«Την ξαναείδα την αδερφή σου. Ήρθε χθες βράδυ στο σαλόνι, µετά που εσύ και η µάνα σου κοιµηθήκατε. Ήταν ολόιδια όπως και τότε, µόνο που τώρα ήτανε ντυµένη µε ένα πανέµορφο πράσινο φόρεµα. Τα µαλλιά της, κόκκινα σαν τον κρόκο, γλιστρούν απαλά ως τη µέση της. Μου διηγήθηκε ολόκληρη τη ζωή της. Αγάπησε και την αγαπήσανε. Είµαι ήσυχος τώρα πια.»
Ο Έζρα γεννιέται στον απόηχο µιας συµφοράς, εννιά µήνες µετά τον θάνατο της αδερφής του. Κοντά στη Σελέστε, µια νεαρή πόρνη, ανακαλύπτει ένα πάθος σκοτεινό, σχεδόν πρωτόγονο. Η σχέση τους σηµαδεύεται από δυο γέννες µε φόντο το Παρίσι του 1920 και την Ιταλία του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου.
Ο Θοδωρής Τσομίδης γεννήθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Α.Π.Θ. και διεθνές δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Λάιντεν. Παράλληλα μαθήτευσε στα εργαστήρια γραφής του Θανάση Τριαρίδη. Έχει μεταφράσει έργα των Κάφκα, Σβάιτσερ, Γιέρινγκ, καθώς και τις προκηρύξεις της οργάνωσης Λευκό Ρόδο. Κείμενά του (πολιτικά και αισθητικά δοκίμια) κυκλοφορούν σε έντυπες εκδόσεις και στο διαδίκτυο.
Διδάσκει δίκαιο προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λάιντεν, όπου και εργάζεται ως ερευνητής.
Ο κύριος Τσομίδης βραβεύτηκε ως πρωτοεμφανιζόμενος από την κριτική επιτροπή των κρατικών βραβείων. Βραβεύτηκε και από κάτι άλλες επιτροπές και σε κάθε βράβευση φρόντισε να αρνηθεί, γράφοντας περήφανα για τον εαυτό του κείμενα και δεχόμενος με αντιφατικές συγκινημένες.... αρνήσεις, το βραβείο.
Βέβαια εφόσον δέχτηκε την κρίση της επιτροπής και δεδομένου ότι η μη αποδοχή του βραβείου έκανε περισσότερο θόρυβο παρά η αποδοχή του, μιας και ο κύριος Τσομίδης φρόντισε να κάνει ανακοινώσεις σε δημοφιλή σαιτς, κάποιος πιο πονηρεμενος από μένα θα κατέληγε στο ότι ο συγγραφέας πρακτικά δεν απέρριψε καμία βράβευση, αφού και αποδέχτηκε το σύνοδο κείμενο και έκανε ανακοινώσεις ως νικητής.
Κάποιος δηλαδή που όντως θα είχε μια ταπεινότητα όχι προσποιητή, θα φρόντιζε να στείλει επιστολή στα βραβεία πριν λάβουν τη συμμετοχή του υπόψην του. Το ίδιο θα μπορούσε να ζητήσει και από τον εκδοτικό του. Έστω τουλάχιστον θα μπορούσε να το ζητήσει όταν ανακοινώθηκε ως υποψήφιος!
Αλλά όχι. Ο κύριος Τσομίδης φρόντισε να μάς ζαλίσει τοιουτοτρόπως με τις "αρνήσεις" του, που ουσιαστικά ήταν αποδοχές.
Σε κάθε περίπτωση, το αναγνωστικό υποκείμενο αποφασίζοντας να διαβάσει το βιβλίο του κυρίου Τσομιδη και μετά από τόσο συντονισμένο ντόρο και βαρυγδουπες δηλώσεις από τον ίδιο, περιμένει αναμφίβολα να διαβάσει ένα αριστούργημα από μια ιδιοφυία. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξη όταν το βιβλίο αποδεικνύεται μια κακής ποιότητας σαχλοσύνη με αρκετές κουταλιές αρλεκιν (σίγουρα υπάρχουν δηλαδή πιο καλογραμμένα αρλεκιν από αυτό )
Θα ξεκινήσω από μια επισκόπηση των κριτικών που έχουν γραφτεί για το βιβλίο, μιας και ο κύριος Τσομίδης περηφανευτηκε πως έχει πάρει τόσες "καλές κριτικές" άρα πείστηκε (και πρέπει να πειστούμε κι εμείς) πως είναι ο νέος Καφκα.
Οι περισσότερες από αυτές είναι προωθητικές φανφαρολογίες, μία εξ αυτών μάλιστα προδήλως γραμμένη με ΑΙ (αυτή στο περιοδικό Χάρτης) με το χαρακτηριστικό σχήμα να επαναλαμβάνεται σε όλες τις παραγράφους ("δεν είναι έτσι, είναι γιουβέτσι")
Θεωρείται δε αυτονόητη μια ακατανόητη και μη δικαιολογημένη ταύτιση του κεντρικού χαρακτήρα, Έζρα, με τον Εζρα Πάουντ. Ωστόσο αυτο το άνευ προσωπικού ύφους ρομάντζο ουδεμία σχέση έχει με τον Πάουντ ως ποιητή ή προσωπικότητα, πέραν των μικρών αποσπασμάτων από ποιήματα του που φυτεύει ο συγγραφέας από 'δω κι από 'κει. Ο Πάουντ δεν συνδέεται με κανέναν άλλον τρόπο, πέραν του ονόματος και μερικών στίχων, με την υπόθεση του βιβλίου αφού δεν είχε ποτέ αδερφή που πέθανε ως νεογνό.
Οι μυθιστορηματικές δυνατότητες του συγγραφέα σίγουρα δεν έχουν καμία σχέση με τον Κάφκα ή με όποιον άλλο ταυτίζεται το Εγώ του Τσομίδη, εκτός κι αν μιλάμε για έναν ατάλαντο Κάφκα παράλληλου σύμπαντος.
Η αφήγηση ξεκινά εντελώς παλιακά. Για ακατανόητους λόγους ο συγγραφέας σε κάθε κεφάλαιο αφήνει την ημερομηνία ελλιπώς γραμμένη (πχ Νοέμβριος 189...) Δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτε αν έγραφε 1898 πχ. Απουσιάζει άλλωστε η ιστορικότητα από το κείμενο. Αρχίζει λοιπόν μια φορτισμένη μελό αφήγηση μιας γέννας καθως και ο θάνατος του πρώτου βρέφους λίγα χρόνια πριν. Εφόσον ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία του τη δεκαετία του 1890, παρότι η παιδική θνησιμότητα είχε σαφώς μειωθεί σε σχέση με προηγούμενες εποχές, παρέμενε υψηλή. Συνεπώς η αφήγηση ενός βρεφικού θανάτου ως μια τόσο έντονα βιωμενη οικογενειακή "τραγωδία" δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα, είναι πέρα ως πέρα υπερβολική και δεν οξύνει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού υποκειμένου.
Το κείμενο βουτάει απευθείας σε ακαιρους και σαχλώς μεταποιημένους φροϋδισμους καθώς και έναν άγουστο και ληγμένο συμβολισμό. Μοιάζει ο κύριος Τσομίδης να έχει επηρεαστεί από διαβάσματα ή μεταφράσεις του, αφού πουθενά δεν διακρίνεται ένα προσωπικό και μη τυποποιημένο ύφος.
Ύστερα ακολουθείται μια εν πολλοίς αφόρητη μοιρολατρια αλλά κι ένας διαρκής βιολογικός και κοινωνικός σεξισμός που καταντά γελοίος και κιτς:
"Η μητέρα χάιδευε τη φουσκωμένη της κοιλιά προσπαθώντας να μαντέψει το φύλο του παιδιού. Η φύση την είχε προικίσει με τη χαρούμενη και αμνήμονα αδημονία που ταιριάζει στις γυναίκες" (σελ.13)
Μια έντονη θρησκευτικη μοιρολατρία είναι επίσης παρούσα χωρίς να συνεισφέρει στο κείμενο επικερδώς, αφού ούτε αναπτύσεται επαρκώς ούτε οδηγεί κάπου τους ήρωες.
Οι αναφορές σε "πεπρωμένο" είναι άστοχες και μελοδραματικες: " Ή κάποιο όνομα που σαν ευχή και υπόσχεση θα χαράξει ένα πεπρωμένο για το μωρό που θα έρθει στον κόσμο".(σελ.20)
Η δεύτερη ενότητα συνεχίζει άλλωστε σταθερά με το ίδιο αφόρητο φτηνό μελό σε συνδυασμό με μια γενικότερη αφηγηματική αμηχανία. Ο ήρωας περιγράφει στιγμές στις οποίες ήταν βρέφος μερικών ημερών και κοιμόταν, παρόλα αυτά αναφέρεται στις κινήσεις του πατέρα του καθώς και το πού αυτός κοιτούσε, λεπτομερείς για τις οποίες δεν θα είχε συναίσθηση ένα βρέφος και, συνεπώς, ούτε αφηγηματική μνημη σχετικά.
Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει φυσικά για τις αναρίθμητες κακογραμμένες ερωτικές σκηνές που θυμίζουν αρλεκιν ή άβολες φαντασιώσεις ενός εφήβου. Ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα:
"Ρίχτηκε σαν φίδι στο πάτωμα και κροταλίζοντας την ουρά (...) Τυλίχτηκε γύρω από το πόδι μου και σφύριξε φρενιασμένα (???) Είχε γυμνωσει το λευκό βαρύ της στήθος, τις ροδαλες θηλές της" (σελ 33)
"Η Σελεστε πάντρευε με έναν τρόπο ανεπανάληπτο την αγνότητα της νιότης με τη γενναιοδωρία της πόρνης" (σελ. 34)
"Η Σελεστε σε άφηνε να πιστέψεις πως η αντρική σου ρώμη και εμπειρία την είχαν υποτάξει, πως είχαν επιβληθεί στην αφέλεια και τη γύμνια της υποβιβάζοντας τη σε πρόθυμο να άβολο υποχείριο της λαγνείας σου" (σελ. 35)
" (...) έπειτα η ένταση άδειαζε μεμιάς από την όψη της και έμενε να παρατηρεί με μειλίχια περιέργεια το σπέρμα να αναβλύζει γάργαρο και ζεστό μέσα από τις οπές της (...)"
Πέραν του κακόγουστου και του γελοίου που διέπει αυτές τις περιγραφές, ο Τσομίδης δείχνει να μην ξέρει ποια είναι η σημασία ορισμένων λέξεων. Η περιγραφή του σπέρματος ως"γάργαρο " δηλώνει πως το σπέρμα του πρωταγωνιστή του είναι υδαρες και αραιό παρά πως ρέει άφθονο, όπως φαίνεται να ήθελε να πει με αυτόν τον προσδιορισμό.
Φράσεις όπως : "Διάλεγε σκόπιμα αυτή τη στάση ώστε να μου επιτρέπει να παρατηρώ το αιδοίο της" (σελ. 33), δεν συνεισφέρουν καθόλου προς ανάπτυξη ερωτικής ατμόσφαιρας, αντιθέτως ακούγονται εντελώς γελοίες.
Συνεχίζει βεβαίως ο συγγραφέας με μια προζα ολικώς τυποποιημένη να επιρρίπτει σεξιστικα στερεοτυπα στις γυναίκες και τις σεξεργάτριες. Παρόλο που αυτό μπορεί να δικαιολογούνταν από την εποχή (όχι απαραίτητα βέβαια. Στη δεκαετία του 1920 έζησαν πολλοί συγγραφείς που δεν έγραφαν σεξιστικά), γίνεται επαναλαμβανόμενα και χωρίς κάποια χρησιμότητα στο κείμενο:
"Η Σελεστε όμως έμενε αγέρωχη και αθώα να με προσμένει πάντοτε με την ίδια καλοπροαίρετη, εύθυμη και καταφασκουσα θηλυκότητα " (σελ 37)
Και παρακάτω στην ίδια σελίδα : "Ήξερε να υφαίνει το δίχτυ με το οποίο σε τύλιγε με το ίδιο πάντοτε υφάδι, το τόσο σπάνιο σε γυναίκες του επαγγέλματός της, αυτό της άνευ όρων γενναιοδωρίας"
Στη σελίδα 48 διαβάζουμε μια σκηνή που μπορεί να βρει κανείς σε πολλα (καλύτερα γραμμένα) ερωτικού περιεχομένου διηγήματα που φιλοξενούν συγκεκριμένες σελίδες στο διαδίκτυο: "Παρακολουθούσα ατάραχος τον αμαξά να εκτονώνει την ορμή του στη Σελέστε (...) Η Σελέστε όμως υπέμενε το σφυροκόπημα του ρωμαλέου Βαλκανιου "
Η πλήρης ρηχοτητα και οι κοινοτοπίες συνεχίζονται και στην σκιαγράφηση των υπολοίπων χαρακτήρων. Η κόρη της σπιτονοικοκυράς του ζευγαριού παρουσιάζεται ως μία "άσχημη" η οποία ένιωθε "απερίγραπτο φθόνο για τη λαμπερή νιοτη της Σελεστε " (σελ 52) αφού "κανένας άνδρας δεν θα την κοιτούσε" όπως γράφει χαρακτηριστικά ο κύριος Τσομίδης.
Αυτή η εμμονή με την εμφάνιση της κόρης της σπιτονοικοκυράς συνεχίζεται και σε άλλες σελίδες στις οποίες ο κύριος Τσομίδης μάς χαρίζει μια πλούσια γκάμα από κλισέ αηδιες χωρίς να προσθέτει κανένα ρεαλιστικό βάθος στον χαρακτήρα: "Η κόρη ήταν νευρασθενικη και ασχημη" (σελ 51) Ηταν αδύνατο προφανώς για τον συγγραφέα να βρει έστω ένα διαφορετικό επίθετο ως χαρακτηρισμό και όχι ίδιο με την προηγούμενη περιγραφή.
Φυσικά συνεχίζει με χειρότερη και πιο επιφανειακή πρόζα: "Είχε ένα μεγάλο σκιώδες σπυρί στη μύτη της. Τα μάτια της ήταν στραβά και οι καμπουριασμενοι της ώμοι την έκαναν να μοιάζει ακόμα πιο κοντή από ο,τι ήταν"
Φαντάζομαι αυτό το απόσπασμα της "άσχημης γεροντοκόρης" που αποτελεί εναν συνδιασμό μνησίκακων κλισέ και στερεοτύπων ηταν αυτό που έκανε την επιτροπή των κρατικών βραβείων να δώσουν βραβείο στον συγγραφέα.
Άλλωστε η λειψή χαρακτηροδομή επεκτείνεται σε όλα τα πρόσωπα του έργου. Ο νεαρός ευκατάστατος που επισκέπτεται το πορνείο, η νεαρή πόρνη που είναι ασπιλη στην ψυχή, η γεροντοκόρη που ήταν άσχημη και σε κάθε εμφάνιση ο συγγραφέας εξελίσσει τον χαρακτήρα της κάνοντας την...πιο άσχημη (όπως στη σελίδα 80). Δεν υπάρχει κανένα άλλο βάθος στους χαρακτήρες και η μοναδική τους χρησιμότητα είναι η ενσάρκωση ενός cringe ρομάντζου.
Οι αναφορές στο επάγγελμα της "πόρνης" που έκανε πρότερα η Σελεστε, σύντομα κάνουν το αναγνωστικό υποκείμενο να νιώθει σαν να βρίσκεται σε επεισόδιο του φωσκολικού "Καλημέρα Ζωη", στο οποίο ο αστυνόμος Θεοχάρης τσακώνεται με την γυναίκα του:
"Όσο για την ηδονή που αποκόμιζα από μια πόρνη, τίποτα δενθα με εμπόδιζε να συνεχίσω να επισκέπτομαι τη Σελέστε στο σπίτι της Μαντάμ όποτε μου έκανε κέφι" (σελ. 54)
"Η Σελέστε (...) δίχως να θυσιάσει το παραμικρό από την απύθμενη θηλυκότητα της πόρνης που είχα κάποτε γνωρίσει (σελ. 57)
Το βιβλίο "κορυφώνεται" όταν ο αφηγητής και ήρωας αποφαίνεται : "Η μόνη δυνατή κατάληξη για εμάς ήταν ο θάνατος ή η τρέλα"
Βέβαια από κανένα περιστατικό που αναφέρεται δεν δικαιολογείται αυτή η δραματικότητα. Στη υποψία δε, ότι η Σελέστε έκανε έκτρωση, αναγκαζόμαστε να υποστούμε την "συντριβή " του άντρα.
Στο τρίτο μέρος ο Τσομίδης εντελώς ασυνάρτητα επιλέγει να γράψει αλληγορικά για το υποτιθέμενο καλλιτεχνικό κάλεσμα του ήρωα με τη συμβολική γέννα παρολο που ένα τέτοιο γνώρισμα του κεντρικού ήρωα δεν υπονοηθηκε πουθενά στις προηγούμενες σελιδες. Παραπέμπει, άλλωστε, αυτός ο συλλογισμός στις σεξιστικές θεωρίες που θέλουν τη γυναίκα να γεννάει "βιολογικά" και τον άνδρα να γεννάει "πνευματικά".
Συνολικά το βιβλίο αυτό δεν ήταν σίγουρα άξιο βράβευσης. Το γεγονός ότι ο κύριος Τσομίδης παραδέχεται σε συνέντευξή του ότι είχε πολλές απορρίψεις και για την έκδοση μεσολάβησε ένας παλιός του καθηγητής με ένθερμες συστάσεις, θα έπρεπε να τον προβληματίσει για το αν αυτά που γράφει είναι τελικά κατάλληλα για έκδοση γενικά.
Όταν το βιβλίο είναι: 1. Μια κακή αντιγραφή διαφόρων νεκρών ανδρών συγγραφέων (που ο συγγραφέας σχεδόν μας εκβιάζει να τους συγκρίνουμε μαζί του) 2. Μια υπερβολικά φιλόδοξη προσπάθεια (ψευτο)φιλοσοφισμού (που καταντά να είναι κωμικά κενόδοξη) 3. Μια παράθεση λογοτεχνικών στερεοτύπων (που έχουμε διαβάσει σε άρλεκιν αλλά και σε κείμενα βγαλμένα από σεμινάρια "πειραματικής" λογοτεχνίας) - Σε αυτή τη περίπτωση ο συγγραφέας αναγκάζεται να διαφημίσει το βιβλίο του με έσχατους τρόπους: να αρνείται κρατικά λογοτεχνικά βραβεία και μετά να διατυμπανίζει το "μανιφέστο" του σε περιοδικά εξίσου συστημικά, όχι μόνο με τον θεσμό των βραβείων που αρνήθηκε, αλλά και τελικά με τον οίκο στον οποίο εκδόθηκε.
Το βιβλίο «Η Γέννα» του Θοδωρή Τσομίδη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι η ιστορία του Εζρα, του ανθρώπου που γεννιέται στον απόηχο μιας τραγωδίας και αναζητά την αλήθεια μέσα από μια αλλόκοτη ερωτική σχέση, αγγίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης.