Δράμα εις πράξεις τέσσερις (Η σκηνή εις τας Αθήνας κατά τα έτη 1801-1803)
Ο Μιχαήλ, ο τριαντάχρονος δημογέροντας των Αθηνών, ακούει μέσα στη νύχτα, από το παράθυρο του σπιτιού του, στο Ριζόκαστρο, γυναικείο θρήνο. Παρά τις εκκλήσεις της μητέρας του, Όρσας, που φοβάται ότι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του, βγαίνει για να δει τι συμβαίνει. Ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος, καμαρώνει γιατί ο γιος του είναι αφοσιωμένος στο χρέος απέναντι στην πατρίδα. Κάτω από τους βράχους της Ακρόπολης ο Μιχαήλ συναντά την αποσπασμένη από το Ερεχθείο Καρυάτιδα ριγμένη στο χώμα. Όταν την πλησιάζει και παίρνει το μαντήλι της, η «Νεράιδα του Κάστρου» ζωντανεύει, ο νέος θαμπώνεται από την εκτυφλωτική της ομορφιά, την ερωτεύεται κι εκείνη, παρά τους αρχικούς δισταγμούς, αποφασίζει να μείνει μαζί του για πάντα. Ο Μαξούτ, ο αράπης του Βοεβόδα, παρακολουθεί κρυφά τη σκηνή. Η δεύτερη πράξη εικονογραφεί το πολύβουο «Παζάρι», την Αγορά της Αθήνας, στο μεταίχμιο 18ου-19ου αιώνα. Συνομιλούν Αθηναίοι πωλητές, εμφανίζονται Τούρκοι αξιωματούχοι, Τουρκαλβανοί και Φράγγοι εκπρόσωποι… Η συζήτηση στρέφεται γύρω από την αποψίλωση των γλυπτών της Ακρόπολης από τους ξένους, Φράγγους και Εγγλέζους. Την Αγορά διασχίζει μια πομπή παραδοσιακού γάμου και ακολουθεί ο μονόλογος του Μαξούτ που αυτοσαρκάζεται και ταυτόχρονα σχολιάζει, υπονομεύοντάς τα, στοιχεία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Ο Μιχαήλ έχει γυρίσει από την Πόλη κρατώντας στα χέρια του το φιρμάνι που απαλλάσσει τους Αθηναίους από τις επιθέσεις του Πασά του Ευρίπου. Όταν έρχεται ο Πασάς από την Εύβοια στην Αθήνα και συναντά δημόσια το Μιχαήλ, αναγκάζεται να υποχωρήσει βαθιά οργισμένος εναντίον του Αθηναίου πατριώτη. Στη συνέχεια στο τσαντήρι του Πασά σχεδιάζεται η εξόντωση του Μιχαήλ και όταν ο πρώτος μαθαίνει από τον Μαξούτ για την όμορφη γυναίκα του μελλοθάνατου, απαιτεί να την φέρουν στο χαρέμι του. Ο Μιχαήλ συλλαμβάνεται και παρουσιάζεται αγέρωχος μπροστά στον Πασά έτοιμος να δώσει τη ζωή του για την πατρίδα του. Στην τελευταία πράξη η Καρυά αναζητά τον εξαφανισμένο Μιχαήλ και μαθαίνει ότι τον έπιασε ο Πασάς από μια Αραπίνα-ζητιάνα. Είναι έτοιμη να τρέξει στο τσαντήρι του Πασά για να αναζητήσει τον αγαπημένο της, όταν εμφανίζονται στρατιώτες που κουβαλούν το άψυχο σώμα του Μιχαήλ και έχουν διαταγή να την συλλάβουν. Εκείνη ζητά ως τελευταία χάρη να φιλήσει το Μιχαήλ, βρίσκει στον κόρφο του το μαγνάδι (μαντήλι) της, το τινάζει δυνατά και χάνεται.
Ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ποιητής και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Η ιστορική του έρευνα επικεντρώθηκε κυρίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και αφορούσε μόνο στην περιοχή της Αθήνας, γι' αυτό και του δόθηκε το προσωνύμιο «Αθηναιογράφος». Το 1896 ολοκληρώθηκε η έκδοση του τρίτομου έργου του η Ιστορία των Αθηναίων.
Άλλα έργα του είναι: η Δούκισσα της Πλακεντίας, Αι παλαιαί Αθήναι (1922), Ιστορίες από την παλιά Αθήνα, Μνημεία της ιστορίας των Αθηναίων (3 τόμοι, 1893), Απομνημονεύματα μιας μακράς ζωής (2 τόμοι), Ο αναδρομάρης (1914), Ο αναδρομάρης της Αττικής (1920), Ο τρελός της Αθήνας, Τοπωνυμικά παράδοξα (1920), Αθηναϊκό αρχοντολόγιο-Μπενιζέλοι (1921), Μελέται και έρευναι (1923-1926), Οι Χαλκοκονδύλαι, Ο Ελαιών των Αθηνών, "Μελέτη περί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού" (1916) κ.α.
Αλλά και το ποιητικό του έργο είναι αξιόλογο. Η ποιητική συλλογή Η φωνή της καρδιάς μου ήταν από τα σημαντικότερα έργα του.