Ο Γιάννης είναι μόλις δεκαπέντε χρόνων, αλλά η ζωή του, όπως την αφηγείται ένα βράδυ στην Ανθή, είναι γεμάτη ανατροπές, που οφείλονται στην ανάγκη του να ανήκει κάπου. Ο ίδιος, όμως, μοιάζει να μη χωράει πουθενά. Μεγαλωμένος στην Τούμπα, δίπλα στο γήπεδο του ΠΑΟΚ, με νονό «τρελαμένο παοκτζή», ήταν φυσιολογικό να υποστηρίζει την ομάδα. Όλα αλλάζουν, όμως, όταν αρχίζει να παίζει ο ίδιος μπάλα, στη θέση του τερματοφύλακα. Εκεί διαμορφώνει άποψη («φιλόσοφο της μπάλας» τον αποκαλεί η Ανθή), διαχωρίζεται από το πλήθος και επιλέγει να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο ως αόρατος. Μόνο που η τύχη το φέρνει να χρειαστεί να πάρει στην πλάτη του ολόκληρη την ομάδα του σχολείου και παύει να είναι αόρατος. Την ίδια εποχή γνωρίζει τον Αντώνη που, μαζί με την αδερφή του, τον μυεί στον κόσμο της ροκ μουσικής. «Τρύπες». Το ποδόσφαιρο παύει να είναι το μοναδικό του ενδιαφέρον, οι ορίζοντές του ανοίγουν, αποξενώνεται από τον παλιό του εαυτό και αναζητεί νέα ταυτότητα. Μεγαλώνει. Λίγο αργότερα, η οικογένειά του μετακομίζει στον Πειραιά και αναγκάζεται να πάει σε ένα γυμνάσιο όπου όλοι είναι Ολυμπιακοί. Σαν αντίδραση, θα επιλέξει την εύκολη λύση: να ξεχωρίσει μέσω της οπαδικής του ταυτότητας, φτάνοντας σε άκρα που ποτέ δε θα μπορούσε να φανταστεί. «Δε χωρούσες πουθενά, Γιάννη – στη Θεσσαλονίκη είχες γίνει ξένος κι εδώ, που ήσουν ξένος, αποξενώθηκες από τον ίδιο σου τον εαυτό...» σχολιάζει η Ανθή. Όταν πια ο Γιάννης φτάνει στον πάτο, όταν οι ταυτότητες που χρησιμοποιεί προκειμένου να νιώσει ότι ανήκει κάπου αποδεικνύονται καμένα χαρτιά, όταν νιώθει άδειο το κορμί του κι άδεια την καρδιά του, αποφασίζει να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Το παρελθόν του, όμως, είναι βαρύ κι οι πράξεις του τον ακολουθούν μέχρι τέλους.
Γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με διαρκείς παρεμβολές από την Ανθή –την κοπέλα που μόλις έχει γνωρίσει και ερωτευτεί ο Γιάννης και η οποία αναλαμβάνει να μας αποκαλύψει το τέλος– το μυθιστόρημα οδηγεί τον αναγνώστη στους μαιάνδρους της εφηβικής σκέψης, όπου η ανάγκη για ένταξη σε ένα κοινωνικό σύνολο έρχεται συχνά σε σύγκρουση με την υπαρξιακή ανάγκη που νιώθει ο έφηβος να αρθρώσει τον προσωπικό του λόγο, έξω από σχήματα και ομάδες. Όχημα σ’ αυτή τη σύγκρουση είναι, στην περίπτωση του Γιάννη, το ποδόσφαιρο, η παοκτζίδικη ταυτότητά του και οι στίχοι (αλλά και η μουσική) από τις «Τρύπες» (και όχι μόνο).
Ο Φίλιππος Μανδηλαράς γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και ασχολήθηκε με την κοινωνική ανθρωπολογία την εθνογραφία και τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Έχει δημιουργήσει μια μέθοδο δημιουργικής γραφής για τα παιδιά. ("Εργαστήριο δημιουργικής γραφής για τα παιδιά" cd-rom και εκπαιδευτική μέθοδος, Εκδόσεις "Πατάκη' 1998 και 2000 αντίστοιχα) και έχει γράψει και εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά όλων των ηλικιών στις Εκδόσεις "Πατάκη" και "Φυτράκη".
Το εναρκτήριο βιβλίο της "Τριλογίας του Δρόμου" είναι καθηλωτικό, και διόλου απευθυνόμενο μόνο προς τους εφήβους. Ενδεχομένως, μάλιστα, τα ζητήματα που θίγει να αφορούν εξίσου τον ενήλικο κόσμο, αν όχι περισσότερο. Κάπου ν' ανήκεις: η αναζήτησή μιας ταυτότητας, του αισθήματος της συμπερίληψης. Καθώς σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό "ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ον", είναι έκδηλη η φυσική τάση και επιθυμία για τη δημιουργία συνόλων με κοινά χαρακτηριστικά ως modus vivendi. Όποιος δεν ανήκει στο σύνολο είναι ευάλωτος και απροστάτευτος. Είναι εχθρός. Η εφηβεία συνιστά μια ηλικία ανατρεπτική, που σφύζει από αντιδράσεις, αναζητήσεις, διάπλαση του είναι. Και ένας από τους πλέον τρομερούς εφιάλτες του νέου ανθρώπου είναι ο εξοστρακισμός από το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, πολλοί έφηβοι καταλήγουν να στρουθοκαμηλίζουν πίσω από ένα προσωπείο προκειμένου να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου. Καταφεύγουν άκριτα σε σύνολα -πολλάκις επικίνδυνα-, ώστε να καλύψουν τη συναισθηματική ανάγκη για εύρεση κοινών, όπως και την κοινωνική ανάγκη του ανήκειν. Οι συνέπειες των πράξεών τους έπονται, και σε ορισμένες περιπτώσεις τους ταλανίζουν σε όλην τους τη ζωή. Το περιγραφόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι στο βιβλίο αφορά το ποδόσφαιρο, μέσω του οποίου καθίσταται σαφές το φανατικό οπαδικό κλίμα που έχει επικρατήσει, ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Η ταυτότητα που αποκτά ένα άτομο όταν αυτοπροσδιορίζεται ως μέλος των υποστηρικτών ενός ομίλου αποτελεί, συχνά, προσδιορισμό που αγγίζει τη "βαρύτητα" της πολιτικής ιδεολογίας. Μάλιστα, οι δύο αυτοί προσδιορισμοί συνυφαίνονται, και η μία συμπληρώνει την άλλη σε επίπεδο φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Το ποδόσφαιρο έχει παύσει να είναι ένα παιχνίδι. Πλέον θεωρείται πολιτικό "όπλο", μέσο προπαγάνδας και θρυαλλίδα για συρράξεις. Ο επικρατών οπαδισμός διαφθείρει τους θεατές και εγείρει έριδες, ακόμη και ανάμεσα σε μέλη μιας οικογένειας ή φίλους. Όταν ο άνθρωπος εντάσσεται εξ απαλών ονύχων στο κλίμα του ποδοσφαιρικού φανατισμού, αποκλείοντας την ταυτότητα του φιλάθλου, γίνεται αυτόματα έρμαιο ενός εμφυλίου πολέμου. Και οι συνέπειες ενός τέτοιου εμφύλιου θα φανούν μόνο στην καταμέτρηση των θυμάτων, ανάμεσα σε λοστούς, πέτρες, και δακρυγόνα...
Από τα πιο σημαντικά κι ελάχιστα βιβλία που αφορούν τους νέους της σύγχρονης Ελλάδας. Το θέμα του είναι ο αθλητισμός κι ο φανατισμός, με τις όποιες συνέπειες μπορεί να επιφέρουν οι ακραίες συμπεριφορές. Υπέροχο βιβλίο!
Δυνατό βιβλίο. Διαπραγματεύεται τον φανατισμό και την ανάγκη να ανήκεις κάπου ιδιαίτερα σε μια νεαρή ηλικία. Αρκετές φορές οι χαρακτήρες έπαιρναν λάθος αποφάσεις πράγμα εκνευριστικό αλλά ρεαλιστικό. Το αγάπησα αυτό το βιβλίο αλλά το τέλος με διέλυσε