Δεν αποφεύγονται τα κλισέ, παρότι δεν γίνονται ούτε πολύ ενοχλητικά και παρά το ανάλαφρο κλίμα, που σε ορισμένα σημεία, παραείναι ανάλαφρο, ωστόσο κατά την απεικόνιση χαλαρών, διαπροσωπικών σχέσεων, αισθανόμουν να με μεταφέρει, παρότι όχι στη γενική ατμόσφαιρα, που μένει μονίμως χάρτινη. Η δε χρήση του ίντερνετ και της εγκληματολογίας δεν είναι εξεζητημένες και υπερβολικές. Οι χαρακτήρες ενώ δομούνται, κάτι μονίμως διαφεύγει, ενώ απ’ την άλλη, οι διάλογοι πείθουν. Για βράδυ Σαββάτου, ήταν τίμιο μπλοκμπαστεράκι, αν εξαιρέσει κανείς πως ‘’κακοποιεί’’ τη Γαλλία – μάλλον από υπερβολική αγάπη – δίνοντας περιγραφές που θυμίζουν τουριστικό οδηγό, που δε συνάδει με κάποιον που διαμένει μόνιμα εκεί, πάνω από μια 20ετία.
Στα μεγάλα συν, είναι η εικόνα του πατέρα που δε μεταφέρεται απλά, μεταλαμπαδεύεται. Και δεν εννοώ στο τέλος, αυτό είναι ένα καταληκτικό γεγονός, εννοώ στην αρχή, όπως χτίζει το χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα του. Και αυτό που επίσης μου άρεσε, ήταν το περίεργο, αλλά αξιοπρόσεκτο χιούμορ του, παρότι ορισμένες φορές, όταν του αρέσει μια ιδέα, την επαναλαμβάνει. Σημαντικό επίσης είναι ότι οι αναμενόμενες σκηνές, ακολουθούνται απ’ το αναμενόμενο αποτέλεσμα, όπως στο γεύμα με την υπουργό, όπου παρά ταύτα, με μετέφερε εκεί.
Μια ιδέα που αναπτύσσεται με επάρκεια είναι αυτή της υπερπληροφόρησης που μοιάζει έτοιμη να μας καταβροχθίσει, να φράξει κάθε διαφυγή προς τη σκέψη, ενώ την ίδια στιγμή δείχνει πανέτοιμη να καταργήσει τη θέληση του σχετίζεσθαι και την επιθυμία για ταξίδια, εξερευνήσεις, φυσική παρουσία στο χώρο, αφού το ίντερνετ είναι πανέτοιμο και μπορείς να επισκεφτείς ακόμη και μουσεία, χάρη σε έξυπνα στημένες φωτογραφίες που θυμίζουν εκείνα τα παιχνίδια που γυρνάει με το βελάκι η κάμερα παντού. Για το 2019 αυτό ίσως είναι συνηθισμένο, 2 χρόνια όμως πριν τον ερχομό του fb, μπορώ να θυμηθώ την κολλητή μου να πηγαίνει στη Βενετία κι εμείς επειδή δεν είχαμε χρήματα, την εξερευνήσαμε με το google. Ακόμα και η εικόνα τελικά νεκρώνεται, δε μπορεί να γίνει ανάμνηση, δε μπορεί να γίνει δική σου. Και σου προβάλλει την προσπεκτίβ που κάποιοι άλλοι επέλεξαν να δεις τα πράγματα. Το τοπίο που τους άρεσε, τη σκηνοθεσία που σκέφτηκαν πως θα σε αφήσει έκθαμβο και πάει λέγοντας. Όλα αυτά έχουν πολλές προεκτάσεις και το βιβλίο όντως σε προτρέπει να τις σκεφτείς.
Το ίδιο το βιβλίο μοιάζει με ενδιαφέρον παιχνίδι γρίφων και γι’ αυτό δεν πολυμοιάζει αληθινό. Ευτυχώς, οι αναμενόμενοι για 2006, Ναϊτες, μένουν μόνο μια φιλολογική αναφορά και το παιχνιδιάρικο στιλ του συγγραφέα, θυμίζει περισσότερο Βάντεμπεργκ, παρά Μπράουν.
Ένα απ’ τα πολύ μεγάλα συν του βιβλίου είναι το τελευταίο ταξίδι στις κατακόμβες. Σκοτεινό, κλειστοφοβικό, ακατάπαυστο. Μπορείς ακόμα και να του συγχωρήσεις εικόνες κλεμμένες από τα��νίες με υπονόμους και στοές.
Δε θυμόμουν καν την προηγούμενη φορά που το είχα διαβάσει και απόδειξη πως το ξαναγόρασα. Η βαθμολογία παραμένει η ίδια, ωστόσο μάλλον ταίριαζε καλύτερα στην ψυχολογία μου, έτσι ανάλαφρο σα φρούι ζελέ, που ήταν και γι' αυτό έγραψα και μερικά λόγια.
Η μεταφράστρια έκανε εξαιρετική δουλειά, τόσο σε επίπεδο λεξιλογίου, όσο και στις πληροφορίες που δίνει, στις σημειώσεις. Και η επιμέλεια του Μεταιχμίου είναι καλή.
<< πάντα εκπλησσόταν απ’ όσα ήξεραν οι νέοι για τα δικαιώματα τους. Ίσως να ήταν σημείο των καιρών το ότι οι νέοι άνθρωποι είχαν πιο υψηλές προσδοκίες σύγκρουσης με τις Αρχές >>