1941, σε μια μικρή πόλη της κατεχόμενης Τσεχοσλοβακίας ένα δεκατριάχρονο εβραιόπουλο θα διαφύγει από το πεπρωμένο της φυλής του, βρίσκοντας καταφύγιο σε μια σοφίτα που είναι ολόκληρη μια ξεχασμένη βιβλιοθήκη με χιλιάδες πολυκαιρισμένα βιβλία. Μέσα εκεί θα περάσει το υπόλοιπο του Πολέμου, διαβάζοντας ασταμάτητα, με το πνεύμα του να μπολιάζεται από το πλήθος των αναγνωσμάτων που ο προηγούμενος ένοικος, παλιός επαναστάτης, είχε κατά τη διάρκεια του περιπετειώδους βίου του συλλέξει.
Μέσα απ’ τη σοφίτα, ο Γιόσουα, έχοντας δυο φίλους σαν αποστόλους, κοινωνεί τις ανατρεπτικές ιδέες, που τα τόσα αναγνώσματα του εμφύσησαν, στη νεολαία της πόλης, σπέρνοντας τον σπόρο της ανυπακοής, της αμφισβήτησης, της ανταρσίας, προσκαλώντας τους να εποικίσουν την πραγματικότητα με μυριάδες παράφορους οραματισμούς, δίδοντας μορφή και περιεχόμενο στην Ουτοπία…
«Βιβλία… Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουνε τι κρύβει ετούτη η λέξη. Οι περισσότεροι δεν ανοίγουν ούτε ένα στη ζωή τους, άλλοι τα έχουνε για να σκοτώνουνε την ώρα, λίγοι είναι οι μυημένοι, αυτοί που ξέρουν πόση μαγεία μα και πόσο κίνδυνο κρύβει αυτή η απλή πράξη, να παίρνεις ένα βιβλίο στα χέρια σου κι ανοίγοντάς το να αρχίζεις να διαβάζεις… Δεν θα είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος όταν στην τελευταία του σελίδα θα έχεις φτάσει, σαν το ποτάμι του Ηρακλείτου είναι κι αυτά, ούτε και το βιβλίο θα ’ναι πια το ίδιο, κάθε αναγνώστης το γεμίζει με καινούργιες σημασίες…»
Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα ένα νέο βιβλίο του Αλμπάτη τόσο σύντομα και άκουσα τα νέα με συγκρατημένη δυσπιστία. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο συγγραφέας μάς πληροφορεί πως το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν έτοιμο, σε μια πρώιμη εκδοχή, ήδη με την έκδοση των Νεκρών, συνεπώς, με αυτό κατά νου, οφείλουμε να μην το αντιμετωπίσουμε ως μια συνέχεια των Νεκρών, ή να ψάξουμε να βρούμε στοιχεία της μεγάλης επιτυχίας του συγγραφέα στο νέο έργο του.
Κατά τη γνώμη μου ο Αλμπάτης με την Κατάλυση του χρόνου όχι μόνο προσγειώνει ηθελημένα τις προσδοκίες για ένα ευπώλητο βιβλίο παρόμοιο με τους Νεκρούς, αλλά διαρρηγνύει μερικώς και τους δεσμούς του με την προηγούμενη εργογραφία του. Τόσο στον Κώλο της Άννας, όσο και στην Κάρτα Ελεύθερης πρόσβασης καθώς και στους Νεκρούς, το ειδοποιό στοιχείο της γραφής του Αλμπάτη ήταν η έμμεση και υποβόσκουσα ειρωνεία, μια σκωπτική αποστασιοποίηση του αφηγητή απέναντι στους ήρωές, χαρακτηριστικό που ατονεί αρκετά στο παρόν βιβλίο.
Το ελαφρώς δοκιμιακό ύφος δεν είναι κάτι καινούργιο για τον συγγραφέα αφού το εξάσκησε επιτυχώς και στον Κώλο της Άννας. Αν μάλιστα πρέπει να συγκρίνουμε με κάποιο βιβλίο του Αλμπάτη την Κατάλυση του Χρόνου, αυτό θα πρέπει να είναι αναναμφίβολα η προαναφερθείσα νουβέλα, επιστροφή που κατά τη γνώμη μου είναι λογοτεχνικά ευκταία.
Εδώ βέβαια ο χαρακτηριστικός ερωτισμός του Αλμπάτη, που σε άλλα βιβλία του είχε υπάρξει έντονος, αποκτά μια σοβαρότερη όψη και απολύει τον μερικώς παρωδιακό χαρακτήρα που συναντάμε σε παλαιότερα έργα του. Αντιθέτως, στην Κατάλυση του Χρόνου έχουμε να κάνουμε με έναν ερωτισμό ιερουργικό, αρχέγονο και φιλοσοφικά εμποτισμένο.
Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Πέραν της βιβλιοφιλικής αφήγησης, καθώς και του ιδεολογικού φορτίου για την επανάσταση, η ιστορία ξετυλίγεται και ως μια ψυχαναλυτική παραβολή για τη μάχη των γενεών, αφού τα κύρια σημεία της δράσης αφορούν κατά βάση την αιματηρή διαπάλη των νεότερων με τους συμβιβασμένους ενήλικες.
Οι διακειμενικές αναφορές είναι πλούσιες, χωρίς να βαραίνουν το κείμενο ενώ, παράλληλα, ο Αλμπάτης έχει τη συνείδηση πως γράφει μια ιστορία που, τουλάχιστον στο πρώτο μισό της, έχει ειπωθεί ξανά. Ο Γιόσουα είναι μια μίξη της Άννας Φρανκ και ενός νεαρού Φάουστ που, παρά το ότι διασώζεται από την ναζιστική κόλαση, καταλήγει να πληγωθεί από τα ίδια τα βιβλία που τον διαμόρφωσαν.
Υφολογικά συναντάμε το γνώριμο στιλ του Αλμπάτη, τις μερικές μετατοπίσεις των ρημάτων και τον παραμυθιακό ρυθμό, στοιχεία που ωστόσο και πάλι είναι κάπως ασυνεπή από το ένα στο άλλο κεφάλαιο, χωρίς ωστόσο να στιγματίζεται αρνητικά το βιβλίο. Ορισμένες λεκτικές αμετροέπειες θα έλεγα πως ταιριάζουν στο ύφος της διήγησης και στην ηθελημένη μίμηση δοκιμιακού λόγου.
Η πρώτη μου ένσταση αφορά την τοποθέτηση της ιστορίας σε μια πόλη της, τότε, Τσεχοσλοβακίας. Το Νεμπόβιτσε, τουλάχιστον στο σήμερα, είναι περιοχή στην πόλη της Τσεχίας Οστράβα, η οποία, στην πραγματικότητα, δεν φημίζεται ιδιαίτερα για την ωρολογοποιία της σε σχέση με άλλες πόλεις της Τσεχίας, όπως το Μπρνο ή, φυσικά, η Πράγα. Παρόλο που ο Αλμπάτης διατείνεται πως δεν υπάρχει καμία σύνδεση με την Κρήτη, γίνεται φανερό σε κάποια σημεία του βιβλίου πως το Νεμπόβιτσε δεν μπορεί να λειτουργήσει ως σκηνογραφία της συγκεκριμένης ιστορίας. Ο κυριότερος λόγος είναι η θρησκοληψία των κατοίκων.
Ενώ φυσικά η έκταση της αθεΐας στην Τσεχία στέριωσε μετακομμουνιστικά, δεν είναι διόλου ιστορικά ακριβές πως προέκυψε από την κομμουνιστική επίδραση και μόνο, αντιθέτως η Τσεχία έχει βαθιές ρίζες στον θρησκευτικό και θεολογικό σκεπτικισμό.
Ήδη από τον 15ο αιώνα με το κίνημα των Χουσιτών (τσεχικού πρόδρομου της προτεσταντικής μεταρρύθμισης), αλλά και αργότερα κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, η τσεχική σκέψη πέρασε σε μια φάση γόνιμης αμφισβήτησης του θρησκευτικού φαινομένου, κάτι που μορφοποιήθηκε περισσότερο εύσχημα στην πορεία του χρόνου, όταν έγινε φανερή η ταύτιση της εκκοσμικευμένης καθολικής εκκλησίας με τη φθίνουσα και παρακμιακή ύπαρξη των μεγάλων αυτοκρατοριών, που ενέτεινε αναπόφευκτα την απομάκρυνση των Τσέχων από την Καθολική εκκλησία.
Τα χωρία λοιπόν που η γριά Γκρόσοβα, σωτήρας του Γιόσουα, εμφανίζεται τόσο εκφραστικά υπέρ της εκκλησίας και μάλιστα με έναν τρόπο μάλλον αφελή, απηχούν μια κατάσταση πλήρως ελληνική. Αν δηλαδή αφαιρούσαμε τα Τσεχικά ονόματα, οι σελίδες αυτές θυμίζουν Ελλάδα και, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν επιτυχέστερη και εντονότερη η ιστορία αν αφορούσε ήρωες που έζησαν εντός των χωρικών πλαισίων της ελληνικής επικράτειας. Τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε και για έναν δηλωτικότερο -και αναγκαίο- αντικληρικαλισμό.
Ο αντικληρικαλισμός του βιβλίου, λοιπόν, που αναφέρθηκε ως αρνητικό στοιχείο στην κριτική του Γ.Μ. Βαρδαβά στο Φρέαρ, είναι όχι μόνο καίριος στην ιδεολογική σκαλωσιά του μυθιστορήματος, αλλά, για να είναι ιστορικά ακριβές το φόντο των τεκταινόμενων, θα έπρεπε να αφορά ένα αίσθημα περισσότερο κοινό και όχι να αποτελεί μονάχα απότοκο της επιρροής του νεαρού Γιόσουα.
Ο αναφερόμενος αντικληρικαρισμός άλλωστε εξυπηρετεί γενικά την κριτική του κοινωνικού κομφορμισμού που θίγεται στο βιβλίο και, παρόλο που δεν αποτελεί κάτι νεοφανές στα ελληνικά γράμματα, είναι φανερό πως βρίσκει πάντοτε πολλούς πολέμιους στην εγχώρια συντηρητική λογοτεχνική σκηνή. Ενώ, δηλαδή, το φαινόμενο της αθεΐας απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό, πλην εξαιρέσεων, από την ελληνική λογοτεχνία, ένας συγκρατημένος αντικληρικαλισμός ανευρίσκεται ακόμα και στον λογοτεχνικό μας “ιερέα”, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασχέτως αν ορισμένες μελέτες αποδίδουν την κριτική του στον κλήρο ως μεμονωμένο αντίλογο σε κάποια κακώς κείμενα της εκκλησίας των καιρών του.
Παρά τα προαναφερόμενα αρνητικά, ωστόσο, καθώς και τη μάλλον βιαστική ανάπτυξη του κεντρικού χαρακτήρα, το μυθιστόρημα διαθέτει έναν πυκνογραμμένο σκελετό ιδεών που διανοίγει το αφηγηματικό βάθος της ιστορίας. Ο Αλμπάτης περιηγείται με εύγλωττη ευκινησία σε ένα ευρύ φάσμα ιδεών, αγγίζοντας λογοτεχνικά πληθώρα ιστορικών περιόδων και επιστημονικών ανακαλύψεων.
Το εύρημα μιας βιβλιοθήκης παγωμένης στο χρόνο, μιας χρονοκάψουλας επί της ουσίας, που έχει σταματήσει σε ένα από τα κομβικότερα ιστορικά έτη της σύγχρονης εποχής, το 1917, προσφέρει ένα φιλολογικό καταφύγιο όχι μονάχα στον ήρωα, αλλά και στον ίδιο τον αναγνώστη.
Το σχήμα του βιβλίου είναι μάλλον κυκλικό, όπως κυκλικός εντέλει είναι και ο ίδιος ο χρόνος, παρά την γραμμικότητα που προσπάθησε να εγκαταστήσει η χριστιανική εσχατολογία. Ο Γιόσουα μαθαίνει και παθαίνει από τα βιβλία και κάθε ιδέα που πίστεψε τη βλέπει τραγικά να διαψεύδεται στον διαρκή πόλεμο μεταξύ της πραγματικότητας και της ιδεολογίας.
Η χρονική κατάλυση είναι μια μεταρρύθμιση που ουκ ολίγες επαναστατικές κυβερνήσεις προσπάθησαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να αποτολμήσουν. Ο συγγραφέας καταλήγει σε έναν μάλλον πεσιμιστικό συμπερασμό που προκύπτει από την απόρριψη της ίδιας της επανάστασης ως φαινομένου εντροπικά ανεπιτυχούς, αφού η ίδια η ιδεολογία που διέπει την εκάστοτε επαναστατική πράξη αναμιγνύεται με ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης που παραμένει διαρκώς αταβιστικά πρωτόγονο. Η έμμεση κριτική στον Φουκώ δίνει το στίγμα στο δεύτερο μισό του βιβλίου και, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην συμφωνήσει κάποιος, έχει ορισμένα στέρεα επιχειρήματα.
Κλείνω το κείμενο με ένα σχόλιο, που προκύπτει από την προαναφερόμενη συνέντευξη του συγγραφέα. Το Και οι νεκροί θα θάψουν τους νεκρούς τους δηλώνει ο Αλμπάτης πως δεν “γοήτευσε τους κριτικούς”, καθώς υπάρχουν ελάχιστες επίσημες κριτικογραφίες. Μεταδόθηκε, από ό,τι συμπεραίνω, ο ψίθυρος, από ανθρώπους του χώρου -άλλους συγγραφείς και κριτικούς- πως το βιβλίο είναι “λαϊκό”. Φυσικά διαφωνώ κάθετα με αυτή την υπόρρητη και μάλλον σνομπίστικη τοποθέτηση -τους λόγους τους αναπτύσσω εκτενώς στην δική μου κριτική πρόσληψη για το μυθιστόρημα του Αλμπάτη- και ελπίζω η πορεία του Αλμπάτη να συνεχίζει να τους διαψεύδει.
(Σημειωση: μια μικροτερη εκδοχή της παρούσας κριτικής πρωτοδημοσιευτηκε στο bookpress)
Η κατάλυση του χρόνου του Μιχάλη Αλμπάτη. Τόσο η ιστορία όσο και η χριστιανική πίστη έχουν αποτελέσει πολλές φορές πηγή έμπνευσης για τους λογοτέχνες και όλα λίγο η πολύ έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί,αν όμως έχεις πραγματικό ταλέντο και είσαι μέγιστος μυθοπλάστης μπορείς να πάρεις μια παλιά χιλιοειπωμένη ιστορία να την πεις με τον δικό σου μοναδικό τρόπο,να την φτιάξεις τόσο φρέσκια και ενδιαφέρουσα που στο τέλος όλοι θα θυμούνται το δικό σου λογοτεχνικό οικοδόμημα. Μια τέτοια παλιά ιστορία λοιπόν λέει πως στην περιοχή της Νεκράς Θάλασσας και στο Ναγκ Χαμαντί βρέθη��αν χειρόγραφα που δεν έγιναν δεκτά από τον κανόνα της εκκλησίας τα οποία αφήνουν να εννοηθεί ότι ο Ιησούς ίσως έζησε από τα 13 του και μετά ,μαζί με τους Εσσαίους ,τα χειρόγραφα αυτά τον παρουσιάζουν ως δάσκαλο και φανερωτή σοφίας και γνώσης.Οι Εσσαίοι είχαν επιλέξει να ζουν απομονωμένοι κοινοβιακά μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο γιατί αρνούνταν να κυριαρχηθούν από ανθρώπους υπερόπτες και εξουσιαστικούς που ήταν υποταγμένοι στα υλικά αγαθά και εκμεταλλεύονταν τους άλλους για να εξυπηρετούνται τα προσωπικά τους συμφέροντα .Εκεί είχαν τους δικούς τους νόμους και λέγεται ότι κοντά τους ο Ιησούς απέκτησε γνώσεις και σοφία . Αυτή η ιστορία μου ήρθε τουλάχιστον εμένα στο μυαλό, όταν άρχισα να παρακολουθώ τον μικρό συνονόματο του Ιησού,τον δεκατριάχρονο πρωταγωνιστή του βιβλίου τον Γιεσούα Ζακάι.Όπως ο Ιησούς απομονώνεται στην έρημο και αποκτά γνώσεις, παρόμοια ο Γιεσούα κλείνεται σε μια σοφίτα για να σωθεί από τους Γερμανούς που μαζεύουν όλους τους Εβραίους και τους στέλνουν στα στρατόπεδα.Στο καταφύγιο του αυτό βρίσκει μια τεράστια ξεχασμένη βιβλιοθήκη και θα διαβάζει με πάθος ώσπου να χορτάσει την θεριεμένη πνευματική πείνα του.Και ενώ μέχρι τότε δεν του αρέσει το διάβασμα, εκεί αρχίζει να εξασκείται σαν αναγνώστης ξεκινώντας από Πινόκιο, Ροβινσώνα, Μόμπι Ντικ,Δον Κιχώτη, ώσπου να περάσει στις μεταμορφώσεις του Οβίδιου,στον Χέντερσον και τον Νίτσε.Μονο που ο συγγραφέας δεν τα λέει όλα αυτά, έτσι πεζά που σας τα λέω εγώ, αυτός το κάνει με τον μοναδικό λυρικό του τρόπο.Ο Γιεσούα έχει και αυτός δύο φίλους σαν αποστόλους,όπως είχε και ο Χριστός,που τον συναντάνε κρυφά στην σοφίτα και τους μιλά για όσα διαβάζει και για τις γνώσεις που αποκτά. "Προτιμούσαν να τις ακούν από το στόμα εκείνου,χωνεμένες απ'το στομάχι της μνήμης του και απ'τη δική του φαντασία παραλλαγμένες , αντί απ'τις φωνές των ίδιων παραμυθάδων που τις επινόησαν." Τους δασκαλεύει και τους παροτρύνει να μεταφέρουν τις γνώσεις αυτές και στους συνομηλίκους τους έξω . Σπέρνοντας τους έτσι τον σπόρο της ανυπακοής,της αμφισβήτησης και της ανταρσίας.Και όπως πολλοί έχουν πει ότι ο Ιησούς ήταν ο πρώτος και μεγαλύτερος κομμουνιστής επαναστάτης, έτσι και ο μικρός Γιεσούα οργανώνει ένα δικό του κομμουνιστικό καθεστώς με το οποίο απαγορεύει τις θρησκείες, καταλύει τον χρόνο και αναζητά την ουτοπία..."Για να ξεμπερδεύουμε με όλες αυτές τις ατέρμονες διαμάχες,θα έπρεπε στην θέση της ενοποιητικής αρχής να τοποθετήσουμε όχι έναν θεό ή μια ιδεολογία, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο με όλες τις αντιφάσεις του,και να ονειρευτούμε μια κυψέλη όπου ο καθένας θα είναι εργάτρια μέλισσα ως προς τις υποχρεώσεις του στην κοινότητα, κηφήνας ως προς την απαίτηση ικανοποίησης των αναγκών και των επιθυμιών του και βασίλισσα ως προς το αυτεξούσιο και την επινόηση του εαυτού του." Τα υπόλοιπα θα τα διαβάσετε μόνοι σας και όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας:"Δεν θα είσαι πια ο ίδιος ο άνθρωπος όταν στην τελευταία του σελίδα θα έχεις φτάσει,σαν το ποτάμι του Ηράκλειτου είναι και αυτά, ούτε και το βιβλίο θα ναι πια το ίδιο, κάθε αναγνώστης το γεμίζει με καινούριες σημασίες ".
Η μεγάλη παγίδα για έναν συγγραφέα είναι τι κάνει, η μάλλον τι γράφει μετά από έναν μεγάλο θρίαμβο.Γνωμη μου είναι πως μπορεί να γράψεις δέκα αδιάφορα βιβλία και να σου κάτσει μόνο το ένα η μπορεί και κανένα
Η και να γράψεις ένα και μετά Γκουντ μπάι Μάι Λαβ. Πάρε παράδειγμα τον Τζέφρυ Ευγενίδης
Έχει γράψει κάμποσα βιβλία, αλλά μόνο το Middlesex μνημονεύεται, άντε και οι Αυτόχειρες Παρθένες
Για αυτό σου λέω μην το πολύσκαλιζουμε το θέμα, έτσι κι αλλιώς το να γράφεις στην Ελλάδα,ανεξάρτητου βιοπορισμού,είναι ένα είδος ηρωισμού, ριμαρει κιόλας,κι έχουμε να πούμε όμως και για τον Μιχάλη,που δεν είναι καθόλου χάλι
Το βιβλιαράκι διαβάζεται μια χαρά,αν και το στουμπωνει με διάφορα στολίδια και φορέματα, μήπως του την πουν πως δεν κάνει να μπει στην εκκλησία
Είπαμε: ο προηγούμενος θρίαμβος που μάλλον είναι φρέσκος, μάλλον τον αγχωνει.
Η επόμενη άγνωστη φορά θα δείξει για το πόσα απιδια χωράει ο σάκος,που μεταξύ μας πρέπει να χωράει πολλά.
Ενδιαφέρον βιβλίο, με πολλές προεκτάσεις, κυρίως όμως ωδή στον πλούτο της ανάγνωσης. Κρίμα που ο λόγος του συγγραφέα, εν πολλοίς βερμπαλιστικός, μείωσε σημαντικά την απόλαυση.
«Κι ο άνθρωπος, απ' το λαμπρότερο κύημα μιας θεότητας ποιμενικής, βρέθηκε να 'ναι ένα ζώο μέσα στ' άλλα, ένας πίθηκος που μάδησε και κατόρθωσε να ψελλίσει: "Εγώ".»
Κάθε πρόταση που προσπαθώ να διαμορφώσω για αυτό το βιβλίο μοιάζει να πέφτει στο κενό. Μου μοιάζει φλύαρη, μου μοιάζει άνευ περιεχομένου, μου μοιάζει πομπώδης και - το σημαντικότερο- μου μοιάζει βαρετή.
Καταπίνοντας τις παραπάνω αναστολές, έχω να πω τα εξής:
Ο Αλμπάτης, αν μη τι άλλο, ξέρει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα. Ο λόγος του διακατέχεται από μουσικότητα και είναι ικανός να δημιουργήσει πολύτιμες εικόνες και να διεγύρει τη φαντασία της αναγνώστριας. Είναι αλήθεια όμως πως το πλέξιμο αυτό των λέξεων μπορεί να σε αποπροσανατολίσει μερικώς, αν όχι να σε κουράσει στιγμιαία.
Προσπαθώ μέρες να αποφασίσω αν μου άρεσε το βιβλίο τούτο. Ή μάλλον, προσπαθώ μέρες να αποφασίσω το τι σημαίνει «μου αρέσει ένα βιβλίο». Σίγουρα υπήρχαν στοιχεία που μου κλότσησαν, στοιχεία που βρήκα ότι ξεχειλώθηκαν, στοιχεία που είχαν, κατά τη γνώμη μου, διδακτικό τόνο, ωστόσο ολοκληρώνοντάς το έχω μείνει με το να το σκέφτομαι και να επιθυμώ να διαστείλλω τις σκέψεις αυτές χρονικά.
Η ιστορία του Γιόσουα έχει κάτι λαμπρό αλλά και κάτι μάταιο, ταυτοχρόνως. Έχει κάτι φαντασιακό αλλά και κάτι στυγνά ρεαλιστικό. Βρίσκεται ανάμεσα σε πολυάριθμα δίπολα ώστε να σου τραβάει τα μανίκια και των δύο χεριών, χωρίς να μπορείς εύκολα να αποφασίσεις ποια κατεύθυνση θες να ακολουθήσεις.
Δεν έχω κάπου να καταλήξω και δηλώνω συμφιλιωμένος με αυτό.
Μπορούνε τα βιβλία να αφυπνίσουν και να οδηγήσουν σε μια άνευ προηγούμενου επανάσταση; Ποιος θα είναι αυτός που θα ηγηθεί ; Απαραίτητη προϋπόθεση η νόηση ; Ή μήπως ο πόνος ; Πόσοι διαθέτουν καρδιά έτοιμη για θυσία , πριν από μια ολική αναμόρφωση ικανή να συνταράξει το σύμπαν;; Στην πόλη Νεμπόβιτσε , κατα την εκπνοή του ναζιστικού καθεστώτος, μια παρέα παιδιών την καταλαμβάνουν, έχοντας ως μοναδικό σκοπό την κατάργηση του χρόνου! Φημισμένη για την βιομηχανία της ωρολογοποιίας, περνάει σε ένα πρωτόγνωρο φάσμα ελευθεριότητας και αναρχίας. Ο πρωτοστάτης Γιόσουα , έχοντας σωθεί τελευταία στιγμή από τα χέρια των Ναζί , βρίσκεται να κρύβεται για τρία χρόνια σε μια σοφίτα με 5223 βιβλία , ορφανός πλέον από γονείς, με μόνη του παρέα έναν κουφό σκύλο και κηδεμόνα την γριά ιδιοκτήτρια του σπιτιού. Επιβιώνει με την τροφή που του παρέχει η ίδια και ο νεκρός αδερφός της, στον οποίο ανήκει αυτή η συλλογή βιβλίων. Χάνεται στις επαναστατικές ιδέες των βιβλίων και αρχίζει να ονειρεύεται ένα μέλλον ουτοπικό , μια αλλιώτικη επανάσταση.
Αναμφίβολα ένα υπέροχο βιβλίο, διαφορετικού ύφους από το πρώτο του (Οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους, το οποίο το λάτρεψα). "Η κατάλυση του χρόνου" είναι ένα βιβλίο γραμμένο με λυρισμό (καθαρά προσωπική άποψη), με υπέροχη χρήση της ελληνικής γλώσσας, όπου θέλεις να διαβάζεις και να ξαναδιαβάζεις κάποια αποσπάσματα. Η ιστορία του πρωτότυπη, αλλά με πολλές κοινωνικοπολιτικες αναφορές, που εν τέλει αυτό είναι το κέντρο του βιβλίου και όχι η ιστορία που απλά το πλαισιώνει.
Είναι ένα βιβλίο αναγνώρισης για όλους εμάς που το διάβασμα είναι η ζωή μας και μας ταξιδεύει, μας αλλάζει αλλά και μας απομονώνει πολλές φορές, από τον υπόλοιπο κόσμο.
Ένα ακόμη εξαιρετικό βιβλίο το�� Μ. Αλμπατη, με τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του.
Όσον αφορά τη γλώσσα, είναι από τις σπάνιες φορές που το ύφος του συγγραφέα είναι απόλυτα μοναδικό. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η τάση του να εκτείνει μία και μόνο περίοδο σε ολόκληρη την παράγραφο μου δημιουργούσε την αίσθηση του κυματισμού στην παραλία, έναν ρυθμό ξεχωριστό, με τον οποίον μοιραία εναρμονίζεσαι. Μάλιστα, η σύνταξη αυτή κατά την οποία το ρήμα της πρότασης μπαίνει στο τέλος, τραβώντας μαζί του τη βαρύτητα του νοήματος, είχε στο μυαλό μου τη δυναμική του κύματος όταν αποτραβιέται στη θάλασσα, ολοκληρώνοντας την παραπάνω εικόνα.
Το λεξιλόγιο είναι η επόμενη μεγάλη, πραγματικά ευχάριστη έκπληξη. Έχω διαβάσει πολλούς που προσπαθούν να χώσουν βαρύ λεξιλόγιο στα κείμενά τους για να φανούν σπουδαίοι, πετυχαίνοντας τελικά το αντίθετο. Ο Μιχάλης Αλμπάτης δεν προσπαθεί: το αξιοζήλευτα πλούσιο λεξιλόγιό του εναρμονίζεται με τη φύση του κειμένου και με το βάθος των ιδεών του. Κι αυτό προσφέρει μια αναγνωστική εμπειρία τόσο ανυψωτική για το πνεύμα, που με διαβεβαιώνει πως θα είναι ένας από τους κλασικούς της γενιάς μας.
Θεματικά, το βιβλίο είναι σε ένα μεγάλο μέρος του αυτοαναφορικό. Καταπιάνεται με την ανάγνωση βιωματικά, μέσα από τα μάτια του νεαρού πρωταγωνιστή, και δίνεται ένας σχολιασμός άρτιος, ίσως μάλιστα από τους αρτιοτερους που έχω συναντήσει. Ο συγγραφέας αποδεικνύει, χωρίς να το προσπαθεί, εξαιρετικά διαβασμένος και γνώστης της παγκόσμιας εργογραφίας/γραμματολογίας.
Σε αυτόν τον τομέα μάλιστα, ο συγγραφέας περιγράφει τα πάντα χωρίς να νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει τίποτα. Αναφέρεται σε τόσα βιβλία, που ο βιβλιολάτρης αναγνώστης παίζει ένα ακούσιο παιχνίδι μαντέματος για να βρει τους τίτλους, ενώ ο ιστοριοδίφης μαντεύει τις χρονολογίες με βάση τα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να αναφέρεται πουθενά χρονολογία.
Προσωπικά, θα χώριζα το βιβλίο σε δύο μέρη: αν το πρώτο, προαναφερθέν μέρος είναι η θεωρία, το δεύτερο είναι η πράξη. Λιγότερο βαθύ ίσως αλλά αναμφίβολα πολύ πιο διασκεδαστικό και, για τον αναγνώστη που αναζητά τη φιλοσόφηση των πραγμάτων, διαφωτιστικό. Ο Αλμπάτης εδώ κυνηγά την ουρά του, χίμαιρες και την πραγματικότητα μαζί, με μια παιδική απόχη.
Στο τέλος μόνο γίνεται αρκετά αναλυτικός, με έναν μονόλογο που μάλλον πρόκειται κυρίως για προσωπική λύτρωση του συγγραφέα. Όσον κι αν τον απόλαυσα βέβαια, οφείλω να αναφέρω και το αρνητικό: ο μονόλογος αυτός έχει, όσον αφορά τη σύνταξη, το προαναφερθέν μοτίβο με τη σύνταξη του αφηγητή, πράγμα αφύσικο.
Δε θα ήθελα όμως να κλείσω με κάτι αρνητικό. Θα ήταν άδικο για ένα τέτοιο διαμάντι. Οπότε θα αναφερθώ στη λυρικότητα, η οποία διέπει το σύνολο του έργου: μέσα στις λέξεις του ο συγγραφέας μιλά για την απεραντοσύνη του σύμπαντος, για το πάγωμα του χρόνου, για την ασκητική αυτοεξορία στις ερήμους και για τόσα άλλα που καθιστούν το έργο μεστότατο. Δεν έχω να πω άλλα. Να διαβάσετε οπωσδήποτε αυτό το τόσο ώριμο έργο.
Ένα πραγμα είναι σίγουρο: πως ο Αλμπάνης ξέρει να γράφει πολύ καλά. Θαυμάζω το ταλέντο του. Όμως σ αυτό το βιβλίο βρήκα αφελή την ιστορία και δε μ έπεισαν οι προθέσεις του. Συμβαίνει κι αυτό καμία φορά. Τι να κάνουμε;
Τον Μιχάλη Αλμπάτη τον “γνώρισα” με το σπουδαίο Και οι Νεκροί ας Θάψουν τους Νεκρούς τους. Σχετικά σύντομα ακολούθησε Η Κατάλυση του Χρόνου και πάλι από τις εκδ. Νήσος.
Αν περιμένεις να διαβάσεις κάτι σαν τους Νεκρούς (γιατί όμως;), θα διαψευστείς. Η Κατάλυση του Χρόνου έχει διαφορετικό ύφος. Βέβαια, θα αναγνωρίσεις κάποια στοιχεία, όπως ο μακροπερίοδος λόγος και η διαδοχική υπόταξη. Αλλά εδώ ο Αλμπάτης φροντίζει ακόμη περισσότερο την γλώσσα του. Επιλέγει το λεξιλόγιό του με πολλή προσοχή, με τρόπο τέτοιον ώστε η καλλιέπειά του να μοιάζει αβίαστη κι όχι επιτηδευμένη. Αλλάζει τη δομή των προτάσεων (πχ. συχνά τοποθετεί το ρήμα στο τέλος). Εκφραστικά η Κατάλυση του Χρόνου είναι υποδειγματικό βιβλίο, γεμάτο λυρισμό και λεπτοδουλειά.
Ως προς το περιεχόμενο ο Αλμπάτης καταπιάνεται αφηγηματικά με μια εποχή για την οποία (και από την οποία) έχουν προκύψει πολλά μυθιστορήματα. Αλλά το κάνει διαφορετικά. Η ναζιστική κατοχή είναι το υπόστρωμα, για να ειπωθεί μια διαχρονική ιστορία. Ο Αλμπάτης δεν πατά στον Β’ Παγκόσμιο ως κινητήριο μοχλό της ιστορίας του, τον χρησιμοποιεί ως πλαίσιο, για να πει κάτι ευρύτερο, που (νομίζω ότι) θα μπορούσε να μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο.
Λίγο πριν από τη μέση κι έπειτα, όταν ευοδώνονται τα αναγνώσματα του Γιόσουα και προχωρά στην υλοποίηση των προταγμάτων του, το βιβλίο αλλάζει ύφος και επιταχύνει δείχνοντας τη σταδιακή διαμόρφωση μιας νέας κοινότητας. Ως προς το γενικό πλαίσιο, μου δίνει την αίσθηση μιας αλληγορίας. Μου φέρνει -και το λέω όσο πιο υποκειμενικά γίνεται- σε ένα κάδρο παρόμοιο με τη Φάρμα των Ζώων ή στα Κλεμμένα Τηλεκοντρόλ του Κωστάκη Ανάν. Η κατάλυση -όντως- του χρόνου είναι δε εξαιρετική σύλληψη.
Το μειονέκτημα των Νεκρών ήταν ότι κάποια στιγμή το βιβλίο τελείωνε. Η Κατάλυση του Χρόνου είναι τόσο όσο. Πυκνογραμμένο, μεστό και συνεκτικό. Ήδη περιμένω την επόμενη δουλειά του Αλμπάτη – η ελληνική πεζογραφία χρειάζεται τέτοιους συγγραφείς.
Το 1941 κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής σε μία κωμόπολη της Τσεχοσλοβακίας, στο Νεμπόβιτσε οι Εβραίοι της πόλης εκδιώχθηκαν από τους Ναζί. Ο δεκατριάχρονος Γιόσουα Ζακάι κατάφερε να γλυτώσει χάρη στη πολύτιμη βοήθεια της γηραιάς ράφτρας που επέλεξε να τον κρύψει στο σπίτι της.
Στη σοφίτα που διέμενε είχε μία τεράστια βιβλιοθήκη με άπειρους τίτλους αναγνωσμάτων. Πεζογραφία, ιστορία, ποίηση και πολιτική θα γίνουν οι οδηγοί του στο κόσμο της γνώσης και της αναζήτησης.
Ο Μιχάλης Αλμπάτης μετά την τεράστια επιτυχία του βιβλίου του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» επέλεξε να μην επαναπαυτεί και να μην επαναληφθεί. Το τελευταίο του ανάγνωσμα είναι ένα κράμα πεζογραφίας με στοιχεία δοκιμιακού χαρακτήρα.
Όσον αφορά τον Γιόσουα ήταν ένας νέος άνθρωπος που σε τρυφερή ηλικία βίωσε το μίσος λόγω της φυλής του και μετέπειτα αναγκάστηκε να ζήσει μες στον εγκλεισμό λόγω του πολέμου. Αποφάσισε στην απομόνωση του να καλλιεργήσει το πνεύμα του. Τα βιβλία τον έκαναν να ανακαλύψει τον εαυτό του και να οραματιστεί ένα καλύτερο μέλλον που οι άνθρωποι θα ζουν ελεύθεροι χωρίς τον φόβο του χρόνου και των στερεοτύπων.
Ο συγγραφέας ασχολείται με την δύναμη και την γοητεία που ασκεί το διάβασμα στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Παρατηρούμε τις παγίδες στις οποίες έχει πέσει ο σύγχρονος άνθρωπος και τις απαγορεύσεις που του έχουν επιβληθεί καθώς καθημερινά πρέπει να παλεύει για να ξεφύγει από τις κοινωνικές δεσμεύσεις που τον έχουν κάνει να ζει συμβατικά και με άπειρα συμπλέγματα.
Ο Γιόσουα οραματίζεται μία επανάσταση που ο χρόνος δεν θα είναι δεσμευτικός. Θα υπάρχει ελευθερία στην έκφραση και η εξουσία των ισχυρών θα έχει αποδυναμωθεί καθώς ο λαός θα κατέχει τον πρώτο λόγο.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο από έναν πεζογράφο που του αρέσει να μην μπαίνει σε καλούπια και κάθε φορά να μας παρουσιάζει κάτι διαφορετικό. Η συγγραφή είναι Τέχνη και ο Μιχάλης Αλμπάτης γίνεται ο καθοδηγητής μας σε αυτά τα ταξίδια.
"Έτσι είναι όμως η πρωτοεφηβεια: η πιο εγωιστική από τις ηλικίες του ανθρώπου, η εποχή που δυσκολεύεται κανείς πιότερο να ταυτιστεί με οποιονδήποτε πέρα από τους συντρόφους του στο παιχνίδι. Δεν είναι πια αρκετά παιδί για να προσδίδει αξία στην εξάρτηση του από γονείς και κηδεμόνες, από τους οποίους αρχίζει να νιώθει αποξενωμένος, με την ευγνωμοσύνη για όσα δώρα από τους μεγάλους τού παρέχονται να μεταβάλλεται σιγά σιγά σε κατηγορια για όσα δεν θα του προσφερθούν ποτέ, κι ακόμα, δεν είναι ώριμος αρκετά για να απαρνηθεί την ατομικότητα του , θυσιάζοντας τη για κάποιο ιδανικό, άγουρος ακόμα για τις μυλόπετρες του έρωτα και όχι αρκετά στιβαρός για βασταζος κάποιας υποθετικής αλήθειας, ούτε ενήλικος ούτε παιδί, αδιάφορος για όλα όσα βρίσκονται έξω από τον δικό του, περιχαρακωμενο κόσμο".
Η αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική δεινότητα του συγγραφέα, η πρωτοτυπία του θέματος, η μοναδικότητα τού γλωσσικού ύφους και η ξεχωριστή θεώρηση των πραγμάτων με μια ποιητική και φιλοσοφική χροιά, οδηγούν σε μια αναγνωστική απόλαυση άνευ προηγουμένου.
Υποκλίνομαι στο μεγαλείο αυτού του βιβλίου! Ο Μιχάλης Αλμπάτης είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας που σίγουρα θα συζητηθεί πολύ στο μέλλον για το έργο του.
Η ελκυστική, όπως πάντα, γραφή του Αλμπάτη, αρχίζει μια ιστορία που πείθει. Η ηλικιωμένη γειτόνισσα κρύβει το εβραιόπουλο στη σοφίτα του σπιτιού της, μια σοφίτα βιβλιοθήκη. Ο Γιόσουα διαβάζει, διαβάζει, διαμορφώνεται πολλώ-λογιώ. Και διαμορφωνει κι άλλους έφηβους σαν αυτόν. Με την ήττα των Ναζί ο Γιόσουα ηγείται της επανάσταση των εφήβων κατά των ενηλίκων στην μικρή τους πόλη. Συναρπάζει η ανατροπή όλων των δεδομένων και η εφαρμογή στη πράξη της ισότητας. Ακολουθεί μια ξέφρενη απελευθέρωση από συμβάσεις και περιορισμούς, ιδιαίτερα ερωτικούς, αγαπημένο θέμα του Αλμπάτη. Η κατάλυση του χρόνου, αποκορύφωμα της απελεθεύρωσης. Πόσο κρατά όμως μια επανάσταση ακόμα και η αγνότερη, η πιο ανιδιοτελής, η πιο σωστή? ιδιαίτερα αυτή! και τι γίνεται άμα συγκρουστεί με την ανθρώπινη φύση? Ο αντάρτης ήρωας μας μπορεί να ζήσει έξω από τις σελίδες των βιβλίων που καταβρόχθησε η τον καταβρόχθησε η πραγματικότητα? Η αναρχομηδενιστική ανταρσία του μπόρεσε να αποδειχτεί ένα εξελικτικό άλμα η θα χρειαζόταν αιώνες εξελικτικής διαδρομής? Την ριζική και ξεκάθαρη απάντηση την δίνει ο ανθυπολοχαγός του Ερυθρού Στρατού Ζοσίμοφ. Κι ο Ελληνας φιλόσοφος ψιθύρισε στον αντάρτη μας " Αν δεν σε τρομάζει το κενό της ανυπαρξίας που προηγήθηκε της γέννησης σου, γιατί να σε τρομάζει αυτό που θα ακολουθήσει τον θάνατο σου? ".
Ελάχιστα νουβέλα και σχεδόν αποκλειστικά δοκίμιο (οπότε ως τέτοιο μπορεί να κριθεί), το νέο βιβλίο του Αλμπάτη καταπιάνεται με την ουτοπία της επανάστασης. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν πλοκή και χαρακτήρες, και κυρίως δεν υπάρχει αφηγηματική φωνή: αυτό που διαβάζει ο αναγνώστης ειναι οι σκέψεις του συγγραφέα και όχι ο αφηγητής. Γενικότερα η αλληγορία μου φάνηκε προφανής και πρόχειρα δοσμένη, και το λεξιλόγιο πιοκοντά στο επιτηδευμένο παρά στο πλούσιο.
Τα δύο βιβλία του Μιχάλη Αλμπάτη, «Η Κατάλυση του Χρόνου» και «Και οι Νεκροί Ας Θάψουν τους Νεκρούς τους», εκδόσεις Νήσος είναι έργα βαθιάς φιλοσοφικής διάστασης, που συνδυάζουν την ιστορική διάσταση με την ψυχολογική και ηθική αναζήτηση. Στο πρώτο, παρακολουθούμε την πορεία του νεαρού Γιόσουα, που, διαμένοντας σε μια σοφίτα γεμάτη βιβλία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αναπτύσσει μια αντίληψη για τον κόσμο, επηρεασμένος από τις επαναστατικές ιδέες των βιβλίων που διαβάζει. Στο δεύτερο, η αφήγηση εστιάζει σε έναν νεαρό που ανακαλύπτει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών, μεταφέροντας τον αναγνώστη σε μια παράδοξη, αλλά και έντονα ηθική περιπέτεια. Και τα δύο έργα διερευνούν τη φύση της αλήθειας, της μνήμης και της αντίστασης απέναντι στην εξουσία, με έναν αφηγηματικό πλούτο που συνδυάζει το προσωπικό με το συλλογικό και το ιστορικό με το υπερφυσικό.
Το βιβλίο δεν έχει κεφάλαια! Διαβάζεται πολύ ευχάριστα, παρότι το θέμα του. Η θεματολογία είναι πολύ ιδιαίτερη και εύγλωττα διατυπωμένη. Ο τρόπος συγγραφής είναι χαρακτηριστικός του συγγραφέα πλέον και θα προτιμούσα να μην ξέρει ο αναγνώστης τι θα διαβάσει. Για αυτό η γενική περιγραφή! Θα το πρότεινα ανεπιφύλακτα!
3 αντι για 4 αστεράκια γιατι η μετατόπιση του ρήματος στο τέλος της προτασης ήταν αρκετα κριντζ... πολύ ωραία η εικόνα του αγορίου με το βιβλίο και τον κουφό γάτο στη στέγη Κατα τα λοιπά μια ιστορία με προβλεπόμενη εξέλιξη.
Δοκιμιακή νουβέλα; Μυθιστορηματικό δοκίμιο; Ένα μικρό βιβλίο που συνδυάζει και τα δύο με πυκνή, καλοδουλεμένη γραφή για να περιγράψει πώς λειτουργεί ο κόσμος, πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς και, γενικότερα, την ουτοπία και τη ματαιότητα των επαναστάσεων, όπως τουλάχιστον τις ξέρουμε.
Not my cup of tea που θα ελεγαν και οι φιλοι μας οι Αγγλοι… Ουσιαστικα ενα δοκιμιο με ιδεολογικο προσανατολισμο, με επιτηδευμένο λόγο, και λιγο πολυ αναμενόμενη εξέλιξη. Θα ελεγα οτι ξεκινησε καλυτερα απ’οτι τελειωσε.
Καλό βιβλίο αλλά νομίζω ότι ο Αλμπάτης έπιασε το πικ του στους Νεκρούς. Εδώ η προσπάθεια να μιλήσει για μια εποχή και μια χώρα που δεν γνωρίζει τον οδηγεί νιώθω σε ατοπήματα και αστοχίες διηγηματικές.
Καλύτερο από τους Νεκρούς αλλά νιώθω ότι είναι λάθος η επιλογή της Τσεχοσλοβακίας ως μέρος γιατί δεν μπορεί να το υποστηρίξει. Υφος ίδιο, πιο ενδιαφέρουσα ιστορία.