Par l'auteur de DANS LES RÈGLES DE L'ART. UN AUTRE ÉTÉ GREC met également en scène l'écrivain Michalis Krokos pour une nouvelle aventure, qui se lit indépendamment de la précédente.
Né à Athènes en 1977, Makis Malafékas a fait des études d'histoire de l'art à Paris, avant de se consacrer au dessin et à l'écriture. Il collabore régulièrement avec les éditions de l'école des Beaux-arts de Paris, tout en publiant ses écrits en Grèce et en France. Il est l'auteur de cinq livres, dont une série de néo-polars athéniens, à mi-chemin entre pulp et roman social, qui met en scène son alter ego : l'écrivain Michalis Krokos. Il travaille actuellement sur le troisième volet de la série.
3.5/5* Αν το καλοσκεφτείς, κυριαρχούν 3 κατηγορίες βιβλίων: τα σπουδαία, όσα παριστάνουν τα σπουδαία (κακέκτυπα) και η παραλογοτεχνία την οποία εμείς οι άντρες ονομάζουμε κατ´ευφημισμόν «οικιακή», για να ειρωνευτούμε τις «νοικοκυρές», όσο διαβάζουμε με εμβρίθεια «κίτρινο» αθλητικό τύπο.Υπάρχει όμως και η παλπ λογοτεχνία, που έλκει την καταγωγή της από τις αρχές του 20ου αι. και έργα τυπωμένα σε φτηνό χαρτί και πιασάρικη θεματολογία (αστυνομική, τρόμου, εξωγήινη εισβολή κ.ά.)
Ένα τέτοιο αυθεντικό, ανεπιτήδευτο μυθιστόρημα, με πρωταγωνιστή και πάλι (βλ. «Δε λες κουβέντα») τον συγγραφέα Μιχάλη Κρόκο, τον λογοτεχνικό doppelgänger του Μαλαφέκα. Ελληνικό καλοκαίρι, συνωμοσίες, ανεπίλυτος φόνος, μποέμ τύποι, ημιπαραφρονες ακτιβιστές, σαϊεντολόγοι, ελληνοτουρκικές αερομαχίες, όλα τα χει ο λογοτεχνικός μπαξές του συγγραφέα. Μαζί με μυστήρια και συγκυρίες τραβηγμένες από τα μαλλιά, αποτίει ωδή στην παλπ και μπίτνικ κουλτούρα, (αυτο)σαρκαζόμενος ταυτόχρονα.
Με το έξυπνο κονσεπτ της αυτοαναφορικότητας, κλιμακώνει το ενδιαφέρον με πλοκή που (φυσικά) μπάζει αλλά δε σε αφήνει να ξεκολλήσεις. Η πρόζα θυμίζει (εσκεμμένα)αστυνομικό ρομάντσο τύπου ΒΙΠΕΡ και εν γένει λογοτεχνίας περιπτέρου, όμως ο συγγραφεας και ο (αντι)ήρωας πρωταγωνιστής δε φοβούνται να τσαλακωθούν, προκειμένου να μας δώσουν μια ιστορία που διαβάζεται απνευστί στην παραλία, μεταξύ τυρού και..μπίρας. Σκηνικό η πολυσυζητημένη Ικαρία, χωνευτήρι για το ετερόκλητο πλήθος που μαζεύεται εκεί για παραθερισμό και για να υπενοικιάσει λίγη από την αθανασία των κατοίκων της.
Σύγχρονη, απτή, ζωντανή γλώσσα και κείμενο δεμένο με τη σύγχρονη εποχή, κάτι το οποίο αφαιρεί από τη διαχρονικότητα του έργου, αλλά ποιος παλπ συγγραφέας την αποζητά στην τελική; Έξυπνο, αξιόλογο, με ρέουσα γλώσσα βιβλίο, δε θα σου αλλάξει τη ζωή, αλλά σου προσφέρει σε μεγάλες δόσεις την ένοχη απόλαυση του φτηνού αλλά όχι «φτηνού» έργου, όπως ένα κυριακάτικο απομεσήμερο βλέποντας spaghetti western.
Παρότι δεν είχα λατρέψει το προηγούμενο της σειράς, μπορούσα να πω πως το γράψιμο με είχε κερδίσει, εδώ όμως υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα που με κερδίζουν. Η πλοκή είναι σφιχτή από την αρχή ως το τέλος, η περιγραφή της καλοκαιρινής τρέλας ζωντανή και ο ήρωας, παρότι από την αρχή δείχνει έρμαιο των υπολοίπων στο τέλος αυτονομείται και διαμορφώνει το δικό του τέλος. Ένα πολύ καλό νουαράκι που δεν μασάει.
Αφού φέτος δεν θα πάμε στο χωριό, το συγκεκριμένο με μετέφερε στο νησί έστω και για λίγο. Διαβάζεται με μια ανάσα γιατί δεν σου κάνει καρδιά να το αφήσεις απο τα χέρια σου. Bonus η αναφορά στην Σαράνταινα (Μαρία Σαράντου Βατούγιου) και τον Μακριδάκη.
Ο Μαλαφέκας συνεχίζει τις περιπέτειες του Μιχάλη Κρόκου, αυτή τη φορά στην Ικαρία. Αυτό του δίνει την ευκαιρία να περιγράψει όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού και ακόμα ειδικότερα αυτού του ιδιαίτερου νησιού. Είναι pulp, είναι αστείο, είναι ανεπιτήδευτο, τα σχόλια του είναι καυστικά, και είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα το καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα, με μια σεβαστή ποσότητα αλκοόλ για να μη ζηλέψετε από αυτά που πίνει ο ήρωας!
Il existe un genre dans la littérature générale que j’appelle « la vie de poivrot », généralement on y retrouve un homme, jeune, pauvre, désœuvré, fan de foot et parfois écrivain, un peu en panne sèche, qui a une obsession assez maladive sur une nana (et une autre a une obsession avec lui). Et il passe son temps à boire. Tout le temps. Pas genre le flic dans du livre noir qui boit un doigt de whisky le soir en se rappelant à quelle point la ville est une garce qu’il faut mater. Non, on parle d’un mec qui s’enfile une bouteille de vodka, de Jameson (pas n’importe quel whisky quoi), 10 bières et parfois une bouteille de vin. Tous les jours. La moitié de la narration c’est ce qu’il boit et à quel point il lève le coude ou son cheminement pour aller à un bar / café / supérette. Quand il se fait un café ou boit un verre d’eau, tel son foie on pousse un soupir et on lève les bras. Le reste de l’histoire est généralement très prosaïque, du genre à lire un rapport d’un collègue sur une intervention particulièrement chiante ou votre vieil oncle vous raconter absolument toute sa journée par le menu, du pourcentage de batterie de son téléphone au menu du food-truck qui s’est installé en face de Norauto. Il y a parfois des fulgurances, souvent absurdes, des dialogues sur des théories complotistes ou un passage un peu profond, qui semblent toujours plus perchées qu’elles sont entre deux lampées à même la bouteille qu’il promène comme d’autres promènent leur chien.
Une grande partie du bouquin, c’est ça, il boit, il boit, il boit, il boit. Puis il y a une sorte d’intrigue qui commence, avec un meurtre, où il sue tout l’alcool qu’il a ingurgité, et vu que le protagoniste est l’alter ego de l’auteur, on se doute bien que bon, est-ce vrai, n’est-ce pas ? Je dirais que l’avantage du livre c’est qu’il est un peu rigolo, dans le genre anecdotes pétées à raconter à tes potes. C’est pas désagréable à lire une fois qu’il parle d’autre chose que ses consommations.
Λίγο υπερβολικό το σενάριο - με πολλές αναγκαίες συμπτώσεις στην πορεία του, παρόλα αυτά η αφήγηση είναι στιβαρή και δεμένη, η πλοκή ευχάριστη. Διαβάζεται σχεδόν υποχρεωτικά Αύγουστο.
Δεύτερο βιβλίο και μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο.Ο Κρόκος φαίνεται χύμα,λίγο στα παπάρια μου όλα,αποδεικνύεται όμως μυαλό.Και μου κράτησε καλή παρέα τον Αύγουστο.
Αυτό ήταν το δώρο από μένα σε μένα για τα σαράντα ένα μου. Ένα ιδιαίτερο νουάρ, που ήξερα πως θα μου φτιάξει το κέφι και θα με τα��ιδέψει. Μετά το πολυαγαπημένο "Δε λες κουβέντα", το alter ego του Μάκη Μαλαφέκα, ο Μιχάλης Κρόκος, επιστρέφει από το Παρίσι, προσπαθώντας μάταια να εκδώσει το βιβλίο του για την Ντοκουμέντα της Αθήνας. Κι ενώ προγραμματίζει διακοπές στη Σχοινούσα που δεν του κάθονται, η ζωή, ή μάλλον ένας παλιός φίλος, εκδότης, τον στέλνει στην Ικαρία και πιο συγκεκριμένα στη Μεσακτή για ένα... ρεπορτάζ περί των σερφάδων, των μπιτσόμπαρων και της κουλτούρας τους. Ίσως όλα θα πήγαιναν κατ’ ευχήν αν ο Κρόκος δεν ερωτευόταν. Μια μοιραία γυναίκα που είδε σε μια φωτογραφία. Η οποία θα... Τα υπόλοιπα να τα διαβάσετε μόνοι/ες σας, αν δεν σας πειράζει να γίνεστε ρόμπα στην παραλία, γελώντας σε κάθε δεύτερη αράδα. Η παλπ «Μεσακτή», στην οποία παρελαύνουν διάφορες σύγχρονες φυλές Ελλήνων [κάπου ίσως αναγνωρίσετε και εσάς ή τον Γιάννη Μακριδάκη ή τον Βασίλη Κικίλια και σίγουρα τον Πάνο τον Καμμένο] κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι, με ένα καταπληκτικό εξώφυλλο, σχεδιασμένο από τον Γιάννη Γκανά. Θέλω ένα βιβλίο κάθε Ιούλιο, με πρωταγωνιστή τον Κρόκο, από τον Μαλαφέκα, για να αρχίζω έτσι γαμάτα τις διακοπές μου. Περιμένω εναγωνίως να δω πού θα τον ξανασυναντήσω... Και περιμένω εναγωνίως και σκηνοθέτη να αναλάβει να μεταφέρει τις περιπέτειες του Κρόκου στη μεγάλη οθόνη.
Γι' αυτό το βιβλίο έγραψε η φίλη μου η Ελένη στο μπλογκ της: «Χεχεχε! 😄 και χιχιχι! 😄 Τι γαργαλιστικο βιβλιο! Γραφουν πως είναι pulp, ή οτι είναι noir, αλλα εγω λεω οτι ειναι fusion πολλων ειδων. Μοιαζει με ταξιδιωτικο αφηγημα του τυπου flânerie αλλα διαβαζεται και σαν ιστορια μυστηριου. Τι ταιριαστο στην Ικαρια! Ολο παραξενες πραγματικοτητες, μυθους και απροσδοκητα! Xεχεχε, και χιχιχιχι από καρδιας!!! 😄 😄 😄 Λοιπον, για οσους δεν γνωρίζουν ― αν και μετά από τοσα καλοκαιρια δοξας αμφιβαλλω να υπαρχουν τετοιοι ― η Μεσακτη ειναι μια παραλια της Ικαριας… Ουπς, τι λεω; Ειναι Η ΠΑΡΑΛΙΑ! Μια μεγάλη αμμουδια που καποιοι από μας τον Αυγουστο την εχουμε πως ειναι η Γκοα μας, η Κοπα Καμπανα μας, το Μαλιμπου μας, και ο,τι άλλο βαζει ο νους του καθενός μας. Ομως, πισω απο αυτην την παραλια (και τα φαντασιακα της διπλοτυπα), πανω απο τον δρομο, ψηλα στους λοφους, απλωνεται η «terra incognita» ― το υπολοιπο νησι, καπου στο βαθος, μονο βουνα και δαση, αλλοι ανθρωποι, αλλη ζωη. Καμια σχεση. Οι αντιθεσεις και η πολυχρωμια προσελκυουν και εμπνεουν τους πεζογραφους. Λιγοι ομως καταφερνουν να φτιαξουν με αυτες ενα καλο βιβλιο. Τη «Μεσακτη» του Μαλαφεκα με ηρωα τον κλασικο flâneur Μιχαλη Κροκο την διασκεδασα, μου θυμισε τα παλια, με εβαλε να σκεφτω, και ουπς! ― καπου μεσα σε ολα που αφηγειται, ειδα μια ηρεμη, εντιμη απογνωση που με συγκινησε. 💗 Δεν υπαρχει ελπιδα. Υπαρχουν ομως ιστοριες. Πολλες ιστοριες. Μια απο αυτες ημουν κι εγω ― ηταν δικη μου ιστορια. Μου εκανε καλο που την ξαναζησα. Thanks, Makis! Κι ευχαριστουμε για την αφιερωση! 😘 Χεχεχε! 😄 και χιχιχι! 😄» __________________________________ Απόσπασμα από το άρθρο «Ενα βιβλιο και αλλα δυο» (Ιούλιος 2020) https://islgr.wordpress.com/2020/07/3...
Ο Μιχάλης Κρόκος ήταν η παρέα μου φέτος - και τολμω να πω, πολύ καλή παρέα. Είναι αυτό το τυπάκι που θέλεις στον κύκλο σου, που είναι καλό παιδί αλλά είναι και λίγο μαλάκας και όλο μπλέκει σε περίεργες φάσεις και μετά λέει τέλειες ιστορίες και τα μισά που λέει είναι μάλλον φούμαρα, αλλά τον συγχωρείς γιατί τα λέει ωραία.
Διάβασα τα βιβλία με ανάποδη σειρά, πρώτα το DeepFake, μετά το "Δε λες κουβέντα" και τελευταία τη Μεσακτή. Νομίζω καταλήγω ότι ο Μαλαφέκας είναι εξαιρετικός στο να στήσει αρχικά το σκηνικό και την πλοκή, το setup που λένε οι γραφιάδες, αλλά έχει πάντα μέτριο τέλος, το payoff για τους Ρώσους εκεί έξω. Έτσι συμβαίνει και στη Μεσακτή. Κρατάω τις εξαιρετικές περιγραφές καταστάσεων, τοπίων, ανθρωποτυπων και στερεοτυπων, κρατάω τον καλό ρυθμό και τις κοφτές ατάκες. Το όλο φονικό μυστήριο, το maguffin ή καπως έτσι, θα μπορούσε και να λείπει τελείως, εξάλλου μπάζει από χίλιες μεριές.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα για αυτό που είναι, μια εξαιρετικά αστεία χρονοκάψουλα της ελληνικής "φάσης" στα τέλη της δεκαετίας του 2010.
Ο Μαλαφέκας είναι μία από τις καλές πένες στη σημερινή λογοτεχνία. Και φαίνεται στο πρώτο μισό του βιβλίου με τις περιγραφές της Αθήνας και τις Ικαρίας, που όμως είναι ταυτόχρονα φλύαρες και χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης στο βιβλίο. Το δεύτερο μισό, που ξεκινάει η αστυνομική πλοκή, είναι απλά τραβηγμένο από τα μαλλιά.
Κλείσιμο τριλογίας Μιχάλη Κρόκου με μια καλοκαιρινή γεύση. Μία από τα ίδια αλλά με την καλή έννοια. Σφιχτή πλοκή, αφήγηση με ρυθμό, ματιές στην ελληνική πραγματικότητα με τη σωστή δόση κριτικής-ειρωνίας. Έξτρα πόντοι στον Μιχάλη Κρόκο που ξέρει την παραλία του Άρη και το μπαρ "Μαραμπού" αλλά δεν τα λέει με το όνομά τους.
φρέσκια ανάσα να διαβάζω χαρακτήρες που μιλάνε όπως ο κόσμος γύρω μου ωραία η αντιπαράθεση του τουρισμού Ικαρίας-Μυκόνου άργησε πολύ να μπει στο ψητό και βαρέθηκα δεν ξέρει να γράφει γυναίκες αλλά γράφει καλά λιγουρομπακούρια το επόμενο της σειράς με τον Κρόκο ήταν πολύ καλύτερο
Μου άρεσε η αμεσότητα της γλώσσας, το σκηνικό φυσικά και η χαλαρή ιστορία που μπορεί να σε συνοδεύσει στις καλοκαιρινές διακοπές. Ο ήρωας ένας από εμάς, σηκώνει το φρύδι μπροστά στον καθρέφτη μας. Προτείνεται για όσους θέλουν να απολαύσουν μια χαλαρή βουτιά στην ελληνική πραγματικότητα.
Καλοκαιρινός, δροσερός Κρόκος καταφέρνει να μπλέξει κάπως στην Ικαρία. Λιγότερο "πολιτικό" απο το προηγούμενο βιβλίο, αλλά αρκετά διασκεδαστικό. Διαβάζεται κατα πρότιμηση με κανένα κοκτέιλ στο χέρι σε κάποιο ξεχασμένο μπιτσόμπαρο.
Ενοχλητικός εξυπνακισμός . Παρωδία αστυνομικού με γλώσσα που θυμίζει editorial περιοδικών «ποικίλης ύλης» των 90s…ούτε καλές ατάκες να βγει λίγο γέλιο βρε παιδί μου …κάλπικο…