Ξεκίνησα αυτό το βιβλίο με τους αμυντικούς μηχανισμούς μου σε εγρήγορση. ''Τρομοκράτες, δολοφόνοι, αδίστακτοι'' ήταν μερικές από τις λέξεις που μου έρχονταν στο μυαλό για την οργάνωση, οι λέξεις που άκουγα τότε στην τηλεόραση. Ήμουν μόλις 8 χρονών όταν συνελήφθησαν τα μέλη της και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τη δράση τους, ακόμα και μέχρι σήμερα. Μου αρκούσε ότι δολοφονούσαν, ότι ήταν βίαιοι και εγώ - όπως και πολλοί από εσάς - μεγαλώσαμε καταδικάζοντας τη βία. Άλλοι γιατί απλά έτσι μάθαμε, άλλοι - όπως εγώ- γιατί απλά δεν αντέχω την εικόνα του ανθρώπινου πόνου, όσο κι αν το αξίζει κάποιος, γι' αυτό και δε θα μπορούσα ποτέ να τον προκαλέσω.
Στην πορεία της ζωής μου, βέβαια, συγκρούονταν κατά καιρούς η λογική με το συναίσθημα, η νομιμοφροσύνη και υπακοή μου με την έμφυτη αίσθηση δικαίου και την αγανάκτηση μου. Η τυφλή δικαιοσύνη που πάντοτε προέκρινα ως λύση, πολλές φορές παραήταν τυφλή, επιλεκτικά τυφλή. Συνειδητοποίησα ότι με τον τρόπο αυτό εξίσωνα για παράδειγμα τη βία ενός κατακτητή με τη βία του λαού που αμύνεται. Εξίσωνα τη βία των σωμάτων καταστολής με τη βία των απλών πολιτών που αντιδρούσαν στα γκλομπ και το ξύλο (από τα πιο απλά παραδείγματα -πέρσι είδαμε κρατικά όργανα να δέρνουν απροκάλυπτα πολίτες επειδή τόλμησαν να βγουν βόλτα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης! - μέχρι τις δεκάδες δολοφονίες ειρηνικών διαδηλωτών ακόμη και εφήβων ή παιδιών που επαναλαμβάνονται με τρομακτική συχνότητα).Τη βία που ασκούσαν οι χουντικοί και οι ασφαλίτες της εποχής με τη βία των επαναστατικών οργανώσεων που πάλευαν για ελευθερία.
Το ίδιο; Όχι. Ακόμη και η βία που ασκεί ένας γονιός για το δολοφονημένο παιδί του, ακόμη και η βία της εκδίκησης και του πόνου δε μπορεί να μπει στο ίδιο τσουβάλι με αυτή του δολοφόνου του παιδιού. Μην τα πολυλογώ, άρχισα να ξεφεύγω από το παραμυθάκι ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις την άνιση βία - φυσική και ηθική - που βιώνει ένας λαός με λουλούδια και κορδέλες.
Ξεκινώντας το βιβλίο, αμφισβητούσα όλα όσα διάβαζα, αυτόματα. Στην πορεία, όμως, άρχισα να βυθίζομαι. Το μυαλό μου αμφισβητούσε τις ίδιες του τις ιδέες. Που χτυπούσε η 17 Ν; Λυπόμουν τον στρατηγό που ξεκλήρισε και αιματοκύλισε τη Λιβύη; Δεν τον λυπόμουν. Λυπόμουν τους Τούρκους αξιωματικούς που αιματοκύλησαν την Κύπρο; Δεν τους λυπόμουν. Λυπόμουν τους εφοπλιστές και τους εργοστασιάρχες που έβαψαν τα χέρια τους με το αίμα εκατοντάδων εργατών που από δόλο σκότωσαν, επειδή στο ζύγι της ανθρώπινης ζωής και του χρήματος, βάραινε περισσότερο το χρήμα που θα πλήρωναν για να τους παρέχουν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας κατά την εργασία τους; Δεν τους λυπόμουν.
Σίγουρα, θα προτιμούσα να είχε κάνει η δικαιοσύνη αυτή τη δουλειά και να μη χρειαζόταν κανείς να πάρει το όπλο στα χέρια. Αλλά και αυτός ο μύθος σύντομα εξανεμίστηκε. Είδαμε σαν επανάληψη σίριαλ την παύση δίωξης πολιτικών προσώπων που ξεπουλούσαν τη χώρα, όταν μέχρι και σήμερα οι πολίτες της αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς, όταν δεν μπορούν συνταξιούχοι να πληρώσουν θέρμανση ή κλιματισμό και πεθαίνουν μέσα στα σπίτια τους από το κρύο ή τον καύσωνα. Άνθρωποι που πληρώνουν φόρους και εισφορές μια ζωή, για να τα τσεπώνει η πολιτική μαφία. Άνθρωποι και θεσμοί ανώτεροι των δικαστηρίων, της κυβέρνησης ακόμα, που στη χώρα μας πάντοτε ήταν το δεκανίκι κάποιας άλλης ισχυρής χώρας. Πότε καταδικάστηκαν οι ιθύνοντες των πολέμων απο τη δικαιοσύνη; Ακόμη και οι βασανιστές της Χούντας έζησαν ελεύθεροι μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Ας μην κουράσω άλλο. Νιώθω από τώρα τους δικούς σας αμυντικούς μηχανισμούς να αφυπνίζονται. Όχι, δεν δέχομαι σύσσωμη τη δράση της οργάνωσης. Έγιναν τρομερά λάθη και σε κάποιες περιπτώσεις άδικες ενέργειες (αναγνωρίζονται τα περισσότερα από το συγγραφέα μέσα στο βιβλίο). Όπου κι αν καταλήξει κανείς μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν θα χάσει σε καμία περίπτωση. Αποτελεί σκιαγράφηση μιας μεγάλης περιόδου της νεοελληνικής ιστορίας, η οποία αποτέλεσε το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η σημερινή εξέλιξη και πραγματικότητα όπως τις ζούμε.
Πολλά από όσα αναφέρει είναι καθαρά γεγονότα, βεβαιώνονται ακόμα και μέσα από εκθέσεις εισαγγελέων και ποινικές δικογραφίες. Και η αλήθεια είναι ότι έχω κουραστεί να βλέπω ανθρώπους να μην τους νοιάζει η ιστορία του τόπου τους ακόμα κι αν αφορά δέκα και είκοσι χρόνια πριν. Να ζουν μουδιασμένοι χωρίς να ενημερώνονται για την επικαιρότητα που επηρεάζει κατά κόρον την ίδια τη ζωή τους. Νέους να μεμψιμοιρούν χωρίς να μπαίνουν στην διαδικασία να ρωτούν ή να ψάχνουν γιατί. Εκφράσεις από μορφωμένα άτομα, όπως «τί να κάνουμε μωρέ τώρα, τί να κάνουν μωρέ κι αυτοί, έλα μωρέ πάντα έτσι ήταν, ΄ντάξει όλα θα φτιάξουν, ας πήγαινε ο άστεγος να βρει μια δουλειά, κρίμα οι πρόσφυγες αλλά προτιμώ να πνιγούν κτλ κτλ κτλ» με έχουν εξουθενώσει. Να βουτάνε στην στείρα εκπαίδευση, να αποκτάνε τους ανώτερους των τίτλων και την ίδια ώρα να είναι βαθιά αμόρφωτοι, αδαείς και απαίδευτοι.
Ακόμη, λοιπόν, και καθόλου να μη συμφωνήσεις με το βιβλίο, ακόμη και αν σιχαίνεσαι την οργάνωση όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα, ακόμη κι αν η πολιτική σου ιδεολογία δεν σου επιτρέπει ούτε με σφαίρες να σκεφτείς με αυτόν τον τρόπο - ναι, στην Ελλάδα τασσόμαστε υπέρ κάποιας ιδεολογίας με άρθρα τύπου Καταστατικού και υπογράφουμε συμβόλαιο πιστής υπακοής μέχρι θανάτου - είμαι σίγουρη ότι κάτι θα πάρεις από το βιβλίο. Κάτι θα μάθεις για τις βάσεις του συστήματος της χώρας σου, για έναν κρίκο της ιστορικής της αλυσίδας που παραμένει σχεδόν πιστή στην πορεία της επί αιώνες.
Σε μια εποχή μιας εγκληματικά ταγμένης δημοσιογραφίας που κινεί εγκληματικά τα νήματα και βυθίζει το λαό στο ψέμα και την άγνοια, που καλύπτει εγκλήματα και κοιμίζει συνειδήσεις, εγώ προτιμώ αυτά τα βιβλία. Και άλλα βιβλία σαν αυτά.
Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα...