από την αρχή τέσσερις φορές. Μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, τον Β' Παγκόσμιο, τον Εμφύλιο και τέλος την εσωτερική μετανάστευση από το χωριό στην πόλη. Κάθε φορά, όμως, κάτι του κατέστρεφε όσα είχε δημιουργήσει. Την τελευταία φορά όμως η καταστροφή τον χτύπησε πιο βαθιά κι αυτό γιατί ένιωσε ότι τον εξαπάτησαν. Όλοι ανεξαιρέτως μέσα στην κοινωνία. Οι πολιτικοί, οι συνδικαλιστές, οι βιομήχανοι, ο κλήρος, οι καλλιτέχνες μέχρι και οι απλοί άνθρωποι που δεν άνοιγαν τα μάτια τους, όπως εκείνος, για να αντικρίσουν το θηρίο της σημερινής κοινωνίας. Μισθοί της πείνας και της εξαθλίωσης, μια νεολαία είτε βουτηγμένη στην ανεργία παρόλα τα προσόντα της είτε κατεστραμμένη από τα ναρκωτικά. Μεσήλικες κουρασμένοι από τις καθημερινές κακουχίες και άρρωστοι λόγω του σύγχρονου αστικού τρόπου ζωής. Και πάντα στο παρασκήνιο μια τηλεόραση να παίζει.
Έτσι όταν απολύθηκε λίγο πριν πάρει τη σύνταξη, απαλλαγμένος, υποτίθεται, από τα δεσμά που του επέβαλλαν βλέπει μια εξαθλιωμένη κοινωνία υπό διάλυση. Εξοργισμένος που του έκλεψαν τα όνειρα του και τη ζωή που θα μπορούσε να έχε ζήσει παίρνει ένα όπλο κι αρχίζει να δολοφονεί όσους θεωρεί υπαίτιους της σημερινής κατάστασης. Η οικογένεια του δεν καταλαβαίνει κάτι μέχρι που είναι πολύ αργά.
Οι γιοι του από την άλλη, αφού καταλάβουν πως κινείται το τέρας αποφασίζουν να το εκμεταλλευτούν. Εκβιάζοντας όλους αυτούς τους διεφθαρμένους (οι οποίοι τυχαίως είναι ομοφυλόφιλοι με εμμονή στους νεότερους άντρες, με εξαίρεση έναν που κάνει λαθρεμπόριο όπλων) κερδίζουν τα προς το ζην και εξασφαλίζουν τους γονείς τους.
Τελικά, ο πρωταγωνιστής συμμετέχει σε μια εκπομπή κοινωνικού περιεχομένου και στο κύκνειο άσμα του αυτοκτονεί και ως φάντασμα παραμένει να παρακολουθεί τους ζωντανούς.
Ένα βιβλίο που είχε προοπτικές αλλά δεν εκπλήρωσε καμία. Επαναλαμβάνει συνεχώς τα προβλήματα του, λες και στις 200 πρώτες σελίδες δεν τα καταλάβαμε. Μόνος, ξεγραμμένος, οργισμένος, σαν την φόνισσα του Παπαδιαμάντη κάνει χάρη σε όσους σκοτώνει. Χωρίς κανένα βάθος ο χαρακτήρας του, μονοδιάστατος στην περισσότερη έκταση του έργου. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν έχουν κάποια αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά. Τα θύματα του είναι στερεότυπες κοινωνικές αντιλήψεις και δεν παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Καταρρίπτει κάθε άποψη για το πως λειτουργεί ο κόσμος, δεν συμφωνεί ούτε με τον τρόπο που λειτουργούσε η κοινωνία στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Λύση όμως δεν έχει. Απλά νιώθει οργή και σύγχυση χωρίς να μπορεί να κάνει και γι αυτό παρά το να σκοτώνει αδιακρίτως. Δεν έχει κανένα όνειρο, καμιά προοπτική, κανένα στόχο. Είναι ένα κουφάρι που θεωρεί τον εαυτό του τιμωρό αυτών που οδήγησαν τον κόσμο σε αυτήν την υποτιθέμενη εξαθλίωση.
Σαν ανάγνωσμα δεν μου προσέφερε κάτι καινούριο. Απόψεις που τις ακούω από τον καθένα μέσα στο λεωφορείο και δεν προσφέρουν τίποτα. Μόνο παράπονα. Δε θα το πρότεινα.