Η Άννα, η σιδηρά κυρία μιας μεγάλης εταιρείας στην οποία αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά και για την οποία θυσίασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της εις βάρος της οικογένειάς της, ξαφνικά απολύεται. Η κρίση, που μέχρι χθες δεν την άγγιζε, τυλιγμένη καθώς ήταν στο κουκούλι της δύναμης και της αλαζονείας της, χτύπησε και τη δική της πόρτα. Από τη μία μέρα στην άλλη, έρχεται αντιμέτωπη με όσα επιμελώς έκρυβε κάτω από το χαλάκι της ζωής της, γιατί δεν είχε τον χρόνο να ασχοληθεί μαζί τους. Διαπίστωσε πως η κρίση είχε επεκταθεί στον γάμο της, στις αξίες της, στον κοινωνικό της περίγυρο… Ο πρώτος που θα εγκαταλείψει το καράβι που βουλιάζει είναι αυτός που νόμιζε για καπετάνιο της, ο άντρας της. Δεν του αρέσει η σκουριασμένη πανοπλία της, την είχε μάθει δυνατή, την είχε μάθει αρχηγό, είχε δεδομένη τη μόνιμη προσφορά της. Όμως η Άννα είναι γεννημένη ηγέτιδα, όπως συνήθιζε να λέει ο πατέρας της, και θα καταφέρει έστω και με τρικυμίες, έστω και με απώλειες, να οδηγήσει το καράβι της σε απάνεμο λιμάνι. Θα ρίξει άγκυρα στη ζωή του Βασίλη και θα εκπλαγεί όταν μάθει πως η μοίρα τούς ήθελε μαζί από την αρχή, αλλά η ζωή αλλιώς τα είχε σχεδιάσει. Μα στ’ αλήθεια, ποιος κατάφερε ποτέ να αλλάξει ή να σβήσει όσα είναι γραφτό να γίνουν; Ένα δυνατό και επίκαιρο μυθιστόρημα για την κρίση που γεννά κρίσεις αξιών, ιδεών, χαρακτήρων, αλλά και δεύτερες ευκαιρίες για όσους τολμούν!
Η ΠΕΝΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε λογιστική και ασχολήθηκε με το αντικείμενο των σπουδών της για είκοσι πέντε χρόνια, δίχως να επιτρέψει στους αριθμούς να επηρεάσουν το ανήσυχο πνεύμα της. Εργάστηκε επίσης για επτά χρόνια στον τομέα του μάρκετινγκ, μέχρι το 2011, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Μιλά αγγλικά και γερμανικά. Το 2007 έγινε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Τα τελευταία χρόνια καταπιάνεται και με τη στιχουργία. Στίχους της έχουν ερμηνεύσει η Λένα Αλκαίου και ο Θοδωρής Νικολάου. Ύστερα από αρκετά χρόνια που ασχολείται με τη συγγραφή εξακολουθεί να πιστεύει πως η μεγαλύτερη δημιουργία της ζωής της είναι τα δύο παιδιά της, στα οποία σχεδόν πάντα αφιερώνει τα βιβλία της.
τα πρώτα χρονιά της κρίσης τότε που την είχαμε ακούσει στερεοφωνικά γιατί τώρα συνηθίσαμε (λέμε τώρα) πολλοί συγγραφείς πειραματιστηκαν να γράψουν κοινωνικά μυθιστορηματα με φόντο την Ελλάδα της κρίσης. τίμια προσπάθεια άλλα άνευρη και άχρωμη.
Νομίζω ότι ανακάλυψα άλλη μια συγγραφέα που θα λατρέψω κι ανυπομονώ να διαβάσω κι άλλα βιβλία της! Αν ξεκινάω να διαβάζω ένα βιβλίο κι αρχίζω να υπογραμμίζω ωραία αποσπάσματα, καταλαβαίνω ότι έχω ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, οπότε κάθομαι πιο αναπαυτικά κι αρχίζω την ανάγνωση με κατεβασμένα τηλέφωνα και κλειστό ηλεκτρονικό υπολογιστή!
Τι μου άρεσε: - η πρωτότυπη αρχή και οι πρωτότυπες συνθήκες γνωριμίας των πρωταγωνιστών (ο Βασίλης είναι υπεύθυνος ασφαλείας σε σταθμό του μετρό και την προσοχή του τραβά η Άννα, μια γυναίκα που έρχεται στο σταθμό, κάθεται λίγες ώρες και ξαναφεύγει). -το στυλ και η γραφή: ποιητικό (όχι σε υπερβολική ποσότητα), με ωραίες παρομοιώσεις και μεταφορές -ότι οι πρωταγωνιστές δεν είναι νέοι αλλά έχουν ήδη τις έγγαμες ζωές τους και η Άννα έχει και παιδί, οπότε η εξέλιξη της πλοκής μάς δείχνει τι γίνεται και πώς ξεπερνιούνται τα εμπόδια και ακόμη περισσότερο μου άρεσε που η ερωτική τους ιστορία υπάρχει σα φόντο, σαν τοιχογραφία, μπροστά από την οποία εκτυλίσσονται τα περιστατικά (δεν έχουμε δηλαδή ερωτικές απιστίες, ζηλιάρηδες συζύγους, μαλλιοτραβήγματα και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο συναντάμε σε ρομάντσα) -ο συγκλονιστικά αληθινός και παραστατικός τρόπος με τον οποίο μας δίνονται οι συνθήκες εργασίας σε έναν χώρο όπου οι υπάλληλοι κυριολεκτικά στίβονται σαν τις λεμονόκουπες με την απειλή «θα πάρει άλλος τη θέση σου αν δε θες» να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους -ο ισχυρός δεσμός της Άννας με τη μητέρα της, τα χρώματα που βάφουν τη σχέση τους, τις αποφάσεις που παίρνουν η μία για την άλλη και το ζεστό, τρυφερό αποκούμπι που πάντα υπάρχει στην αγκαλιά της μάνας, στα λόγια της, στο βλέμμα της, στο ζεστό φαΐ που ετοιμάζει
Επειδή μου άρεσαν πάρα πολύ όλα αυτά, δυσαρεστήθηκα με την εξέλιξη των συζύγων της Άννας και του Βασίλη, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν μέσα στους γάμους τους και τα όσα ακολούθησαν ύστερα από κάποιες αποφάσεις των πρωταγωνιστών. Παρ’ όλο που το κείμενο έχει ωραία γραφή, ένιωσα ότι η συγγραφέας δε διεισδύει όσο θα έπρεπε στην ψυχολογία τους, στα αίτια και τα αιτιατά, λες και έχει χτυπήσει την πόρτα της ζωής τους και διστάζει να μπει πιο μέσα. Σε καμία περίπτωση δεν το θεωρώ προχειρογραμμένο κείμενο, όμως όσο γύριζα τις σελίδες τόσο περισσότερο ένιωθα ότι απλώς βλέπουμε τις ζωές των χαρακτήρων, δεν τις παρακολουθούμε. Η δράση και η αντίδραση είναι αληθοφανέστατες, όμως η ανέλιξη και η εξέλιξη δεν είναι τόσο βαθιά μελετημένες και η πλοκή δείχνει βεβιασμένα γρήγορη.
Όλα αυτα δε θα αποτελέσουν εμπόδιο να απολαύσει κάποιος το νέο μυθιστόρημα της αγαπημένης συγγραφέως. Το συστήνω ανεπιφύλακτα γιατί έχει ωραίο λεξιλόγιο, γεννάει συναισθήματα, είναι καλογραμμένο και μας δίνει με μικρά, σύντομα κεφάλαια, μια διαφορετική ερωτική ιστορία, κάτι που θα ενθουσιάσει τους αναγνώστες!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Τι περίεργο. Ενόσω οι γονείς γερνούν γνωρίζοντας συνειδητά το καθήκον τους, τα παιδιά είναι απασχολημένα με τη ζωή τους κάνοντας ακριβώς το ίδιο. Στο τέλος είναι γερασμένα παιδιά γερασμένων γονιών» (σελ. 70).
«Κουβέντα η μάνα. Ό,τι είχε να πει το έλεγε η σιωπή της. Κι έκανε η άτιμη έναν θόρυβο....Η Άννα άρχισε να βγάζει και να πετάει όσα τη βάραιναν καιρό τώρα. Ταυτόχρονα, με κάθε λέξη αποκτούσε απίστευτη ενέργεια. Άδειασε τα πιάτα στον νεροχύτη, τα σκουπίδια στον κάδο απορριμμάτων και τις ενοχές της στον Καιάδα» (σελ. 71).
«Κουράστηκε. Ξεχάστηκε με τα όνειρα που έβγαλε από τη βαλίτσα για να αεριστούν γιατί μύριζαν μούχλα και άρον άρον τα ξανάβαλε μέσα, έριξε και λίγη ναφθαλίνη μην τα φάει ο σκόρος του χρόνου και την έκλεισε καλά. Δε θα το έψαχνε άλλο. Αν ήταν να έρθει κάτι στη ζωή του, ας ερχόταν. Εκείνος θα έκανε χώρο δίπλα του και θα περίμενε» (σελ. 89).
«Γι’ αυτό και ήθελε να της γλυκάνει την πίκρα, να της χαράξει στην ψυχή όμορφες εικόνες από τα τελευταία Χριστούγεννα μαζί της. Να της βάλει ζάχαρη άχνη όπως έβαζε, καλή ώρα, στους κουραμπιέδες και να της σκεπάσει τη θλίψη. Να της βάλει μέλι, όπως στα μελομακάρονα, για να μελώσει ο καημός της. Να ρίξει μπόλικη κανέλα, όπως στις τηγανίτες, και η μυρωδιά της να διώξει μακριά τη δυσωδία της αδικίας» (σελ. 198).
«Ένα βιβλίο η ζωή και κάθε νέο κεφάλαιο μια νέα αρχή. Μερικά τα διαβάζεις αδιάφορα, μερικά γελώντας και άλλα πάλι κλαίγοντας. Μα τι σημασία έχει, το κέρδος κρύβεται στο διάβασμα, στο ταξίδι» (σελ. 291).
Ένα σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα που παρακολουθεί τη ζωή μιας δυναμικής γυναίκας, όταν όλα γύρω της καταρρέουν. Η επαγγελματική επιτυχία δεν στάθηκε αρκετή για να τη σώσει από τις συνέπειες μιας γενικότερης κρίσης, που τελικά αγγίζει και τις πιο προσωπικές της σχέσεις. Καθώς αναγκάζεται να αντιμετωπίσει αλήθειες που για χρόνια έκρυβε, ξεκινά ένα εσωτερικό ταξίδι ανασυγκρότησης. Η ιστορία μιλά για την πτώση αλλά και τη δύναμη να ξανασταθείς στα πόδια σου, για το τέλος παλιών βεβαιοτήτων και την αρχή μιας νέας ζωής με γερές βάσεις. Ένα δυνατό αφήγημα για όσους τολμούν να δουν κατάματα την αλλαγή και να διεκδικήσουν μια δεύτερη ευκαιρία.
Συνηθισμένη ιστορία που την βιώνει ο καθένας μας ξεχωριστά όχι φυσικά με τον ίδιο τρόπο,αλλά παρομοίως και εκ του αποτελέσματος.Προσωπικά με κούρασε και σαν ιστορία δεν μου άφησε κάτι ενώ άλλα βιβλία της συγγραφέως που έχω διαβάσει μου είχαν αρέσει και μου έβγαλαν συναισθήματα.πάντα κατά την άποψή μου).Επίκαιρο βέβαια δίνοντας και μια αισιοδοξία για το τέλος,αλλά μέχρι εκεί!!!!
Ένα αρκετά καλό βιβλίο για τα χρόνια της οικονομικής κρίσης με γρήγορους ρυθμούς και με αφήγηση που δεν κουράζει και δεν επαναλαμβάνεται. Οι περιγραφές της δουλειάς της πρωταγωνίστριας είναι ρεαλιστικές λες και όντως δούλευε σε αντίστοιχες εταιρείες. Διαβάζεται εύκολα μέσα σε 2 μέρες.