Πληροφορήθηκα για τον θάνατο του Αλέν Ντελόν, όσο διάβαζα ένα μυθιστόρημα, στην κινηματογραφική διασκευή του οποίου θα μπορούσε ο Γάλλος ηθοποιός άνετα να πρωταγωνιστεί τη δεκαετία του 70, ένα από εκείνα τα policiers με τους κυνικούς και στωικούς μπάτσους που περιδιαβαίνουν έναν κόσμο βρώμικο, γκρίζο και βαθιά βουτηγμένο στην ηθική αδιαφορία ενός σύμπαντος που τους έχει ξεχάσει από καιρό.
Αυτός είναι ο κόσμος των Ανώνυμων του Ιγκ Παγκάν, του πιο πρόσφατου βιβλίου ενός εβδομηντάρη συγγραφέα και σεναριογράφου, τον οποίο διαβάζω για πρώτη φορά, αλλά μπορώ πλέον να καταλάβω γιατί θεωρείται ένας από τους κορυφαίους της αστυνομικής λογοτεχνίας στη Γαλλία και γιατί έχει πάρει τόσα βραβεία που αφορούν αυτό το είδος.
Από τις πρώτες κιόλας αράδες το βιβλίο σε βουτά σε μια σκοτεινή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα, όπου όχι απλώς συναντάς όλα αυτά που περιμένεις από ένα νουάρ μυθιστόρημα, που θέλει να τιμήσει το είδος του, αλλά το αποτέλεσμα ξεπερνά τελικά τις προσδοκίες σου, αγγίζοντας υπαρξιακά βάθη που ομολογουμένως δεν περίμενες.
Με κεντρικό ήρωα τον αρχιεπιθεωρητή Σνεντέρ, έναν αρχετυπικά ξερακιανό και λιγομίλητο αστυνομικό, αποτελεσματικό στη δουλειά του και γι’ αυτό τόσο επικίνδυνο, ο οποίος φυσικά κουβαλά τραύματα που σταδιακά αποκαλύπτονται, ο Παγκάν συνθέτει ένα ολόκληρο μωσαϊκό από πρόσωπα και ιστορίες, σε μια ταιριαστά με τον τίτλο ανώνυμη επαρχιακή πόλη της δεκαετίας του 70, όπου η μάχη ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό έχει ήδη κριθεί.
Ο Παγκάν εστιάζει σε όλους αυτούς που «η ιστορία δεν έχει κανένα λόγο να συγκρατήσει τη μοίρα και τα ονόματά τους», σ’ αυτό «το μεγάλο και θλιβερό κομβόι της σιωπηρής, πεισματικής ανθρωπότητας» που επιμένει να προχωρά σε «έναν μακρύ ύπνο, με τα μάτια ανοιχτά, όπου μόνο τα όνειρα χρησιμεύουν ως μνήμη».
Αστυνομικοί και εγκληματίες, μοιραίες και μη γυναίκες, θύτες και θύματα, όλοι είναι αναλώσιμα τμήματα μιας μηχανής που διαιωνίζει το έγκλημα, την τιμωρία, τη διαφθορά, τα παιχνίδια εξουσίας, την ατελέσφορη αναζήτηση μιας αλήθειας που ξεφεύγει διαρκώς και τα τερτίπια ενός αδυσώπητου πεπρωμένου, που ακόμα και στην τελευταία κυριολεκτικά σελίδα δεν διστάζει να δείξει το πιο απάνθρωπο πρόσωπο.
Ο Ζαν-Πιερ Μελβίλ θα γύριζε με αυτό το υλικό ένα αριστούργημα.