UPDATE 20.11.17:
Σκεφτόμουν το ΣΚ τις ιδιαιτερότητες του τρίτου μέρους, μετά το ατύχημα. Πιστεύω πως για μια ακόμη φορά ένα αντίγραφο, είναι αντάξιο του αυθεντικού. Υπάρχει μια βαθιά γραμμή συγγένειας, τόσο με το δεύτερο μέρος του Εξαδέλφου Πονς, ειδικά αφού μένει κατάκοιτος και μια άλλη λιγότερο εμφανής και σαφής με το Χωριό Στιεπαντσίκοβο. Τίποτα όμως δεν κάνει λιγότερο γοητευτική την ανάγνωση, αυτού εδώ του βιβλίου, ούτε καν η πρόθεση του συγγραφέα του απ' την αρχή να δώσει το σκελετό.
26.10.17:
Όταν διαβάζω βιβλία σαν αυτό που ο ρεαλισμός θυσιάζει κάθε ωραιολογία ψυχρά κι αποφασιστικά, όσο κι αν εξακολουθώ να αγαπώ το ρεαλισμό, στενοχωριέμαι, απογοητεύομαι, θυελλιάζω τόσο πολύ απ’ την ειλικρίνεια που αμέσως σκέφτομαι να τελειώσει, μακάρι να τελειώσει, για να διαβάσω παραμύθια για όλη τη μαγεία που μου έκλεψαν, και, ας μου δίνουν την επιβεβαίωση. Σε κανέναν δεν αρέσει να τον βρίζουν, να τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό του, έτσι;
Πόσα κάνουμε για τα πάθη μας, που αν δίναμε ίσες ευκαιρίες σε άλλους ανθρώπους, δε θα κυνηγούσαμε μια ζωή ανέμους. Μα όταν το πάθος δεν έχει τον έλεγχο, ο νους δεν είναι καθόλου απλόχερος, γιατί κάποια πράγματα, ορισμένες υποχωρήσεις τις βλέπει σαν υποκρισίες και όχι σαν ευκαιρίες και προτιμά να μηρυκάζει στο εγωιστικό του βοσκοτόπι.
Ανήκει σε αυτό το είδος συγγραφέα ο Ναμπόκοφ που ανήκε και ο Στεντάλ: λιτός και βαθυστόχαστος, μέσα σε ελάχιστες γραμμές εξαντλεί κοφτερά την ανατομία, τη φυσιολογία, την παθολογία του απωθημένου, την ηθική που επικρατεί στους κύκλους των απέξω ( θυμηθείτε όσοι το ‘χετε διαβάσει τη στάση των φίλων μετά το χωρισμό του Αλμπίνους, ή το πηγαδάκι του θυρωρού τη μέρα της πρεμιέρας ). Γράψιμο φιλικό, μέσα σε λίγες σειρές κλέβει απ’ τους ανθρώπους εκείνες τις λεπτομέρειες που τους χαρακτηρίζουν, περισσότερο απ’ τα πορτρέτα τους. Με όλη του την απλότητα, γράφει πλατιά, σαν να διασχίζεις πεδιάδες, σα να βλέπεις μια ζωή μέσα απ’ τα φανάρια σε δρόμο σκοτεινό που δεν έχεις πολλές ευκαιρίες και μισοκλείνοντας τα βλέφαρα περιμένεις τη στιγμιαία λάμψη για να υφαρπάξεις όσο περισσότερα μπορείς, πριν χαθεί σε μια πορεία ανεξέλεγκτη, αδιάκοπη, έξω από στατιστικές.
<< Αρχίζει, σκέφτηκε ο Αλμπίνους >>. Δεν υπάρχει απλούστερη φράση απ’ αυτό το ‘’αρχίζει’’ κι όμως δείχνει με τον καλύτερο τρόπο μια πολύ χαρακτηριστική φράση που έχει μονολογήσει τουλάχιστον δυο φορές κάθε άντρας στη ζωή του. Την πρώτη, πιάνοντας τον εκκολαπτόμενο κώδικα κατά τύχη και τη δεύτερη επειδή η αρχή κάθε κώδικα είναι ίδια και προαιώνια, αφήνει κάτι σα μυρμήγκιασμα στη σκέψη, σαν αμφιβολία χαρμόσυνη στην καρδιά.
Κεντρικός οικοδεσπότης ο έρωτας των διαφορών, οδηγεί στην κορύφωση της κρυστάλλωσης πριν την απομυθοποίηση ( όπως πολλά χρόνια πριν γράφτηκε στο σπουδαιότερο εγχειρίδιο για τον έρωτα, απ’ το Στεντάλ ). Περιγραφή κρυστάλλινη, όχι όμως σαν εκείνα τα ποτήρια με τις καρικατούρες, όχι έτσι, πραγματικό κρύσταλλο μα ίσιο δίχως καμιά περικοκλάδα. Οι διαφορές, ακόμη η επιλογή ενός ταιριού εκ διαμέτρου αντίθετο απ’ το προηγούμενο, η υποχώρηση μπρος στο πάθος των ενδιαφερόντων μας που ο άλλος δεν αδιαφορεί απλώς, μα και τ’ απαξιώνει, γιατί δεν καταλαβαίνει.
<<Αν μου το ‘λεγε κανείς την παραμονή της πρωτοχρονιάς>> δεν είναι ενδιαφέρον; Συνηθίζουμε να συνδέουμε το χαρούμενο εορταστικό των Χριστουγέννων και την τυπική αλλαγή του έτους, όταν θυμόμαστε πως άλλαξε η ζωή μας, προτιμώντας αυτή την περίοδο που σίγουρα τα πράγματα ήταν αλλιώς γιατί συνήθως οι μεγάλες αλλαγές, έρχονται σε άλλες στιγμές, διάφορες χρονικά, ακόμη ίσως – ίσως και διάφορες πνευματικά.
<< αν και ο χώρος μιας ταφόπετρας είναι αρκετός για να χωρέσει, φραγμένη από αγριόχορτα, την περίληψη μιας ανθρώπινης ζωής, οι λεπτομέρειες πάντα είναι καλοδεχούμενες >> και όντως πάντοτε μας ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες, γιατί είναι αυτές που κάνουν τη μονάδα, μονάδα και όσο πικρές κι αδίστακτες κι αν είναι, διψάμε να τις γευτούμε, σαν χαρωποί και καθόλου ένοχοι ηδονοβλεψίες, ελπίζουμε, πως όλα μπορούν να γίνουν αλλιώς, ή έστω να ταξιδέψουμε με τα παθήματα κάποιου άλλου. Μόνο που ένας καλός συγγραφέας, ένας καλός ρεαλιστής συγγραφέας, πάντοτε θα πει μέσα στις ιστορίες του και πράγματα που ξεφεύγουν της δομής, κάτι ελαφρά παράταιρο, ή διαφορετικό που όμως θα είναι ακριβώς εκείνο που δεν περίμενες να βρεις, εκείνο που έχεις αποφασίσει να αποφεύγεις σα θέμα συζήτησης με τον εαυτό σου.
Δεν υπάρχουν σημεία που αφήνει ο συγγραφέας στο σκοτάδι, απ’ το πώς μπορεί ένα μικρό ανθρωπάκι, μια μετριαδούρα να υψώσει τέτοιο ανάστημα λόγω εκείνου του είδους πάθους που υποκινούμενο απ’ το αχόρταγο απωθημένο κι απ’ τον ‘’εσωτερικό άνθρωπο’’, το ασυνείδητο, όπως το ονομάζει ο Γιουνγκ αποδεικνύει κατά τα λεγόμενα του Σοπενάουερ, πόσο αδιανόητα ισχυρή είναι η θέληση, πάνω ακόμη κι απ’ το νου. Ένα τέτοιο ανθρωπάκι με απίστευτη αποφασιστικότητα, ψυχρά μέσα σε αδιασάλευτη και αδιαπραγμάτευτη απάθεια παρατάει το παιδί του ( με έσκισε ο συγγραφέας όταν το παιδί άνοιξε το παράθυρο ελπίζοντας πως το σφύριγμα του αγνώστου ήταν το σφύριγμα του πατέρα ), τη γυναίκα του και τη στιγμή που στο σπίτι του εγκαθιστά το τσόκαρο και αρκεί μια και μόνη μετατόπιση ενός βάζου ή κάποιου φουλαριού για να ξεχάσει όσα συνέδεαν αυτό το χώρο με την προηγούμενη ζωή του. Όσο κι αν τον χάρηκα, όσο κι αν τον συμπάθησα που μέσα στην απλότητα του στην αρχή – αρχή θεωρούσε απιστία όχι το να παραφυλάξει μια άλλη γυναίκα, μα το να περπατήσει στη βροχή χωρίς ομπρέλα, τόσο μετά τον απέρριψα με τον τρόπο που διέγραψε την Ίρμα.
Όπως έγραψα τίποτα δεν αφήνει ήσυχο, ούτε την τέχνη, ούτε τη συγγραφή, τη διαφθορά, τη μόλυνση των ψεμάτων από συμφέρον, κάπου σ’ ένα ταξίδι στη Γαλλία, χώνει κι εκείνη τη μικρή θεά την αμφιβολία, πηγή πολλών κακών, μα και η αποτύπωση που κάνει στην τύφλωση πνευματική ή πραγματική, είναι τόσο γλαφυρή που σκοτώνει. Κι όμως πέρασαν τόσες σελίδες, αυξήθηκαν υπερβολικά τα δεινά του Αλμπίνους, ωστόσο εγώ δε μπόρεσα να τον ξαναδώ γλυκά, η σκέψη μου παρέμεινε με τη μικρούλα Ίρμα. Η αλήθεια είναι πως μετά από ‘κεινη τη στιγμή που θεωρεί, ή καλύτερα η βούληση πείθει το νου ότι η αγάπη του για τη γυναίκα του είναι άσβεστη, άρα μπορεί να παροπλιστεί για το πάθος, ακολουθεί ένας κατήφορος πολύ τραχύς και απότομος. Λίγο πολύ είναι κάποιες φορές που πέφτεις στα μαλακά για κάποιες αποφάσεις και με κάποιες άλλες σου δίνει και καταλαβαίνεις, δεν υπάρχει σταματημός.
Ίσως να μην φτάνει σε τέτοια δυσθεώρητα βάθη πραγματικά, αλλά ψυχικά μπορεί και να τα ξεπερνάει. Τέλος δεν αφήνεται καμιά λεπτομέρεια ανεξήγητη, ούτε σε επίπεδο ψυχολογικού ρεαλισμού σχετικά με το υπόβαθρο των πρωταγωνιστών, απ’ τον ανύπαρκτο πατέρα της Μαργκότ και τον αδερφό που αναζητά την τιμή του όταν μπορεί να αποτιμηθεί οικονομικά ( αυτό τώρα θυμίζει αδιόρατα Ξενόπουλο, δεν υπονοώ παρά μια εκλεκτική συγγένεια δεδομένων των εποχών που γράφτηκαν και τα δυο έργα ), μέχρι το Ρεξ που ψυχόρμητα έκαιγε ποντίκια πριν ξυπνήσει μέσα του το καλλιτεχνικό απ’ την ανάγκη να δει τη φύση πριν τη ζωγραφίσει ή την εκλογίκευση σε αυτό, μέχρι τις άνοστες σχέσεις του Αλμπίνους. Χαράζει όλους εκείνους τους δρόμους που μετά οι χαρακτήρες απλώς ακολουθούν την πορεία τους, αδιαπραγμάτευτα και χωρίς σταματημό. Ενδιαφέρουσα ακόμη κι η ψυχολογία του χωρισμού για τον παρατημένο, το βλέπουμε στη Λίζα, το βλέπουμε στη Μαργκότ. Και επίσης, πως εν δυνάμει όλοι μπορούν να βρεθούν στη θέση εκείνου που εγκαταλείπει.
Μια τελευταία σκέψη για τις μέρες στο σαλέ είναι αυτή, πως μπορούν δυο άνθρωποι να είναι ή όχι χυδαίοι αλλά ο έρωτας τους, αυτό το σύστημα που αποτελούν, ο κώδικας επικοινωνίας, η αυθυπαρξία μπορεί να τους κάνει αδυσώπητους απέναντι σε όλο τον κόσμο, όπως οι κόρες στον πατέρα Γκοριό, ή η γυναίκα του ανθρωπάκου απ’ το Αρχαγγέλσκ, που δεν έχει καμιά σημασία η καλοσύνη, η αγάπη, γιατί ο έρωτας τυφλώνει και βλέπει τα πάντα σαν εμπόδιο στην ευτυχία του και ορισμένα όρια φαίνονται πολύ εύκαμπτα και εύπλαστα. Ποιος είπε ότι ο έρωτας είναι ηθικός;
Όμως, όσο κι αν η πλοκή ολοκλήρωσε τον κύκλο της φοβάμαι ότι αν τον κοιτάξουμε από μια απόσταση, φαίνεται πως το δεύτερο τόξο είναι κάπως μεγαλύτερο με αποτέλεσμα να είναι παραπάνω απ’ το άλλο τόξο κι αντί για κύκλος το σχήμα που προκύπτει είναι μάλλον υπερβολικής μορφής κι επίσης εκείνοι οι δρόμοι που χαράχτηκαν για τους πρωταγωνιστές διατηρούν μια ιδέα πρόσθετης ραφής. Μπορεί να ‘ναι η ιδέα μου.
<< … μια ιδιαίτερη ευθυμία, λίγο ενοχλητική ίσως – την ευθυμία του ανθρώπου που διασκεδάζει διακριτικά μόνος του, με την ίδια του την ύπαρξη >>
<< κοίταξε το ηλιοκαμένο δέρμα της λεπτής μας γερής γάμπας και σκέφτηκε πως μπορούσε να τη σκοτώσει, μα του ήταν αδύνατο να την αποχωριστεί >>