Η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι πάγοι λιώνουν, οι ωκεανοί διαστέλλονται. Τεράστιες ποσότητες υδάτων κατακλύζουν την ξηρά, ολόκληρες πολιτείες καταποντίζονται. Ο ήρωας του βιβλίου, σαν άλλος Νώε, επιβιώνει εξήντα περίπου μέρες, αφού έρχεται αντιμέτωπος με ποικίλα πρακτικά, υπαρξιακά και ηθικά ζητήματα. Στην Κιβωτό του, εκτός από τον σκύλο του τον Παρασκευά, τον συντροφεύουν συγγραφείς, στοχαστές και καλλιτέχνες - η μνήμη ενός ολόκληρου πολιτισμού, που παραμένει ζωντανός μέσα από τις αφηγήσεις του.
Ο "Νώε", οικολογική αλλά και πολιτική δυστοπία, μιλά για κάτι που είναι ήδη παρόν.
«Μπορεί ο καταποντισμός να είναι ένας, μα στην πραγματικότητα είναι πολλοί - πριν, κατά τη διάρκεια και κυρίως μετά. Θα 'πρεπε να το καταλάβω όταν άρχισαν να σηκώνουν το φράγμα στην παραλία, όταν έβλεπα τις οικογένειες να πνίγονται μέσα στα διαμερίσματά τους κι όταν εγκατέλειπα τους ναυαγούς στη νησίδα που βυθίστηκε. Δύο μήνες τώρα συνεχίζω ασταμάτητα να λάμνω πάνω από την πνιγμένη πόλη ανάμεσα σε σκουπίδια, μνήμες, μύθους, παραμύθια και βιβλικές γραφές. Ένας σβόλος ψεύτικης ελπίδας η ανταμοιβή μου.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
«Καταλήγω πως το φαινομενικά δυστοπικό στη θεματική του βιβλίο, ήταν ένας ολικός επαναπροσδιορισμός, να βρούμε από τη αρχή ποιοι είμαστε, τι μας περιβάλλει και ποια η θέση μας σ’ αυτό. Όχι τυχαία, ολοκληρώνοντας ο ίδιος την ιστορία του, μιλά για έναν νέο ρεαλισμό, χωρίς στυγνό και απελπιστικά τετραγωνισμένο ορθολογισμό, που να επιτρέπει στην αξία άνθρωπος, σε συμφιλίωση με τον φυσικό κόσμο, να επιβιώσει και να χαρεί μια ισορροπημένη ζωή, χωρίς βαρβαρότητες, χωρίς βία, χωρίς την ψευδαίσθηση της δύναμης, χωρίς οίηση. Ακόμα κι αν, για να συμβεί αυτό, να πρέπει να διαλυθεί ο παρών κόσμος στα στοιχεία του. Τολμηρό, όσο και ευαίσθητο βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικές αναγνώσεις». [Διώνη Δημητριάδου, bookpress. gr, 4 Ιουλίου]
Ο Παναγιώτης Σ. Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στα Γιαννιτσά. Είναι φιλόλογος, εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και έχει ασχοληθεί με το εκπαιδευτικό βιβλίο.
Μια νουβέλα όπου ένας αφηγητής (επαγγελματίας) και ένας σκύλος περιφέρονται με μια βάρκα ενώ η στάθμη των νερων έχει ανέβει και οι πόλεις έχουν εξαφανιστεί. Φιλοσοφεί, σκέφτεται, παρατηρεί τα δείγματα πολιτισμού που έχουν απομείνει. Είμαι φαν της δυστοπιας και μου άρεσε πολύ, μικρουλι είναι αλλά δεν νομίζω ότι σήκωνε να είναι μεγαλύτερο, χώρεσε άνετα όσα ήθελε να πει.
“Ποιος είπε ότι από χώμα είμαστε και στο χώμα επιστρέφουμε; Εγώ λέω ότι απ’ το νερό προήλθαμε και στο νερό επιστρέφουμε.” Στο βιβλίο αυτό του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη βλέπουμε μια δυστοπία του σύγχρονου κόσμου. Η στάθμη του νερού ανεβαίνει. Η κοινωνία ωστόσο εθελοτυφλεί. Άλλοι από επιλογή, άλλοι από επιπολαιότητα. Άλλοι πιστεύοντας σε κούφια λόγια. Ο πρωταγωνιστής μας ωστόσο επαγρυπνά. Φτιάχνει τη βάρκα του, τη δίκη του κιβωτό, φορτώνει την ανθρωπιά του και πορεύεται. Πορεύεται σε ένα ταξίδι για την εσωτερική του αναζήτηση. Φταίει ο τιμωρός Θεός για όλο αυτό ή κατάντια της κοινωνίας των ανθρώπων; Και αυτοί που επέζησαν θα βρουν μια ευκαιρία για να αλλάξουν τον κόσμο ή θα συνεχίσουν στον ίδιο ατέρμονο σκοπό; Μετά και από το «χιόνι των αγράφων» η πένα του συγγραφέα μπορώ να πω πως με έχει κερδίσει.
3.5* Ωραία δυστοπική νουβέλα όπου ένας τύπος κι ένας σκύλος σε μια βάρκα, ακούγεται λίγο και σαν ανέκδοτο, περιπλανιούνται σε μια θάλασσα που πλέον έχει καλύψει τα πάντα. Σε αυτό το ταξίδι η αφήγηση είναι προσωπική και στοχαστική και με αφορμή αυτόν τον κατακλυσμό ο αφηγητής και κάτ’επέκταση εμείς, παρατηρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και την κατάπτωση του κόσμου.
Ένα βιβλίο όπου η άνοδος της στάθμης της θάλασσας χρησιμοποιείται ως όχημα για την έκφραση και την ανάλυση διαφόρων φιλοσοφικών και υπαρξιακών θεματικών από τη μεριά ενός επιζώντα, σύγχρονου Νώε, που κωπηλατεί πάνω από τη βυθισμένη του πόλη. Αυτό που με κράτησε είναι η όμορφη γραφή και γλωσσική έκφραση του συγγραφέα, που μου κέντρισε το ενδιαφέρον να διαβάσω και άλλα βιβλία του. Όσον αφορά την ίδια την ιστορία, ο αφηγητής-πρωταγωνιστής δεν κέρδισε ποτέ τη συμπάθειά μου, το αντίθετο θα έλεγα, οπότε αποστασιοποιήθηκα πολύ σύντομα. Κάπου ανάμεσα στα μεγάλα λόγια του, δανεισμένα από τις ελληνικές τραγωδίες, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, και τους εσωτερικούς του προβληματισμούς για τον πολιτισμό του σύγχρονου ανθρώπου γενικά ως έννοια, πραγματικοί άνθρωποι πνίγονται, σκοτώνονται, λιμοκτονούν, κι η έγνοια του ιδίου είναι "να μη βλέπει και να μην ακούει". Κάτι μου λέει ότι και πριν τον κατακλυσμό, δεν ήταν και πολύ διαφορετικός. Ωστόσο, παρά τη δυσφορία που παραδοσιακά μου προκαλούν οι κατηφείς προσεγγίσεις στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση -όπου ένας μοναχικός ήρωας (εντός ή εκτός εισαγωγικών), τρομακτικά και συχνά αλαζονικά αποκομμένος από κάθε έννοια συλλογικότητας του είδους του, καταλήγει σε μελαγχολικά και ισοπεδωτικά συμπεράσματα-, αναγνωρίζω το πολύ σημαντικό που μου υπενθύμισε το βιβλίο: ότι η μόρφωση από μόνη της αδυνατεί να σε κάνει άνθρωπο. Συνεπώς, καταλήγω ότι, πέραν της δεδομένα πολύ όμορφης γραφής, για τις ερμηνείες και τις συζητήσεις που μπορεί να ανοίξει αυτό το βιβλίο, είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική επιλογή.
Ο Χατζημωυσιαδης προβλέπει το δυστοπικό μέλλον. Μια κλιματική καταστροφή, ένας κατακλυσμός πιάνει απροετοίμαστους τους σύγχρονους γιαπηδες του δυτικού κόσμου, που αμέριμνοι συνεχίζουν τις συσκέψεις τους, όταν το νερό περνάει κάτω από τις πόρτες των γραφείων και τελικά πλημμυρίζει τον κόσμο. Ο σύγχρονος άνθρωπος, μόνος με την ατομική του ευθύνη, φτιάχνει τη ξύλινη φούσκα του και επιπλέει ανάμεσα σε τόνους σκουπιδιών και πτωμάτων. Κωπηλατει συνεχώς, στην πλημμυρισμένη πραγματικότητα, μπας και βρει μια λωρίδα γης, για να ξαναχτίσει μια άλλη ζωή, γεμάτη νόημα, αλληλεγγύη και ανθρωπιά. Μόνος πάνω στη σανίδα του, με ένα σκύλο για συντροφιά, ο ήρωας φιλοσοφεί, αναστοχαζεται, απαγγέλει τα τσιτατα του, ρητορευει, προσπαθεί να κρατηθεί από τους αρχαίους μύθους, την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τις μνήμες των παιδικών και εφηβικών ερώτων. Ο Νώε, απελπισμένος και αποστασιοποιημένος, λαμνει, χωρίς να σώζει κανέναν ούτε καν τη μητέρα με το βρέφος, που ανεβάζει στη βάρκα του. Ακόμα κι όταν προσεγγίζει στεριές, αντί να παλέψει, για να ανέβει και να επιβιώσει, παραιτημένος, απομακρύνεται από τον φόβο του άλλου. Ο Νώε είναι μια δυστοπικη νουβέλα οικολογικής -και όχι μόνο- καταστροφής, της οποίας το αισιόδοξο τέλος δεν πείθει. Μου άρεσε καλύτερα το προηγούμενο βιβλίο του Χατζημωυσιαδη, Το χιόνι των Αγράφων.
Κατά την αναζήτηση της σωτηρίας δημιουργούνται τέρατα. Οι δήθεν σωτήρες της ανθρωπότητας έχουν καταλάβει τις βραχονησίδες και απαγορεύουν την οποιαδήποτε προσέγγιση από ανθρώπους που εκλιπαρούν για τη σωτηρία τους. Ο Συγγραφέας προετοιμάζεται δημιουργώντας τη δική του σανίδα σωτηρίας που όμως δε κατέστην δυνατή για να παλέψει το κατεστημένο. Αλλάζει και ο ίδιος του αρνούμενος την όποια δυνατή βοήθεια προς τον συνάνθρωπο του. Βάζει σε εφαρμογή τη ρύση (Σώζον εαυτόν σωθήτω). Ναι σίγουρα ένας οβολός ψεύτικης ελπίδος η ανταμοιβή σου. Υπαρκτός ο προβληματισμός αλίμονο σε αυτούς που εθελοτυφλούν. Σε μία σύμπλευση μαζί σου κι εγώ παρακολουθώ το Τσουνάμι να παρασύρει την ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια στον πάτο της θάλασσας. (Οι άνθρωποι γεννήθηκαν για να αγαπηθούν και τα πράγματα για να χρησιμοποιηθούν. Ο λόγος που οι κοινωνία διαβαίνει αυτό το χάλι είναι διότι τα πράγματα αγαπήθηκαν και οι άνθρωποι χρησιμοποιήθηκαν). Καλοτάξιδο Κ. Παναγιώτη με την Ελπίδα να πεθαίνει προτελευταία. Διότι τελευταία πεθαίνει η ψυχή όταν χάσει την Ελπίδα της. Μετά Τιμής Πολύβιος Α. Ανδριανίδης.
Δεν το ήξερα, το "ψάρεψα" τυχαία στο βιβλιοπωλείο γιατί με τράβηξε η υπόθεση, το ότι δηλαδή πρόκειται για μια σύγχρονη, δυστοπική νουβέλα αλλά και το πανέμορφο εξώφυλλο. Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει, ο κόσμος δείχνει να μην το παίρνει στα σοβαρά, ο αφηγητής μας όμως ετοιμάζεται για την επόμενη μέρα. Και τελικά έχει δίκιο, όταν οι πόλεις βυθίζονται κάτω απ' το νερό και τα φράγματα αποτυγχάνουν, μαζι με τη βάρκα του αρχίζει να περιπλανάται στον καινούριο πια, καταποντισμένο κόσμο σε ένα ταξίδι επιβίωσης. Οσο αυτό διαρκεί θυμάται, μας αφηγείται τις μνήμες του, τις σκέψεις του, τα όσα αντικρύζει τριγύρω του στην καινούργια συνθήκη που επικρατεί. Σύντομο και περιεκτικό, το προτείνω.
Μικρό δυστοπικό παραμύθι που αποτίει φόρο τιμής στις φωτεινές στιγμές της ανθρωπότητας, σεμνά παραστέκεται στις μικρές καθημερινές στιγμές που δεν ��ξιώνουμε όσο πρέπει, κλείνει περιπαικτικά το μάτι στις αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης και της Ελληνικής Μυθολογίας, μα κυρίως στηλιτέυει την αρνητική πλευρά της ανθρώπινης παρουσίας στην ιστορία της Γης.
Το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα που διάβασα (Η προσωπική μου αντωνυμία) δε μου άρεσε καθόλου και χαίρομαι που του έδωσα άλλη μια ευκαιρία που με οδήγησε στο να διαβάσω αυτό το διαμαντάκι. Μου άρεσε πολύ το βιβλίο, μια πολύ ρεαλιστική και πιστευτή δυστοπία, που βασίζεται στην ψυχολογική πίεση του πρωταγωνιστή (και αναγνώστη). Το αδύναμο σημείο, το τέλος. Ήθελα κάτι άλλο και όχι αισιόδοξο..