Οδός Σόλωνος, οδός ονείρων συλλογικών και ατομικών. Οδός διαδηλώσεων, ερώτων, χαφιέδων, χαμένων προσδοκιών. Μυστικά και βλέμματα, αγγίγματα βιαστικά και καφές στο κυλικείο. Πεταμένα τσιγάρα, παλιά βιβλία, γέλια και ελπίδες. Όταν βρέχει γλιστρούν οι σπασμένες πλάκες στα πεζοδρόμιά της, φοβάσαι μην πέσεις, μεγάλωσες πια, τι κάνω εδώ πάλι; αναρωτιέσαι. Αλλά είσαι εδώ, στην οδό Σόλωνος, χαμογελώντας: ωραία ήταν, λες, και αφήνεις τις ματαιώσεις να παρασυρθούν με τα βρομόνερα και τ αποτσίγαρα στα ρείθρα του δρόμου. "Είμαστε τυχερή γενιά", ακούς καθαρά μέσα σου.
Πρόλογος του Βαγγέλη Καραμανωλάκη Η δολιότητα της μνήμης Η Φαύστα στην Αλικαρνασσό Μια εποχή ήταν κι αυτή Γεωγραφία μιας λέξης Όνειρο - ο Μνημοφύλαξ Ο Γεώργιος Σουρής στον Ιταλικό Στρατώνα Το κουλούρι Πέτρα και νερό Τριαντάφυλλα μπακαρά Οργαντίνα διάφανη με κόκκινα από βελούδο τριαντάφυλλα Ιάσων από την Κολχίδα Μύτη κόκκινη πρησμένη Πάμε μια βόλτα στο Κατίν Ο Τριστάνος, η Ιζόλδη και ο Ναζίμ Στάμπα κόκκινη στο πιάτο Τι εστί βαγοτονία Λιμάνι δακρυσμένο Ζωή μυστική
H Οδός Σόλωνος, η Νομική, το Πολυτεχνείο, το Ηράκλειο, είναι μέρη που μοιράστηκα τότε με την συγγραφέα, χωρίς να την ξέρω. Οι δικές μου εμπειρίες όμως μετρημένες. Τις δικές της, πολλές και σύνθετες, τις καταθέτει στο χαρτί με οξυδερκεια παρατήρησης, με κριτικό βλέμμα 50 τόσα χρονια μετά, με χιούμορ και σπιρτάδα, χωρίς ψευδαισθησεις, κυττώντας κατάματα το τότε και το μετά. Με γοητευτική γραφή. Διαβάζοντας τα διηγήματα ξαναζεί κανείς τον παλμό εκείνων των ημερών, την τόλμη των φοιτητών και φοιτητριών που όρθωσαν το ανάστημα τους και αντιστάθηκαν στον φασισμό με όλο τον ενθουσιασμό και την πίστη της νιότης πως δεν μπορεί, θα την ξεσηκώσουν την κοινωνία. Ξαναζεί και τον φόβο, την αμφιβολία του ποιός είναι ο δίπλα σου, την ενοχή που κάποιοι πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Και τι έμεινε από όλα αυτά; μια πικρία για όσα δεν πραγματώθηκαν, μια στωικότητα για την ροή που παίρνουν τα πράγματα, μια ρομαντική ανάμνηση; Η Τρουλλινού μας παραδίδει όσα έζησε κι εμείς ας κάνουμε την προσωπική μας αποτίμηση. Και όσοι δεν έζησαν την εποχή, θα την ζήσουν κι αυτοί ολοζώντανη μέσα από τις ιστορίες της. Κι ίσως να ζηλέψουν και λιγάκι που δεν ήταν εκεί.
Από ένα οδοιπορικό στη Σόλωνος και στους γύρω δρόμους των Εξαρχείων και της Νεάπολης, γυρνώντας πίσω στους δρόμους της γενέθλιας πόλης, στα Χανιά, και ύστερα στους δρόμους της δεύτερης αγαπημένης πόλης, στο Ηράκλειο, η Νίκη Τρουλλινού ξεδιπλώνει μνήμες πίσω μπρος, από τη δικτατορία, τη Νομική και το Πολυτεχνείο, γυρίζει πιο πίσω και πιο πίσω και πάλι μπροστά και μέχρι σήμερα. Θυμίζεται πρόσωπα και γεγονότα, καταγράφει προσωπικές στιγμές, δεν νοσταλγεί ή μπορεί και να νοσταλγεί, εγώ ένιωσα κι έτσι, μια κι έχουμε ίδιες περίπου καταβολές και παρόμοιες εμπειρίες, ίδια γενέθλια πόλη, γνωστά πρόσωπα περνούν απο μπροστά μου καθώς γυρίζω τις σελίδες ή φαντάζομαι μην είναι ο τάδε και η δείνα... Δεν ωραιοποιεί, δεν καταγγέλλει, καταγράφει, αστειεύεται, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Θυμίζει κάτι από την Αρχαία σκουριά της Μάρως Δούκα, εκείνη κατέγραψε τη γενιά του 60 και του 114, η Τρουλλινού πήγε λίγο παραπέρα κι έφτασε στη γενιά της δικτατορίας και του Πολυτεχνείου. Ζωγραφίζει με τη δική της παλέτα, χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς βερμπαλισμούς και ηρωισμούς, μια εποχή και μια γενιά. Κι εμείς αναρωτιόμαστε: ήταν ηρωική εκείνη η εποχή; Ήταν ξεχωριστή εκείνη η γενιά; Και μετά;