Βρίσκω την γραφή της Αμάντας Μιχαλοπούλου πάρα πολύ ευαίσθητη, προσωπικά από την μία ιστορία στην άλλη έλεγα "γίνεται να με ακουμπήσει πιο πολύ;" και όμως γίνεται.
Για να ξεχωσίσω όμως κάποια διηγήματα, θα έλεγα το "Όπως σπάμε ένα δάχτυλο", "Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη", "Κίτρινες πεταλούδες", "Φρέαρ 68", "Το πόδια μου και το κεφάλι μιας γυναίκας", "Πατέρας με σκύλο" (αυτό ένα τσικ περισσότερο από όλα).
Κοινώς, σχεδόν όλα τα διηγήματα είχαν πολλά πράγματα να μου πουν, τα ένοιωσα βαθιά όσο τα διάβαζα, μα το τελευταίο διήγημα μου πήρε την καρδιά και την έσπασε σε κομμάτια.
Είναι πολλά τα σημεία που ένοιωσα την ανάγκη να υπογραμμίσω.
"Όταν μια φωνή διαπερνά με οξύτητα μεγάλες ευρωπαϊκές πλατείες με παγωμένο αέρα, είναι σαν να γυρίζεται μια ταινία, η ίδια πάντα. Άνθρωποι εξαφανίζονται στο πλήθος, άλλοι τρέχουν ξοπίσω τους, στην ταινία όσοι χάθηκαν δεν ξαναγυρίζουν. Γι'αυτό η μουσική είναι πένθιμη ή δεν υπάρχει καθόλου."
"Οι άνθρωποι, παιδί μου, όταν δουλεύουν, χρησιμοποιούν μόνο ένα τμήμα του μυαλού τους. Θα το παρομοίαζα με την υπνοβασία."