"Η ευθεία απειλή τον ξύπνησε. Ένιωθε την οροφή του αυτοκινήτου να τον πλακώνει. Ξαφνικά ξέμεινα από αέρα. Άνοιξε το παράθυρο. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Για αρκετή ώρα κλωθογύριζε το κινητό πάνω στο πόδι του με τεντωμένα νεύρα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Να πάρει τηλέφωνο και να τη βρίσει ή ν' αδιαφορήσει; Τι μέλλον μπορεί να έχουν οι δυο τους; Με τι θράσος τον απειλεί; "Πρέπει να είναι τρελή η γυναίκα" σκέφτηκε. Αυτή του η διαπίστωση τον τρόμαξε περισσότερο. Τελικά αποφάσισε ν' αδιαφορήσει κι έκλεισε το κινητό του, για να αποφύγει ένα ακόμα μεταμεσονύκτιο παραλήρημά της."
Ο Άρης βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για δουλειές σε μια κατασκευαστική εταιρία. Πίσω στην Αθήνα έχει αφήσει την εξάχρονη κόρη του που μένει με την πρώην γυναίκα του. Όμορφος, επιτυχημένος, έχει τον τρόπο του με τις γυναίκες και είναι αποφασισμένος να περνάει καλά, χωρίς δεσμεύσεις και υποσχέσεις που δεν έχει καμιά διάθεση να τηρήσει. Η "σχέση" του με τη Μυρτώ, δικηγόρο στην Αθήνα, είναι ακριβώς αυτό, δίχως παρανοήσεις. Στη συμπρωτεύουσα γνωρίζει την Αλεξάνδρα, την κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, που είναι αστυνομικός και μοιράζονται το ίδιο πάθος για τον αθλητισμό. Ταυτόχρονα γνωρίζει τη Σοφία και την Ελπίδα, αδερφές που εργάζονται στην ίδια κατασκευαστική. Η Σοφία, άτολμη, υποταγμένη, βαριά τραυματισμένη στα παιδικά της χρόνια, γοητεύεται από τον συνεργάτη της αλλά ξέρει πως δεν έχει καμιά πιθανότητα να τον κερδίσει. Η Ελπίδα από την άλλη, τολμηρή, αδίστακτη και αποφασισμένη να αρπάζει τα πάντα από τη μεγαλύτερη αδερφή της είτε αυτό είναι ένας άντρας είτε η πολυπόθητη προαγωγή είτε η αγάπη της μητέρας τους έχει μετατρέψει τα ίδια τραύματα σε μίσος που διοχετεύει σε προς πάσα κατεύθυνση. Μετά από μερικές βραδιές πάθους μένει έγκυος από τον Άρη και παρότι του υπόσχεται ότι δεν θα το κρατήσει γιατί δεν έχουν κανένα μέλλον τον εξαπατά και δεν προχωρά στην έκτρωση. Παράλληλα ψάχνει τρόπο να εκδικηθεί έναν άλλο πρώην εραστή της που τερμάτισε τον δεσμό τους και έμεινε με τη σύζυγο και τα παιδιά τους. Ώσπου ξαφνικά βρίσκεται νεκρή και ο εφιάλτης για όλους αρχίζει.
Το πρώτο μυθιστόρημα της Αντιγόνης Τσίτσιλα το διάβασα σχεδόν μονορούφι. Μου άρεσε πάααααρα πολύ το ότι ως Θεσσαλονικιά αναγνώριζα σχεδόν κάθε γωνία του κέντρου ή των Ανατολικών προαστίων που περιέγραφε, αλλά κυρίως ο τρόπος που τα περιέγραφε. Η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και, ως γυναικοκτονία, επίκαιρη, ο ρυθμός της καταιγιστικός, όπως ταιριάζει σε μια ιστορία μυστηρίου. Η Τσίτσιλα πλάθει αληθοφανείς χαρακτήρες που όλοι μας έχουμε κάποια στιγμή στη ζωή μας συναντήσει και αγγίζει με ευαισθησία το ζήτημα των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας, την ενδοοικογενειακή βία, τις σχέσεις παιδιών και γονιών και κυρίως τις σχέσεις μεταξύ αδερφών που είτε μεγάλωσαν κάτω από την ίδια στέγη είτε όχι. Όπως η Άγκαθα Κρίστι σε αρκετά έργα της, έχει πλάσει με μαεστρία τον χαρακτήρα του θύματος έτσι που αδυνατείς να βρεις έστω και έναν, εκτός από τη μητέρας της, χαρακτήρα που να μην είχε ευχηθεί τον θάνατό της. Σχεδόν μέχρι τέλους δεν κατάφερα να βρω ποιος ήταν ο δολοφόνος για τον απλούστατο λόγο ότι όλοι θα είχαν κίνητρο και τρόπο να την ξεφορτωθούν για να γλιτώσουν από τα κακά που τους προξενούσε.
Το μόνο που ένιωσα να λείπει είναι η περαιτέρω ανάπτυξη του χαρακτήρα της Μυρτούς και της σχέσης της με την Αλεξάνδρα, ενώ μου άφησε την αίσθηση πως η Αλεξάνδρα ήταν λίγο παραπάνω αποστασιοποιημένη απ' όσο θα περίμενα από την εμπλοκή του Άρη στην υπόθεση, δεδομένου ότι είχαν αρχίσει να βγαίνουν και ήταν έτοιμη να τον ερωτευτεί. Σε κάθε περίπτωση είναι πρωτόλειο που σε καμιά περίπτωση δεν θυμίζει πρωτόλειο και αν σας αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα πιστεύω πως θα σας κρατήσει πολύ καλή παρέα ένα δυο ήσυχα βράδια με κρασάκι ή δυο πρωινά στην παραλία.