Δώδεκα μικρές ιστορίες στοιχειωμένες από μορφές και όντα του θρύλου και της φαντασίας που ισορροπούν με μακάβρια χάρη μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, λάμψης και σκοτεινιάς, λύτρωσης κι απελπισίας.
Ένας εντυπωσιακά αλλόκοτος κόσμος γεμάτος πλάσματα της «άλλης» μεριάς, δημιουργήματα μιας φύσης σκοτεινής και παράλογης που συναντιούνται και αλληλοεπιδρούν με καθημερινούς ανθρώπους προκαλώντας άλλοτε συνταρακτικές καταστροφές κι άλλοτε παρήγορα θαύματα.
«Και με μια κεραυνοβόλα κίνηση χιμάει και καρφώνει τη γροθιά του μέσα, ολόβαθα, στο στήθος του Μανώλη – το σκίζει, το διατρυπάει όλο, πέρα για πέρα, βγάζοντας έπειτα μέσ’ από την πληγή, αντί για μια θνητή καρδιά, ένα μικρό, τσιμπλιασμένο αηδόνι...»
Ένα πράγμα είναι χειρότερο από τα βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας: τα βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας τρόμου. Διαβάζοντας την παρούσα συλλογή, που την ξεκίνησα το βράδυ της χριστιανικής Ανάστασης, ενώ έξω είχε αρχίσει μια ευχάριστη ανοιξιάτικη καταιγίδα, ένα πράγμα ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Συγκεκριμένα μια σκηνή από τα Φιλαράκια, όταν ο Τζόυ περιγράφει την πλοκή της ταινίας που θα συμμετέχει και που είναι σίγουρος πως θα γίνει επιτυχία. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας ψάχνει μια γυναίκα, τη Μπέτσυ, και μια ηλικιωμένη τον πληροφορεί "Betsy's been dead for ten years!"Ανάλογο ευφάνταστο plot εχουν πολλά βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας τρόμου. Σε αυτά υπάρχει πάντα μια τέτοια γριά, ένα στοιχειωμένο σπίτι, ένα εγκαταλελειμμένο χωριό και γενικά μοτίβα που έχουν χρησιμοποιηθεί αμέτρητες φορές και πλέον μπορούν να σταθούν μόνο ειρωνικά και ως κωμωδία σε μια ιστορία.
Υπάρχει μια ξεκάθαρη στροφή στα φολκ αναγνώσματα τρόμου στον εκδοτικό χώρο και αυτό συμβαίνει για τον εξής λόγο: πρόκειται για φτηνές, εύκολες παλπ αφηγήσεις που αν τους ασκηθεί κριτική θα σου αντιγυρίσουν πως είναι horror και πως ο κόσμος λατρεύει τις Παγανιστικές Δοξασίες στη Θεσσαλική Επαρχία (μελλοντικό ανάγνωσμα for sure) Κάποια στιγμή ομως πρέπει να μπει ένα τέλος σε αυτό το πανηγύρι γιατί ο μόνος ζημιωμένος είναι ο αναγνώστης που πρέπει να υφίσταται όλον αυτόν τον κακογραμμένο φολκ πόλεμο.
Πριν ξεκινήσω την κριτική μου, θα ήθελα να διευκρινίσω πως δεν είμαι ένα άτομο που σνομπάρει είδη λογοτεχνίας ούτε όσα είδη στο παρελθόν δεχόντουσαν πολεμική για την ποιότητά τους: λατρεύω τα κόμικς (από υπερηρωικά μέχρι disney), αγαπώ τις αναφορές στην ποπ κουλτούρα και σχετικές αναλύσεις και, όπως, πιστεύω, μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης, έχω περάσει ευχάριστα την ώρα μου διαβάζοντας Αγκάθα Κρίστυ. Το πρόβλημα με τις τόσο ειδικές κατηγοριοποιήσεις, όπως πχ "βουκολικός τρόμος", λαογραφικό horror" και άλλες βλακείες που χαρακτήρισαν την παρούσα αλλά και τη προηγούμενη συλλογή του Δομινίκ, είναι πως είναι ύποπτες και σε μεγάλο βαθμό ανεδαφικές.
Τι θα πει "βουκολικός τρόμος"; Σας ρωτώ και περιμένω μια λογικη απαντηση. Επειδή δηλαδη μια ιστορία διαδραματίζεται στην επαρχία ή στην εξοχή και έχει στοιχεία τρόμου, σημαίνει πως είναι ξαφνικά ξέχωρο λογοτεχνικό είδος; Κατά αυτή την εντελώς ασαφή κατηγοριοποίηση, βουκολικά, καθώς και ό,τι στο καλό μπορεί να σημαίνει o όρος "λαογραφικός τρόμος", αποτελούν πολλά και διαφορετικά έργα της λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα Το σκυλί των Μπάσκερβιλ του Ντόυλ, Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη της Μπροντέ και ένα σωρό άλλα βιβλία που δεν έχουν καμία απολύτως ειδολογική συνάφεια μεταξύ τους.
Τα λέω όλα αυτά για να θίξω το μέγεθος των επιζήμιων βλακειών που γράφονται για κάθε βιβλίο που εκδίδεται στις μέρες μας, απλώς και μόνο για να γραψουν κάτι καθώς και για να προλάβουν όσους θα ασκήσουν κριτική στην απλοϊκή γραφή, στα κλισέ και σε όσα άλλα στοιχεία κακής λογοτεχνίας χαρακτηρίζουν αυτές τις εκδόσεις. Α, μα πρόκειται περί βουκολικού τρόμου, θα απαντήσουν (facepalm)
Κατ'εμέ είναι εξαρχής ύποπτο όταν ένας συγγραφέας προσδιορίζεται ως συγγραφέας τρόμου. Προκειται συνήθως για μεσόκοπους άνδρες, που επειδή θαυμάζουν κάποιους υπερεκτιμένους συγγραφείς (Λαβκραφτ πχ) και δεν έχουν διαβάσει τίποτε άλλο στη ζωή τους, γράφουν τις ίδιες και τις ίδιες μη τρομακτικές πληκτικές ιστορίες με πανομοιότυπο λεξιλόγιο και ατμόσφαιρα, αντιγράφοντας στην καλύτερη περίπτωση τον Πόε και στη χειρότερη ένα κακογραμμένο επεισόδιο απο τις Ανατριχίλες.
Το είδος του τρόμου έχει επικριθεί σε πολλές ακαδημαϊκές εργασίες για τον σεξισμό του, τον ρατσισμό του και γενικά την έλλειψη βάθους και της περιορισμένης λογοτεχνικής του εμβέλειας, άρα δεν θα αναφερθώ εδώ σχετικά. Φυσικά και υπάρχουν κλασικά και υπέροχα έργα τρόμου. Αλλά το να μιμείται ένας σύγχρονος συγγραφέας αυτά τα έργα, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα λογοτεχνικά.
Η γραφή του Δομινίκ έχει προτερήματα αλλα, κατα τη γνωμη μου, η εμμονη στο νεοελληνικο horror τον αδικει. Το ύφος του, φαινομενικά συγκρατημένο, έχει ορισμένες ωραίες στιγμές λογοτεχνικά αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μιμητικό μιας επαρχιώτικης ιδιολέκτου που καταντά κουραστική. Σε πολλά σημεία υπαρχουν αφηγηματικες αγαρμποσύνες, ενω φαινεται να απουσιάζει η συνοχή, εκτός από οταν αυτη επιτυγχάνεται με παλιακά μέσα (βρεθήκαμε αίφνης, ξαφνικά κλπ, δηλαδή η έκπληξη μας περιγράφεται αντί να μας δίνεται αφηγηματικά) Όχι πως ο συγγραφέας γράφει άσχημα, το αντιθετο θα ελεγα, εχει πολλα ομορφα σημεία η γραφή του, αλλά είναι φανερό πως χρειάζεται να δουλέψει πολύ ακόμα την πρόζα του.
Σε αρκετά σημεία με έπιασε ένας αρκετά μεγάλος βουκολικός τρόμος όσο συνειδητοποιούσα πόσες σύνθετες λέξεις περιέχει η παρούσα συλλογή. Η λεξιπλασία φυσικά και δεν είναι κακό στοιχείο, αλλά τόσες πολλές σύνθετες (έξι για παράδειγμα σε μία μικρή πρόταση!) καταλήγουν υπερβολικά πολλές και δίνουν στη γραφή του την αίσθηση της περιττής συγκεκριμενοποίησης και της τεμπελιάς να γραφεί με περισσότερες λεξεις αυτο που δίνεται με την αμφιβόλου νοηματος μία. Σε κάποιες προτάσεις κάθισα και αντέγραψα σε τετράδιο την φράση χωρίς όλο αυτό το λεκτικό υπερφόρτωμα και κατέληξα πως η πρόζα αναμφίβολα θα ανέπνεε καλύτερα χωρίς όλα αυτά. Σημειώνω ενδεικτικά μερικές από τις λέξεις. Αν δεν ξέρετε τι σημαίνουν κάποιες από αυτές, μην ανησυχείτε, δεν ξεχάσατε τα ελληνικά σας, απλώς είναι σύνθετες λέξεις που έχει εφεύρει ο συγγραφέας χωρίς κανέναν απολύτως λόγο: βογκοσέρνεται (??), φτηνοσυννεφιά, κρυφοκελάρι, χαζοφιλότιμο,δεξόζερβα, φεγγογυάλιζε, νυχοβολώ, συκοκεφτέδες, μαυροπήγαδα, πετρόπετσο, σύμπιστοι, αγιονέρι, λεπτόσχημος, σταχτοπράσινος, ζαβοσυκιά, παλιογάτι κ.ά.
Οι ίδιες οι ιστορίες ήταν μάλλον αδιάφορες (μου άρεσαν μόνο δύο) και προσωπικά δεν ένιωσα να φοβάμαι, να ανατριχιάζω ή έστω να σοκάρομαι. Οι χαρακτήρες του πνίγονται στα κλισέ, δεν διαθέτουν βάθος και λειτουργούν κυρίως ως σύμβολα παρά ως ολοκληρωμένα άτομα με τα οποία μπορείς να ταυτιστείς.
Οι θεολογικές αναφορές ήταν ως ένα βαθμό ενδιαφέρουσες, ωστόσο από ένα σημείο και μετά με έβαλαν σε σκέψεις. Ο συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη διάθεση απέναντι στη θρησκευτικότητα και με αυτό εννοώ πως από τη μία μοιάζει να την εμπαίζει, από την άλλη την χρησιμοποιεί ευχαρίστως ως μοχλό πλοκής και γεγονότων, αλλά και ως φιλοσοφία αφού κάνει πολύ εύκολα λόγο για "ψυχές" και άλλα χριστιανικά πιστεύω. Το είδος του τρόμου παραδοσιακά στέκεται απέναντι στον άκρατο ορθολογισμό, αλλά εδώ ο Δομινίκ από τη μία χλευάζει, από την άλλη υιοθετεί, χωρίς να είναι σίγουρος τι από τα δύο θέλει να κάνει.
Την ίδια στιγμή, η περιβοητη επιλογή του βουκολικου σκηνικού φαντάζει ανεπίκαιρη, αφού δεν αφορά την σύγχρονη εκτενή αστικοποίηση και κατά αυτόν τον τρόπο δεν δίνει στον αναγνώστη κανένα περιθώριο να δει τον εαυτό του στους ήρωες και να "τρομαξει" λόγω των αφηγουμενων γεγονότων.
Για τόσο μικρό βιβλίο προσωπικά ένιωσα να πλήττω και ανυπομονούσα να το τελειώσω, ενώ χρειάστηκε να κάνω αρκετά διαλλείματα καθώς οι ιστορίες ήταν ίδιου ύφους και προσώπων έτσι που δεν υπήρχε καμία ποικιλία. Πολλά από τα διηγήματα ήταν υπερβολικά μικρά και έμοιαζαν κατάλληλα προς δημοσίευση σε κάποιο σάιτ και όχι για βιβλίο.
Κλεινω με ένα διαρκές ερώτημα που επανερχόταν στο μυαλό μου όσο διάβαζα: τι άλλο μπορεί να γράψει ο Δομινίκ και οι συγγραφείς που προσδιορίζονται ως "συγγραφείς horror"; Είναι σε θέση να γράψουν ένα βιβλίο που να μην έχει να κάνει με... λαογραφικό τρόμο; Μακάρι, καθώς πιστεύω από αυτό το δείγμα πως έχει όλα τα εφοδια για καλύτερη λογοτεχνία.
(2.5 αστεράκια και ένα ερωτηματικό για τη συνέχεια από μένα)
Τρομακτικό, νοσταλγικό, ατμοσφαιρικό, τραχύ, παραμυθένιο και ψυχεδελικό, γεμάτο σκιές και τρομερούς αγίους με μυστικοπαθείς όψεις, αντιμετωπίζοντας με χλεύη τους νόμους της λογικής, το Κακό Ανήλιο (εκδόσεις Ίκαρος, 2024), με το αριστουργηματικό εξώφυλλο του Barış Şehri να κοσμεί τις 80 σελίδες του, ξεπερνάει σε όλα τα επίπεδα τον προκάτοχό του, κερδίζοντας με τη φεγγαροπυρακτωμένη γκλίτσα του τιμητική θέση στο πάνθεον της εγχώριας λογοτεχνίας του φανταστικού.
Με υλικά γνώριμα από το πρώτο βιβλίο ('90s επαρχιακή εφηβική ζωή, σκοτεινές πτυχές της ορθόδοξης παράδοσης, αδιαφορία για τα όρια της λογικής και μία ξέφρενη φαντασία, χειμαρρώδης γλώσσα με έντονο ρυθμό), ο Δομηνίκ φτιάχνει εδώ τον δικό του μυθολογικό κύκλο (κατ' αντιστοιχία με τον Λαβκραφτικό mythos) με ονόματα που αντηχούν αλλόκοτα (Λαγκ' Ούπατα, Έθε και Βω), θαρρείς βγαλμένα από τις σελίδες του Λευκού Λαού του Μάχεν, χαράζοντας έτσι έναν εμπλουτισμένο, μυθολογικό χάρτη της Πιερίας αλλά και γενικότερα της ελληνικής επαρχί��ς. "Γιατί ποιός ξέρει τι άλλο θα τους έρχονταν πάνω απ' τους κακόλακκες των Πιερίων" αναφέρει ο αφηγητής στο "Χωρίς τα πάτερα του Ανέμου", κι ευθύς τα Πιέρια Όρη αποκτούν μια βλοσυρή όψη γεμάτη υπερφυ��ική απειλή, σαν τους λόφους στο Ντάνγουιτς.
Η παρουσία της σκιάς των Λάβκραφτ και Μάχεν είναι πιο έντονη, το πλέξιμο των επιρροών αυτών με τις ντόπιες (πραγματικές και μη) παραδόσεις πιο θαρραλέο. Για άλλη μια φορά είναι εντυπωσιακή η μαστοριά του Δομινίκ στο χτίσιμο του κειμένου, φαίνεται πως η κάθε λέξη και πρόταση έχει ζυγιστεί και επιλεχθεί προσεκτικά, με μεράκι αλλά και επίπονη προσπάθεια - το τελευταίο με διχάζει όσον αφορά τη μετακίνηση του συγγραφέα σε μεγαλύτερη φόρμα: από τη μία νιώθω πως θα ήθελα αρκετές από τις ιστορίες να είναι κάπως μεγαλύτερες, να αναπτυχθούν και να αναπνεύσουν, ενώ ο κόσμος που έχει σχηματιστεί τόσο από αυτό όσο και από το "ώπα-ώπα μπλάτιμοι", είναι ιδανικός για ανάπτυξη πλοκών μεγαλύτερης φόρμας (υπάρχουν και κάποιοι χαρακτήρες που θα ήθελα να δω εκτενέστερα, όπως ο διάμεσος Λέων Αβατζής)• από την άλλη δεν μπορώ να διανοηθώ πόσο δύσκολη είναι η διαδικασία σμίλευσης ενός μυθιστορήματος, πχ, με αυτή την περίτεχνη δομική ακρίβεια.
Εδώ ένα μαγικό απόσπασμα από το οργιώδες "Των Τεφρών", μια μαύρη επίκληση, ένα Πιέριο στοίχειωμα:
"Ξεδιπλώνει το χαρτί, το φέρνει χαμηλά στα γόνατα, και φορώντας τα γυαλιά του αρχίζει τρέμοντας, με αυξανόμενη συγκίνηση, να διαβάζει, να προφέρει σιγανά την απαγορευμένη προσευχή, τις μυστηριώδεις λέξεις: Η Βρ' άζα. Το Κακό τ' Ανήλιο, τα Λαγκ᾿ Ούπατα. Αισθάνεται αμέσως το μέτωπό του να σκίζεται, να ραγίζει σαν αστραποκαμένη πέτρα. Δακρύζει, χασμουριέται. Κοκκινίζει ολόκληρος. Κοιτάζει μια τα διπλανά τραπέζια και μια τις κόρες του, που δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι συμβαίνει, κι ύστερα συνεχίζει να επαναλαμβάνει κάθιδρος, βαριανασαίνοντας, την επωδό, ενώ τα δάχτυλά του, κάτω απ' το τραπέζι, σχηματίζουν στον αέρα το Σημάδι. Κάποια στιγμή σηκώνεται – του 'ρχεται ναυτία, ανακατεύεται. Πηγαίνει βιαστικά στην τουαλέτα, κι όταν επιστρέφει, αντικρίζει ξαφνικά έντρομος την άλλη κόρη του, την πρωτότοκη, που λόγω πεθερικών δεν είχε πάρει το όνομα της μάνας του, να έχει βγει έξω στη βεράντα και να κουνιέται κατατονικά, πέρα δώθε, γυμνή, ολοτσίτσιδη, με το στόμα της να χάσκει κολλημένο πλάγια πάνω στο κάθετο νάιλον της τέντας, εκκρίνοντας από παντού πηχτό, σατανικό σκοτάδι."
Δεν μου άρεσαν οι πιο μικρές ιστορίες, που τελείωναν πολύ απότομα για το δικό μου γούστο, περισσότερο σαν εφιάλτες παρά σαν ολοκληρωμένες ιστορίες. Κάποιες ιστορίες δεν με "ακούμπησαν" καθόλου, υπήρχαν ωστόσο μερικές ιστορίες που ξεχώρισα και πέτυχαν τον στόχο τους. Όλες οι ιδέες του συγγραφέα είναι ατμοσφαιρικές, παράξενες και απολαυστικά αλλόκοτες και ανατριχιαστικές, απλά σε κάποιες ιστορίες νιώθω πως δεν "άνθισαν" όσο μπορούσαν. Υπήρχαν όμως μερικές ιστορίες που έκαναν τικ σε όλα τα δικά μου κουτάκια -ιδέα, γραφή, ατμόσφαιρα, πλοκή, κορύφωση και κλείσιμο- και τις σκέφτομαι ακόμη. Αυτές οι ιστορίες πέτυχαν να μου δημιουργήσουν τα επιθυμητά συναισθήματα και δεν θα τις διάβαζα στο χωριό μου ούτε νύχτα ούτε μέρα, σας το εγγυώμαι αυτό, nope, no sir, σκάλισε στις αναμνήσεις μου κάθε creepy γιαγιά και μπάρμπα από τα παιδικά μου χρόνια, μπρρρρ. Η ιστορία "Στον Ψυχό" ήταν το αδιαμφισβήτητο peak της συλλογής, αλλά για λόγους ανεξήγητους εμένα η αγαπημένη μου ήταν η ιστορία με το chicken legs house. Ειδική μνεία θα κάνω και στην ιστορία με την κούκλα, thanks for the nightmares. Δεν έχω καμία επαφή με την ντοπιολαλιά της Βόρειας Ελλάδας, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται κιόλας για να καταλάβει κανείς επαρκώς τι συμβαίνει σε αυτές τις σκηνές. Ίσα ίσα, είναι πιο τρομακτικό να μην καταλαβαίνεις ακριβώς τι λένε (άλλο ένα παιδικό τραύμα από το χωριό, σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνεισφορά σας και πάλι). Επίσης, οι σύνθετες λέξεις που έπλαθε ο συγγραφέας ήταν πανέμορφες. Δεν πετυχαίνει σε όλους, εδώ ο συγκεκριμένος και το πετυχαίνει και ταιριάζει στο βιβλίο. Αρνητικό που δεν συνυπολόγισα στο ριβιού είναι ότι ο αφηγητής στο ακουστικό βιβλίο δεν θεωρώ ότι ήταν ταιριαστή επιλογή συγκεκριμένα για το είδος του τρόμου και το ύφος του βιβλίου. Αν είστε ανάμεσα στις δύο μορφές, θα έλεγα προτιμήστε το έντυπο. Όσο για το μέλλον, θα ξαναδιάβαζα Δομηνίκ, ειδικά σε μεγαλύτερης φόρμας έργα.
Αρκεί ο μαγικός ρεαλισμός, το παράλογο και τρόμος που έχει βγει από τα έγκατα της γης για να πετύχει μια συλλογή σύντομων folk horror διηγημάτων; Από μόνα τους μάλλον όχι, αλλά ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ έχει καταφέρει να ξεχωρίζει. Και να σε κάνει να νιώθεις όπως όταν ένα ρίγος διαπερνά όλο σου το κορμί. Αν έχεις ακούσει Diamanda Galás, ξέρεις.
Εδώ θα δεις σκοτάδι, πολύ σκοτάδι, και ανθρώπους που -μάλλον μεταφυσικά, σαν να τους έχουν κάνει μάγια- πηγαίνουν προς αυτό. Ακόμα και η εκκλησία και οι εκπρόσωποι της πίστης, που για πολλές και πολλούς συνδέονται με την ηρεμία, εδώ μόνο ηρεμία δεν φέρνουν.
Αν το Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι, το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, το Κακό ανήλιο επιβεβαιώνει ότι ο Δομηνίκ δεν ήταν ένα πυροτέχνημα. Ελπίζουμε να χαράξει κι άλλες απόκοσμες διαδρομές στην ελληνική επαρχία. Και κάθε διαδρομή να είναι πιο ενδιαφέρουσα από την προηγούμενη, όπως τώρα.
ΥΓ: Αν και μόλις Απρίλης, το εξώφυλλο είναι πιθανό να είναι το καλύτερο της χρονιάς -ή, στη χειρότερη, το κόβω για τοπ 3.
Παγανιστικές δοξασίες, κρυφές φανερές μαγγανείες, προσευχές και κατάρες, Ίσκοι κι Αγίοι, συνθέτουν δώδεκα μικρές ιστορίες στο Κακό Ανήλιο.
Ο εκκωφαντικός μαγικός ρεαλισμός του Κωνσταντίνου Δομηνίκ σε συνδυασμό με την πλούσια ντοπιολαλιά της Μακεδονικής Επαρχίας, καθώς και λέξεις σύνθετες, δικές του, -αχ και να υπήρχε ένα λεξικό στο τέλος-, μας μεταφέρει ανάμεσα σε ανθρώπους που στρέφονται που αλλού; Στη θρησκεία και τα τερτίπια της, οδηγούμενοι προς ένα βαθύ σκοτάδι, αναζητώντας συχνά ανακούφιση της περιέργειας τους, λύτρωση, εκδίκηση, απαντήσεις.
Σε τέτοιες μυστικιστικές διαστάσεις δεν είναι μόνο οι άνθρωποι πρωταγωνιστές, αλλά και ζώα και όντα βγαλμένα από έναν Λαβκράφτιαν κόσμο, ή απλώς παραδοσιακά στοιχειωμένα, όπως μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Διαβάζω λαογραφικός τρόμος, παρόλα αυτά το στοιχείο του τρόμου δεν το ένιωσα, δεν αναρίγησα, βρέθηκα όμως σε έκσταση, ειδικά με τις ιστορίες που ξεχώρισαν. Ακόμα κι η -πραγματικά- μεθυστική περιγραφή της φύσης, με έκανε να αναπολήσω τα ταξίδια μου στη Βόρεια Ελλάδα, την παρθένα ομορφιά των τόπων, την ανιδιοτελή προσφορά της γης κάτω απ’ τα πόδια μου. Έχω ανάγκη μια εκδρομή νομίζω. Βασικά πολλές, το τσιμέντο με μπουκώνει.
Ο Δομηνίκ δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στη θρησκεία. Άλλοτε την περιπαίζει κι άλλοτε την ενστερνίζεται. Θα ήθελα να γνωρίζω, να γίνει λίγο πιο ξεκάθαρο, αλλά ίσως και να μην ήταν αυτός ο σκοπός του. Πειράζει; Όχι μωρέ, απλώς εγώ είμαι πάντα περίεργη για τα έξτραζ.
Η περιέργεια έφαγε τη γάτα, της τσάκισε τα κόκαλα κάτω απ’τον τρούλο, όπως ακριβώς έφαγε όσους θέλησαν να περάσουν στην αντίπερα όχθη. Κακό ανήλιο, δε μπλέκεις.
“Και με μια κεραυνοβόλα κίνηση χιμάει και καρφώνει τη γροθιά του μέσα, ολόβαθα, στο στήθος του Μανώλη - το σκίζει, το διατρυπάει όλο, πέρα για πέρα, βγάζοντας έπειτα μέσ’ από την πληγή, αντί για μια θνητή καρδιά, ένα μικρό, τσιμπλιασμένο αηδόνι”.
Μια πολύ καλή και ευσύνοπτη συλλογή διηγημάτων. Ο Δομηνίκ επιτυγχάνει να ισορροπήσει τις ιστορίες του ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα, το μεταφυσικό και το παραδοσιακό ελληνικό παραμύθι.
Σύγχρονη, μεστή (οριακά ελλειπτική) γλώσσα, ενδιαφέρουσες ιστορίες και μια διαρκής αδιόρατη ανατριχίλα που πλησιάζει εκείνη των Βικτωριανών ιστοριών φαντασμάτων.
Ξεκινησε πολυ δυνατα ("Περα απ'τον τρουλο", "Το παλινταμι"), αλλα απο τα επομενα ξεχωριζει μονο το "Στον Ψυχό", τις αλλες ιστοριες τις εχω ηδη ξεχασει. Κραταμε μονο τα ~vibes~ λαογραφικου τρομου, αφου παντα τρελαινομαι για ιστοριες που θα μπορουσε να στις πει η γιαγια σου ή τα αλλα παιδακια στο χωριο που τα ειπε σε εκεινα η γιαγια, του βαζω ενα μετριο 3, και παμε παρακατω.
Έχω καιρό να σχολιάσω βιβλίο, και σχεδόν ποτέ μετά από τέτοια αποχή δεν επανέρχομαι με πεντάστερη κριτική, δυστυχώς. Λοιπόν, τη συλλογή αυτήν δεν την αγάπησα, ίσως ούτε καν τη συμπάθησα. Όμως, μπορεί να είναι η παραξενιά μου τέτοια, να θέλω να καταλαβαίνω τι διαβάζω, και τι όφελος θα έχω. Εδώ δεν τα κατάφερα ούτε σε ένα διήγημα. Έμπαινα σε καθένα ξεχωριστά με την ίδια αφελή προσδοκία ότι "τώρα είναι η στιγμή μου," αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Φοβάμαι ότι κι άλλοι συγγραφείς διηγημάτων, καλυμμένοι κάτω από έναν μανδύα-συγχωροχάρτι, καταφεύγουν στο να δώσουν στον αναγνώστη τα υλικά ώστε να φτιάξει μονος του το φαγητό, χωρίς να τους απασχολεί αν θα τραφεί εν τέλει.
Το χειρότερο συναίσθημα που ένιωσα καθώς διάβαζα δεν ήταν, φυσικά, τρόμος, αλλά μια τρομερή αμηχανία. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι κάποιος κατά λάθος έστειλε στο τυπογραφείο το draft αντί για το τελικό κείμενο. Ένιωθα πως είχα στα χέρια μου μια συλλογή με ιδέες για διηγήματα, όχι ολοκληρωμένα διηγήματα. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την μικρή έκταση του καθενός (μην ξεχνάμε πως ένα από τα συντομότερα διήγημα τρόμου αποτελείται σπό έξι μόλις λέξεις: "Πωλούνται παιδικά παπούτσια, δεν φορέθηκαν ποτέ"). Έχει να κάνει με το ότι υπήρχε αρχή και μέση, αλλά ποτέ ένα τέλος. Υπήρχε, φαινομενικά, αλλά είχε χίλια πλοκάμια. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Σε ένα -άντε δύο- να το δεχτώ. Σε όλα, όμως, όχι. Το θεωρώ τεμπελιά και έλλειψη σεβασμού.
Τα δύο αστεράκια είναι γιατί οι ιδέες που διάβασα φαίνονταν να έχουν πολύ ζουμί, και διψούσα να τις δω να αναπτύσσονται, αλλά κανείς δεν φρόντισε να τις ζουλήξει μια στάλα να πιω λιγάκι.
Την προηγούμενη συλλογή δεν την έχω διαβάσει. Υπάρχει κανείς να με διαβεβαιώσει ότι πρόκειται για κανονικά διηγήματα και όχι για κάποιου είδους DIY project;
«Σκύβει, αρπάζει την κουτάλα της μπραγάτσας, κι αίφνης βλέπουμε και ταυτόχρονα νιώθουμε, ολόγυρα, το σπίτι να σείεται και ν’ αργοσηκώνεται τραμπαλίζοντας στον αέρα. Πεταγόμαστε αμέσως όρθιοι και γραπωνόμαστε απ’ τα κοκάλινα κάγκελα του παραθύρου, παρατηρώντας τότε, με τρόμο θανάτου, ολόκληρο το παλιόσπιτο να ξεριζώνεται απ' το έδαφος μυστηριωδώς, σαν υπερφυσικό πετρόπετσο κήτος, κι ύστερα να δρασκελίζει τον κατήφορο, τρίζοντας και βαρυγκομώντας, ανάμεσα στα σπίτια του χωριού – δυο μακρουλές σκιές, με κάτι νύχια δρεπανωτά, μισοφαίνονταν πότε πότε στο παράθυρο, αποκάτω μας, να μετακινούν τα θεμέλια».
Ωραία γραφή, όμορφη με ντοπιολαλιά, αλλά από την άλλη προσπάθησα να καταλάβω αν είναι λαογραφία, τρόμος, κάτι ενδιάμεσο. Μπερδεύτηκα λίγο αλλά αν είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα σίγουρα περιμένω και το επόμενο! Στα συν το μικρό μέγεθος φεύγει γρήγορα και ακούραστα!
Από τα βιβλία που αγόρασα και διάβασα αμέσως μόλις κυκλοφόρησαν, όντας ένθερμος οπαδός της πένας του συγγραφέα. Στη δεύτερη συλλογή ιστοριών του, ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ βουτάει λίγο πιο βαθιά στον τρόμο, έχοντας πάντοτε ως όπλο την καταπληκτική του γραφή. Οι λέξεις, οι περιγραφές και οι εικόνες μέσα στα διηγήματα δεν είναι απλώς εργαλεία αλλά και κοσμήματα, που ο αναγνώστης σταματά να θαυμάσει και πάρει μέσα του λίγη από τη μαγεία τους. Το προσωπικό του σύμπαν πατάει από τη μια στον πραγματικό κόσμο και από την άλλη στο φανταστικό, το υπαινικτικό, θολώνοντας όμως τα όρια με έναν τρόπο απόλυτα φυσικό. Το τελικό αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και έντονο, κάνοντάς με να ανυπομονώ για το επόμενο.
Πολύ το διασκέδασα αυτό το βιβλίο. Δεν είμαι θιασώτης ιστοριών ή ταινιών τρόμου αλλά εδώ με σύντομες ιστορίες και ακόμα πιο απότομα φινάλε πετυχαίνει το στόχο του και να δημιουργήσει αυτή την ενοχλητική ατμόσφαιρα ανησυχίας.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου δεν μου άρεσε και πολύ... Οι διάλογοι ήταν λίγο κριντζ, οι ιδέες μου φάνηκαν επιτηδευμένες και υπερβολικά αλλόκοτες (και ναι δεν μου αρέσει ο μαγικός ρεαλισμός) από την μέση και μετά όμως έχει και κάποια διήγημα πολύ δυνατά, κάνει focus περισσότερο σε αυτά τα στοιχεία που είναι ήδη καλός και αφήνει τους πειραματισμούς, "Στον Ψυχό" είναι μια τρομερά πετυχημένη folk horror ιστορία, συνοψίζει άψογα τα στοιχεία που χρειάζονται για το καλο folk horror και μαζί με το "Ώπα Ώπα μπλατιμοι" ειναι ότι καλύτερο έχω διαβάσει στο είδος!
Εξαιρετικό. Κάπου μεταξύ λαογραφικού τρόμου (folk horror), λογοτεχνία του αλλόκοτου (weird fiction) και κοσμικού τρόμου (cosmic horror), το "Κακό Ανήλιο" έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός βιβλίου της "λογοτεχνίας του φανταστικού" (εγχώριος όρος που καλύπτει τόσο διαφορετικά είδη όσο η επιστημονική φαντασία και το φάνταζι αλλά και τη λογοτεχνία τρόμου - λες και υπάρχει καμιά "λογοτεχνία του πραγματικού" lol). Δεν θα το βρείτε όμως σε κανένα ράφι λογοτεχνίας τρόμου, αλλά στη νεοελληνική πεζογραφία. Ακόμα ντρεπόμαστε να πούμε ότι γράφουμε ή διαβάζουμε τρόμο στη χώρα μας.
Τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του είναι φυσικά η ντοπιολαλιά, ο τόπος (Πιερία) και η χρήση μιας βαλκανικής αισθητικής που δεν βρίσκει εύκολα κανείς στα αγγλόφωνα, εισαγόμενα, δείγματα τρόμου. Κατά τα άλλα, η ασυγκράτητη φαντασία του συγγραφέα, το καλοδουλεμένο του γράψιμο, η τολμηρή του μυθοποιϊα και η "επαρχιώτικη" νοοτροπία των χαρακτήρων του προσδίδουν σε αυτή τη μικρή συλλογή έναν αέρα φρεσκάδας - μολονότι, αυστηρά μιλώντας, θεματικά δεν φέρνει τίποτε καινούριο στο είδος· ως επί το πλείστον, πρόκειται για μια σπιρτόζικη και εμπνευσμένη, πλην γνώριμη, επανάληψη των μοτίβων που έχουν ήδη χρησιμοποιήσει ο Λάβγραφτ, ο Μάχεν, ο Άλτζεργουντ, κ.ά.
Προσωπικά ξεχωρίζω δύο από τις ιστορίες ως άξιες ιδιαίτερης πραγμάτευσης, αν και για διαφορετικούς λόγους η καθεμία.
Αναγνωρίζοντας πόσο δύσκολο είναι για έναν Έλληνα συγγραφέα σήμερα να μην επανανακαλύψει τον τροχό (συμβαίνει πολύ συχνότερα απ' ό,τι νομίζουν οι περισσότεροι αναγνώστες στην Ελλάδα), ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα από το "Στον Ψυχό", μια ιστορία που, για να το θέσω κάπως χονδροκομμένα, στηρίζεται σε ντόπια υλικά σε τέτοιο βαθμό ώστε, αντίθετα με σχεδόν ολόκληρη την εγχώρια παραγωγή λογοτεχνίας τρόμου, είναι αδύνατο να μεταγραφεί σε αγγλόφωνο τρόμο χωρίς να χάσει τη γοητεία της ή να θεωρηθεί ως δείγμα μεταπρατισμού αγγλόφωνων μοτίβων για αδαείς αναγνώστες που δεν διαβάζουν αγγλικά. Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση γνήσιας ελληνικής ιστορίας τρόμου, χρησιμοποιώντας τις ελληνικές παραδόσεις και τη βαλκανική ωμότητα με τέτοια δημιουργικότητα ώστε να μπορεί να σταθεί κάλλιστα μόνη της δίπλα σε άλλες τέτοιες προσπάθειες παγκόσμια (θα μπορούσε άνετα να περιλαμβάνεται, π.χ., σε κάποιον τόμο ανθολογιών τρόμου της σειράς The Valancourt Book of World Horror Stories). Ήδη η εικονοποιία της από την πρώτη γραμμή είναι συγκλονιστική: "Κραυγάζοντας και σφυρίζοντας, με την γκλίτσα στον ώμο να τρυπά το φεγγάρι, ο μπάρμπα-Λένιας ο Πέτσας κατευθύνει το κοπάδι των πεθαμένων μες στα σοκάκια του χωριού, προς την εκκλησία τνω Αγίων Πάντων"! Ένας τσέλιγκας πεθαμένων να τραβά το κοπάδι του στη Λειτουργία! Κι ας μην πω τίποτε για το εκπληκτικό τέλος.
Από την άλλη, η επόμενη ιστορία, η απόλυτα μεγαλοφυής "Χωρίς τα πάτερα του Ανέμου", είναι τόσο πυκνή σε ιδέες, εικόνες και πλοκή, ώστε, για να είμαι ειλικρινής, μπούκωσα. Ο συγγραφέας έχει στοιβάξει σε έναν πολύ μικρό χώρο ένα βουνό από εκπληκτικές λεπτομέρειες και συναρπαστικές εικόνες (η πρώτη παράγραφος είναι σαν εικόνα από τη μονομαχία στο τέλος του Matrix 1, lol), ώστε είναι αδύνατο ο αναγνώστης να αναπνεύσει. Είναι έκδηλο το γεγονός ότι η ισ��ορία αυτή φωνάζει να γίνει μυθιστόρημα, έστω μια novella των 150 σελίδων. Διαφορετικά, καταλήγει να διαβάζεται ως τρέιλερ μιας ταινίας που δεν θα δούμε ποτέ.
Εν κατακλείδι, το "Κακό Ανήλιο" αξίζει κάθε θαυμασμού και επαίνου για τη φαντασία, την τόλμη και την αισθητική των ιστοριών του. Μακάρι να υπάρξει αντίστοιχος συγγραφέας που θα θίξει με τέτοια δημιουργικότητα την ελληνική αστική πραγματικότητα.
Τι παράξενο! Όλες οι ιστορίες κατάφερναν να τραβήξουν το ενδιαφέρον μου από την αρχή έως το τέλος αλλά, δυστυχώς, ήταν τόσο σύντομες που, οι περισσότερες, κόβονταν απότομα προκαλώντας μου αμηχανία και μια μικρή γεύση απογοήτευσης.
Όσο το σκέφτομαι, νομίζω πως το πρόβλημά μου ήταν το εξής: μου άρεσε πολύ ο τρόπος γραφής του συγγραφέα. Πάρα πολύ! Υπήρξαν φορές που διάβαζα μια φράση ή μια παράγραφο ξανά και ξανά, απλώς για να απολαύσω τον τρόπο που τοποθετούσε τις λέξεις, αλλά και τα συναισθήματα που μου προκαλούσαν. Οπότε, μιας και "διψώ" για Λαογραφικές Ιστορίες Τρόμου, ζητούσα παραπάνω, περισσότερο.. και δε μου έφτανε.
Οι ιστορίες μου άφηναν την αίσθηση πως είχαν να πουν περισσότερα, αλλά οι πιο πολλές αφήνονταν εντελώς μετέωρες κι έμενα με την απορία μήπως κάτι δεν κατάλαβα καλά (εξού και η αίσθηση της αμηχανίας). • Π.χ.: "Ενώ ο άλλος, με το που κατέβηκε κορακιασμένος απ' το δέντρο, παρατήρησε ξαφνικά τις επιγραφές του ναού που καθρεφτίζονταν ανάποδα μες τα νερά της κρήνης. Κι έκλαψε." Κι έτσι τελειώνει ένα από τα διηγήματα, κάνοντάς με να αναρωτιέμαι "Τι επιγραφές ήταν αυτές, τελικά;" Είχαν αναφερθεί από την αρχή του διηγήματος αλλά χωρίς κάποια εξήγηση ή περιγραφή. "Με τί συσχετίζονταν; Ποια δοξασία κρύβεται από πίσω; Και γιατί έκλαψε;" Μπορώ να καταλάβω ότι κάτι δυσοίωνο υποβόσκει σε αυτές τις επιγραφές, αλλά δεν εξηγείται τίποτα που να με κάνει να καταλάβω κάτι παραπάνω. Και δε με ενδιαφέρει καν να μάθω τι έλεγαν. Καλύτερα που δεν ξεστομίστηκαν κι αφήνουν τον αναγνώστη να φαντάζεται τα δικά του. Άλλο όμως να φαντάζεσαι και να ονειροπολείς κι άλλο να αναρωτιέσαι γεμάτος απορία, νιώθοντας ένα κενό. Κι αυτό το παράδειγμα δεν είναι μεμονωμένο, αλλά σίγουρα δεν ισχύει για όλα τα διηγήματα. • Ειλικρινά, θα προτιμούσα να υπήρχαν λιγότερες, αλλά περισσότερο εμπλουτισμένες ιστορίες.
Παρόλο αυτά, σε όλα τα διηγήματα, επικρατούσε μια νοσταλγική, εφιαλτική και ταυτόχρονα παραμυθένια ατμόσφαιρα που με γοήτευε συνεχώς. Υπήρχε κάτι το οικείο που με ικανοποιούσε βαθιά.
Θαρρώ πως οι αγαπημένες μου ιστορίες ήταν "Το Παλιντάμι", "Η Κούκλα που Ξάστριζε", "Στο Ψυχό", το "Χωρίς τα Πάτερα του Ανέμου" και το "Προς Πτώματα Ποτίζεται". Εν τέλει, στο σύνολο, το βιβλίο μου άρεσε. Το απόλαυσα. Γιατί ο εξαιρετικός τρόπος γραφής του συγγραφέα μαζί με όλη την προαναφερθείσα ατμόσφαιρα των ιστοριών, ενίσχυε την ισορροπία και κάλυπτε όσα κενά άφηναν οι ιστορίες.
Ήταν η πρώτη μου επαφή με έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα και ΣΙΓΟΥΡΑ θα τον διαβάσω ξανά στο μέλλον. Σε καμία περίπτωση δεν απογοητεύτηκα σε τέτοιο βαθμό που να με απωθήσει να διαβάσω κάποιο επόμενο έργο του. Εύχομαι να μη μείνει μονάχα σε συλλογές διηγημάτων, ώστε να μπορέσω επιτέλους να απολαύσω τον εκπληκτικό τρόπο γραφής του στο μέγιστο! Αλλά κι αν μείνει, εγώ πάλι θα τον ξαναδιάβαζα με την ίδια αίσθηση ενθουσιασμού που είχα και στην αρχή αυτής της συλλογής διηγημάτων.
Το Κακό ανήλιο είναι μια συλλογή 12 ιστοριών που αποτυπώνουν τη σκοτεινή μαγεία της ζωής στην ελληνική επαρχία. Μέσα σε 2-3 προτάσεις, ο συγγραφέας μπορεί και αποδίδει εμβληματικές μορφές κάθε χωριού: από τον Φάνη τον Ντεβιλά, ευαίσθητο outsider έφηβο, μέχρι τη Λισάφου τη Λυκομάιρα, που μένει μόνη της και τις νύχτες "διαβολοχαϊδεύεται" (άρα είναι και μάγισσα).
Η γλώσσα είναι περίτεχνη αλλά όχι υπερβολική κι έχει πάντα έναν τόνο και μια εικονοποιία που ταιριάζει στις περιστάσεις. Βέβαια θα μου άρεσε οι διάλογοι να αποδίδονται πιο πειστά στο βόρειο ελληνικό ιδίωμα κι όχι σε πρότυπη νεοελληνική χρωματισμένη με καμιά λέξη πιο γιαγιαδίστικη εδώ και κει. Από την άλλη, αν το παράκανε ο συγγραφέας, ίσως και να γινόταν το κείμενο δύσκολο στην ανάγνωση για το ευρύ κοινό (ή και κιτς). Δεν υπάρχει αμφιβολία, πάντως, ότι ο Δομηνίκ ξέρει πώς μιλάμε στα χωριά. Αν πετύχουμε μια γιαγιά σε έναν ερημωμένο οικισμό, φερειπείν, και μας ρωτήσει τίνος είμαστε, φυσικά και θα πούμε κάτι του στυλ:
"Μη φοβάσαι, θεία, εγγονός του Ζάτσου είμαι, απ' τη Μηλιά. Τον γνωρίζεις; Να δούμε το χωριό ήρθαμε."
Με αυτή την πολύ καλή γραφή, ο Δομηνίκ μάς χαρίζει σύντομα αλλά δυνατά διηγήματα γεμάτα ατμόσφαιρα, αγάπη για την αισθητική που καλλιεργούν, ενίοτε και χιούμορ. Πολύ τρομακτικά δεν είναι – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (π.χ. "Η κούκλα που ξάστριζε") – αλλά όλα τους καταγράφουν φοβερά ένα "ελληνικό γκόθικ" με θρησκευτικές νότες (το "Μύθοι λειψάνων" είναι το καλύτερο απ' αυτή τη σκοπιά). Κάποιες ιστορίες βασίζονται και σε πολύ πρωτότυπες ιδέες (ο "Ντεβιλάς" και το "Χωρίς τα πάτερα του Ανέμου" είναι φοβερά) αλλά μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι δεν ήταν αρκετά δουλεμένες και στο τέλος έμενα απογοητευμένος ("Πέρα απ' τον τρούλο", "Βασιμαηλού").
Το συνιστώ ανεπιφύλακτα αν μεγαλώσατε σε χωριό με το πολύ 2 εκκλησίες, ή αν έχετε ποτέ ευχηθεί ο Γιώργος Ιωάννου να ήταν φαν του Robert Aickman
Κάτι που δεν είμαι συνηθισμένη σε διηγήματα, κάτι που δυσκολευτηκα να κατανοήσω τη ντοπιολαλιά και τις πλασμένες λεξεις (θα βοηθουσε ενα "λεξικο" ή επεξηγήσεις), κάτι που μερικές ιστορίες καθόλου δεν τις καταλαβα... μάλλον δεν είναι του στυλ μου. Ευκολοδιάβαστο βέβαια και με υπεροχο εξωφυλλο. Θα διάβαζα και κάτι άλλο του ιδίου, γιατί μπορεί να τον αδικώ...
(...) στο ύψωμα όπου γεράκιαζε εκείνο το παλιντάμι. Πετρόχτιστο, με ύπουλη σκεπή και κτηνώδεις τούφες γυμνών αγκαθωτών κλαδιών να ξεπροβάλλουν μέσ'από τα παράθυρα, λευκάζει απαίσια στη φεγγοβολή, θαρρείς ανάσαινε σαν θεόρατο βαρυστομαχιασμένο τελώνιο που κατάπιε τη σελήνη.
αυτό το μικρό βιβλίο με έκανε να θυμηθώ τη γιαγιά μου την Ασπασία, τη μητέρα το πατέρα μου. νεραϊδοπαρμένη και αλαφροΐσκιωτη που ένα παραμύθι δεν ήξερε να σου πει, αλλά ήξερε όμως να σε κάνει να κατουρήσεις το κρεβάτι σου από φόβο με τις ιστορίες που μας έλεγε.
γεια σου κ χαρά σου γιαγιά μου! να ξέρεις πως ακόμη κ τώρα εγώ από ρεματιά το σούρουπο δεν περνάω. "κρατάνε παιδάκι μου".
Το Κακό Ανήλιο το γνωρίζουμε καλά όλοι όσοι μεγαλώσαμε στην ελληνική ύπαιθρο. Είναι εκείνο το μέρος, πέρα από την εκκλησία, στην πλαγιά πίσω απ’ τα μνήματα, το ακατοίκητο, το αποτρόπαιο, το αβυσσαλέο, που δεν ξημερώνει ποτέ, που ζέχνει μούχλα και θάνατο, που δεν τολμάς ούτε στο νου να το φέρεις πριν κοιμηθείς. Είναι το μέρος που υπάρχε�� σε κάθε χωριό της επαρχίας, και μέσα σε κάθε παιδί που ξάστρισε σ’ αυτήν.
Με αυτό το μέρος, λοιπόν, συνδέει χαλαρά τις ιστορίες του ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ, σε αυτή την δεύτερη συλλογή διηγημάτων του. Μέσα από δώδεκα απολαυστικές αφηγήσεις μεταμοντέρνας Ελληνορθόδοξης φαντασίας, υπέροχων περιγραφών και ιδιωματισμών και εύστοχου παπαδιαμαντικού σαρκασμού, ξετυλίγει μαεστρικά ένα ολόκληρο σύμπαν — το σύμπαν της γενιάς μου. Της γενιάς του τσιμέντου και του βουνού, των social media και του ξεματιάσματος, της καραντίνας και της θείας κοινωνίας διά της λαβίδος, της κωλοφτιαγμένης μοτοσυκλέτας και του ξύλινου εικονοστασίου. Σε αυτό το σύμπαν των μεγάλων αντιθέσεων και θαυμάσιων συγχύσεων, το οικείο μπορεί και συνυπάρχει με το ανοίκειο, το μπανάλ με το μυστηριώδες.
Περαιτέρω, είναι το σύμπαν μιας γενιάς που έζησε την Δύση, την σπούδασε, την εξερεύνησε, την ερωτεύτηκε, που επηρεάστηκε καθοριστικά από αυτήν, αλλά που ποτέ δεν αποτίναξε από πάνω της το ξόρκι του γενέθλιου τόπου. Έτσι, ο δυτικός πολιτισμός, η επιστημονική φαντασία, η αρθουρική μυθολογία, η μεσαιωνική αλχημεία και το σλαβικό φολκλόρ, μπλέκουν αβίαστα με την Ορθόδοξη παράδοση, η οποία εδώ, πάντοτε στο προσκήνιο, λειτουργεί άλλοτε σαν παρήγορο, νοσταλγικό καταφύγιο, άλλοτε σαν τον απόλυτο μπαμπούλα, με ναούς που έχουν τη δική τους βούληση, με παπάδες που λειτουργούν ακόμα και νεκροζώντανους, με τη φωνή του Θεού να παλαβώνει τους ανθρώπους.
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το διήγημα Στον Ψυχό, όπου η ελληνική λαογραφία συναντά το black metal:
“Με τα σαλιωμένα χείλη του να τρέμουν απ’ τους λαρυγγισμούς και τα κραξίματα, ο μπαρμπα-Λένιας ο Πέτσας, φτάνοντας με τους νεκρούς του μπροστά στην εκκλησία, σταματάει, κοντοστέκεται. Κατεβάζει την γκλίτσα του κι αρχίζει να τη βαράει κάτω, και με τα δυο του χέρια, ρυθμικά, τελετουργικά, απλώνοντας και λιανίζοντας όλο το φεγγάρι στο πλακόστρωτο, γύρω απ’ την εκκλησία, σαν λιωμένο λίπος, γλίνα, βγάζοντας συγχρόνως, απ’ τα μαυροπήγαδα μέσα του, εκείνη την ιδιαίτερη, βροντερή, μακρόσυρτη, κυματιστή φωνή του, που σπάει κόκαλα — δυο φορές την ακούς: μια όταν γεννιέσαι και μια όταν πεθαίνεις.”
Αν όμως κυριαρχεί μία εικόνα στο βιβλίο, είναι η δική μας, από τότε που ήμασταν παιδιά και χανόμασταν ολόκληροι μέσα στις αλλόκοτες εικόνες αγίων των γιαγιάδων μας. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τους σπαρακτικούς Μύθους λειψάνων:
“Από τότε, κι επειδή ένα χρόνο μετά χάσαμε και τη γιαγιά, έκανα χρόνια να ξαναμπώ σε ναό — έσβησε, σκουπίστηκε από μέσα μου η μαγεία. Το σκέφτομαι πλέον και μελαγχολώ, μαυρίζω σαν τον Άγιο, εδώ, μπροστά μου. Συλλογισμένος, τον προσπερνώ, και σπρώχνοντας την πόρτα της αποθήκης πέφτω ξαφνικά και κατρακυλώ, ολόκληρος, μέσα στο εικόνισμα, πάνω στο χέρι του Αγίου. Μεταμορφώνομαι — γίνομαι μικρός, μικρούλης, μια πιθαμή άνθρωπος. Κουκκίδα. Για δείτε: πριν γυρίσω κι εξαφανιστώ μέσα στον πεντάτρουλο ναό, ανοίγουν οι λειψανοθήκες του μύθου και σας κουνάω μειδιώντας το δάχτυλο.”
Ως εκ τούτου, τις ιστορίες του Δομηνίκ δεν μπορώ παρά να τις κουβαλάω μαζί μου σαν κομμάτι της ανατροφής μου, της ταυτότητάς μου, του εαυτού μου.
Δεν θα επεκταθώ σε λεπτομέρειες γιατί έχει γράψει μία κριτική ο χρήστης ant (στα ελληνικά) που λέει ακριβώς το τι είδα και εγώ στο βιβλίο και όλα τα προβλήματά του.
Για τα πρακτικά θα πω ότι οι ιστορίε δεν είναι απλά μικρές είναι 1μιση σελίδα αρκετές. Ούτε καν για ιστορία. Παράγραφο σε site. Τελειώνουν όλες με ένα τρόπο "και γύρισε και κοίταξε και τρόμαξε" και μένουν εκεί. Δεν με πειράζει το open ended. Αλλά όλες είναι απλά για να κλείσει εντελώς άγαρμπα. Η χρήση τον ντοπιολαλιών έγινε με λάθος τρόπο και σε λάθος βαθμό σε σημείο που να μην βγαίνει καν νόημα.
Ειλικρινά με τον λαογραφικό τρόπο έχει αρχίσει να πιάνει πάτο και να γράφει ο κάθε ένας ότι θέλει και να τσιμπάμε (ναι και εγώ). Πρακτικά το βιβλίο μισή μερίδα και με το ΖΟΡΙ το τελείωσα. Θα είχα DNF σε βιβλίο μερικών σελίδω ρε γαμώτο. Τόσο λάθος.
Πρακτικά για 1.5 πάει αλλά γενικά οταν σκέφτομαι ότι δεν πέρασα καλά ούτε σε μία ιστορία δεν του δίνω ούτε μισό.
Μπορείτε να το αποφύγεται άνετα. Δεν θα χάσετε απολύτως τίποτα και αν θέλετε κάτι αντίστοιχο υπάρχουν εξαιρετικέ συλλογές άλλες.
Έχω ξαναμιλήσει για την μανία που με έχει πιάσει τα τελευταία χρόνια με τη θεματολογία αυτή σε διηγήματα. Θέλω ρε παιδί μου να διαβάζω για στοιχειά, παρανορμαλ καταστάσεις, μια σκοτεινή πραγματικότητα γεμάτη θρύλους και φαντασία και μου αρέσει οταν αυτό συνδυάζεται με τη λαογραφία. Το Κακό Ανήλιο περιέχει 12 τέτοια διηγήματα, τοποθετημένα όλα κάπου στην Πιερία. Κάποια από αυτά τα απόλαυσα, κάποια μου άρεσαν αρκετά, κάποια μου ήταν πιο αδιάφορα, αλλά αυτό είναι και κάτι που συμβαίνει συχνά σε μια συλλογή διηγημάτων. Μου άρεσε ο τρόπος γραφής του συμπατριώτη μου Κωνσταντίνου Δομηνικ, οι παρομοιώσεις του και το λεξιλόγιο του ταιριάζουν απόλυτα με το είδος αυτό. Το βιβλίο είναι μικρούλι και διαβάζεται εύκολα κι επίσης έχει και τέλειο εξώφυλλο!