Όλα ξεκινούν σε μία έπαυλη με μία τελετουργία. Εκείνος δεν περίμενε ποτέ πως ένα απλό πιόνι θα στοίχειωνε από εδώ και πέρα τη ζωή του. Η επιθυμία της αντιμέτωπη με τα σκοτάδια του. Οι ζωές τους προχωρούν παράλληλα κι εκείνος κάνει τα πάντα για να μην ενωθούν ποτέ. Άλλωστε, ποιος θα μπορούσε να γκρεμίσει τα τείχη που ύψωσαν οι τόσες ενοχές του παρελθόντος του; Κανείς. Εκτός από τη δική του ανάγκη για λύτρωση. Τι περίεργο που κι αυτή ακόμη συμβάδιζε παράλληλα με τη δική της ανάγκη να τον τραβήξει στο φως… Εκείνη, μία γυναίκα παραδομένη στο φυλακισμένο πόθο της.
Δύο βιβλία δημιουργούν την παράλληλη λογοτεχνία και έρχονται για να προσφέρουν στον αναγνώστη το απόλυτο μυστήριο κεντημένο με πάθος και έρωτα.
Με μια λέξη: χάλια! Τόσο μπλα μπλα χωρίς ουσία δεν έχω ματασυναντήσει λέμε! Ούτε η γραφή (όπως μιλάμε γράφουμε) ούτε το στυλ περιγραφής (μπρος πίσω στο χρόνο) ούτε οι χαρακτήρες και οι επιλογές τους με προσέλκυσαν. Το μόνο ενδιαφέρον είναι το πείραμα της παράλληλης διηγηματογραφίας και ο λόγος που θα αναγκαστώ να διαβάσω και το άλλο βιβλίο. Σε αυτό το βιβλίο συναντάμε τον Αλκιβιάδη Γάντζα έναν μυστικό αστυνομικό που έχει εκ της υπηρεσίας του αναγκαστεί να κάνει κάποια πολύ βρώμικα πράγματα στο παρελθόν, ένα εκ των οποίων, τόν βασανίζει ακόμα και γενικά αυτή η ζωή τού στοίχισε το γάμο του με την Ευαγγελία και τα δυο παιδιά του. Όταν αλλάζει επαγγελματικό προσανατολισμό τακιμιάζει με την ας την πούμε προϊσταμένη του Αρετή αλλά παράλληλα αποκτά εμμονή με μια άγνωστη, την Κορίνα, με την οποία είχε ξεκινήσει ένα ερωτικό παιχνίδι το οποίο η ίδια το συνέχισε.
Στο ακριβώς προηγούμενο post, αναφερθήκαμε στο ένα από τα δύο βιβλία της "Παράλληλης Λογοτεχνίας", το "Χωρίς Εσένα" της Μαρίας Κωνσταντούρου. Έτσι, σήμερα, δεν θα γινόταν να μην συνεχίσουμε με το δεύτερο βιβλίο αυτής της ιδιότυπης διλογίας, το "Δεν Υπήρξα Ποτέ" με την υπογραφή της Θάλειας Κουνούνη, που σε αντίθεση με το "Χωρίς Εσένα", επικεντρώθηκε στο να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή και του κρυφού αντικειμένου της γυναίκας στη ζωή της οποίας έφερε τα πάνω κάτω. Όμως, δεν είναι μόνο η δική της ζωή που αναστατώθηκε και έχασε τις όποιες ισορροπίες διατηρούσε μέχρι εκείνη τη μοιραία νύχτα σε μια έπαυλη στο Σούνιο. Το ίδιο συνέβη και στη δική του ζωή και σύμφωνα με τις συγγραφείς, για να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πρέπει να δούμε και τις δύο πλευρές του νομίσματος.
Ουσιαστικά, στο post αυτό, δεν θέλω να αναλωθώ ιδιαίτερα στο να σας παρουσιάσω μια συνοπτική περίληψη του βιβλίου. Ουσιαστικά, πρόκειται για το ίδιο ακριβώς βιβλίο, μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή αυτή τη φορά, ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς του δαίμονες, να ξορκίσει το παρελθόν του και να παραδεχθεί τι είναι αυτό που θέλει κι έχει ανάγκη στο παρόν, προκειμένου να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του. Ωστόσο, ενώ ως βάση είναι πάρα πολύ καλή, η όλη ιδέα, δεν αποδίδει τα μέγιστα, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του "Χωρίς Εσένα". Γιατί, πάνω και πέρα απ' όλα, περίμενα να ολοκληρώσω την ανάγνωση και των δύο βιβλίων έτσι ώστε να έχω βρει τις απαραίτητες απαντήσεις στα ερωτήματά μου, και να μπορώ παράλληλα να κρίνω όσο πιο αντικειμενικά μπορώ.
Οι προαναφερόμενες απαντήσεις ήρθαν... εν μέρη! Κάποιες δεν έφτασαν ποτέ σε μένα ενώ την ίδια στιγμή, δημιουργήθηκαν και νέες. Ουσιαστικά, έχω την αίσθηση πως υπήρχε μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα στο μυαλό των συγγραφέων η οποία δεν μπόρεσε να λειτουργήσει και να αποδώσει. Ο συντηρητισμός που ανέφερα στο προηγούμενο post συνεχίζει να υπάρχει και ως εκ τούτου, το ίδιο το κείμενο, συνεχίζει να έχει αδυναμίες. Δεν υπάρχει, με άλλα λόγια, δυναμική στην αφήγηση. Δεν υπάρχουν ανατροπές, εντάσεις, εκπλήξεις. Αντίθετα, πολλά απ' όσα κάνουν οι πρωταγωνιστές, ψυχολογικά αν το δεις, δεν έχουν καμία βάση, ούτε λογική. Και ναι, θα συμφωνήσω με όσους θα πουν πως ο έρωτας τυφλώνει και θολώνει, αλλά ούτε το πάθος κατάφερα να εισπράξω απόλυτα, ούτε την παράδοση σε αυτό που μας κάνει να χάνουμε τον έλεγχο. Ακόμα και το παρελθόν του πρωταγωνιστή, θολό και αδιευκρίνιστο και τελικά, χωρίς να μου δίνεται η αίσθηση πως όλο αυτό είχε κάποια ουσία.
Χωρίς εσένα δεν υπήρξα ποτέ. Μια ερωτική ιστορία που εκτυλίσσεται παράλληλα σε δύο βιβλία με την οπτική των δύο πρωταγωνιστών να χαρακτηρίζουν το κάθε βιβλίο. Μια γυναίκα που βαριέται στον γάμο της, στέλεχος μεγάλης εταιρείας, γνωρίζει έναν άντρα μέσω ενός site γνωριμιών για μια βραδιά. Η μοίρα θα τους ξαναφέρει κοντά μόνο και μόνο για να διαλέξει η γυναίκα με ποιον θα συνεχίσει τη ζωή της και για να βρεθεί ο άντρας μπροστά στο μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του.
Η ιδέα της παράλληλης λογοτεχνίας με ενθουσίασε. Δύο βιβλία, δύο πρωταγωνιστές, η ιστορία δοσμένη από διαφορετικές ματιές και να εναλλάσσω τα βιβλία στα χέρια μου από κεφάλαιο σε κεφάλαιο για να προχωρήσει η ιστορία. Απογοητεύτηκα όμως σύντομα, γιατί αυτή η ιδέα, γραμμένη από δυο αξιόλογες συγγραφείς, αντί να αφηγηθεί μια πρωτότυπη, διαφορετική ιστορία, κατέφυγε στα κλισέ της ερωτικής λογοτεχνίας. Κοφτές, σύντομες φράσεις, συχνά μια πρόταση να καταλαμβάνει ολόκληρη σειρά, χιλιάδες ερωτικές σκηνές χωρίς νόημα κατ’ εμέ, πάρα πολλές σκέψεις και συναισθήματα χωρίς λόγο ύπαρξης, είναι στοιχεία που δε μου άρεσαν καθόλου.
Εκείνη, πετυχημένο στέλεχος πολυεθνικής εταιρείας, εκείνος μυστικός πράκτωρ που αποστρατεύτηκε και θέλει να επιστρέψει στη ζωή, έχοντας σύζυγο, δυο παιδιά και ένα διαζύγιο στα σκαριά. Μα τι σύμπτωση μετά το μοιραίο βράδυ αυτός να βρει δουλειά στην εταιρεία της! Κι εκείνη, θέλοντας να παίξει μαζί του, χωρίς να συναντηθούν ποτέ στην εταιρεία, να του παίζει παιχνίδια! Δεν το θεωρώ φυσιολογικό ένας πρώην πράκτορας, με ειδίκευση στο χακάρισμα και στην ηλεκτρονική παρακολούθηση, ψάχνοντας τα πάντα για την εταιρεία που θα προσληφθεί, να μην πέσει πάνω ούτε σε μία φωτογραφία της διευθύντριας ώστε να την αναγνωρίσει! Κι επίσης, είναι δυνατόν ο απατημένος σύζυγος να ονομάζεται Ορέστης Μακρής;
Δυστυχώς αυτά τα δύο βιβλία με εξέπληξαν δυσάρεστα. Στα θετικά κρατώ μόνο την ιστορία του άντρα, που έχει ένα τραυματικό παρελθόν κι αυτό είναι που θα δώσει μια δραματική τροπή στην ιστορία. Μέσα από την ιστορία του άντρα περιγράφεται η ψυχοσύνθεση ενός δυνάμει τρομοκράτη και πώς μπορούν να το εκμεταλλευτούν κάποιοι αυτό για να στρατολογήσουν νέα «θύματα». Κατά τα άλλα, όσες τους αρέσει να διαβάζουν τέτοια βιβλία, εδώ θα βρουν μια πολύ καλή περίπτωση. Εμένα δε με κρατά η ερωτική λογοτεχνία και δυστυχώς, συγκρίνοντάς τα με άλλα βιβλία των συγγραφέων, η ζυγαριά θα γείρει υπέρ της δυσαρέσκειας. Έχοντας στο μυαλό μου ακόμη τις κραυγές από την Παναγία των δελφινιών της Θάλειας Κουνούνη και τις κατάρες της γυναίακς του πρωτομάστορα από τις Αγεφύρωτες σιωπές της Μαρίας Κωνσταντούρου, θα προσπαθήσω να ξεχάσω σύντομα αυτό το δείγμα γραφής. Αν θέλετε να διαβάσετε αξιόλογη παράλληλη λογοτεχνία, ψάξτε να βρείτε τα βιβλία Μια μέρα μόνο και Ένας χρόνος μόνο, της Γκέιλ Φόρμαν και θα καταλάβετε τη διαφορά. Από κει και πέρα, αν υπάρξει κι άλλο δείγμα παράλληλης λογοτεχνίας στα ελληνικά πράγματα, πολύ ευχαρίστως να το διαβάσω και να το υποστηρίξω πρώτος.
Το συγκεκριμένο εγχείρημα μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και από την αρχή μου κέντρισε την περιέργεια για να δω πως θα μπορούσε να μου προσφέρουν κάτι παραπάνω τα 2 έργα από το να ήταν σε 1 βιβλίο. Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν μου φάνηκε κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Με κούρασε απίστευτα ο συνεχόμενος εσωτερικός μονόλογος και η πολύ λίγη δράση. Κατανοώ ότι έπρεπε η δράση να είναι μοιρασμένη για να διαβάζεις με το ίδιο ενδιαφέρον και τα 2 βιβλία, αλλά εδώ αυτό δεν καταφέρνετε με μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα η συγγραφέας να κάνει πολλές επαναλήψεις και πολλές αναδρομές στο παρελθόν. Σαν ιδέα η παράλληλη λογοτεχνία ήταν κάτι υπέροχο, και η 2 συγγραφείς έκαναν μία πολύ αξιόλογη προσπάθ��ια.
Όταν έμαθα για το νέο εγχείρημα των εκδόσεων Λιβάνη, την παράλληλη λογοτεχνία ενθουσιάστηκα. Μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον. Όταν έμαθα ποιοι θα ήταν οι δύο συγγραφείς που θα το προσπαθούσαν χάρηκα ακόμη περισσότερο γιατί είχα διαβάσει άλλα βιβλία τους και μου άρεσαν πάρα πολύ. Το περίμενα με ανυπομονησία λοιπόν αλλά δυστυχώς με απογοήτευσε! Διάβασα ένα-ένα κεφάλαιο παράλληλα γιατί με είχε συμβουλέψει μια φίλη, ευτυχώς γιατί αν είχα διαβάσει πρώτα το ένα και μετά το άλλο νομίζω θα μπερδευόμουν αρκετά. Η ιστορία δε, δεν μου άρεσε καθόλου, την βρήκα ανούσια. Το μόνο που άξιζε ήταν βέβαια η γραφή των δύο συγγραφέων που είναι εξαιρετική. Αν το είχαν γράψει άλλοι θα το είχα αφήσει στη μέση!(όσο κ αν δεν μου αρέσει καθόλου να το κάνω)
Σαφώς και το άλλο βιβλίο ήταν καλύτερο από αυτό για το λόγο ότι περιέγραφε την ιστορία πιο όμορφα και υπήρχε μια συνέχεια ενώ σε αυτό δεν καταλαβαίνεις σε πιο κομμάτι της ιστορίας βρίσκεσαι και επικεντρώθηκε πιο πολύ στον ήρωα και την προσωπικότητα του. Σίγουρα το ένα συμπληρώνει το άλλο πάρα πολύ όμορφα και δεν μπορείς να ξέρεις την ιστορία ολόκληρη και από όλες τις πτυχές αν δεν διαβάσεις και τα δυο. Μια πάρα πολύ ωραία προσπάθεια και πρωτότυπη μου άρεσε αρκετά.
Η ιστορία απλή και ανούσια...Το μόνο που σε κάνει να αγοράσεις το βιβλίο αυτό και το «Χωρίς Εσένα» είναι η περιέργεια και πως το κατέταξαν στην παράλληλη λογοτεχενία! Το τέλος όμως οφείλω να το αναγνωρίσω πως σε κερδίζει ακριβώς γιατί πρέπει να διαβάσεις και τα δύο βιβλία για να μάθεις τι ακριβώς έχει συμβεί! Εκ των δύο το «Δεν υπήρξα ποτέ» είναι πιο καλογραμμένο και ο λόγος πιο εύκολος για αυτό και βάζω 2 αστεράκια αντι 1!
This entire review has been hidden because of spoilers.
Χωρίς εσένα, δεν υπήρξα ποτέ. Μια ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα σε δύο βιβλία, που η κάθε συγγραφέας μας δείχνει την οπτική γωνία του κάθε πρωταγωνιστή.
Όταν πληροφορήθηκα, πρώτη φορά, για την παράλληλη λογοτεχνία, (και χωρίς να ξέρω τότε, ποιοι ή ποιες είναι οι συγγραφείς), αισθάνθηκα περιέργεια, για το καινοφανές λογοτεχνικό είδος, (αντίστοιχη συγγραφική κίνηση δεν γνωρίζω να έχει παρουσιασθεί ούτε στο εξωτερικό) και την πρωτοποριακή απόφαση των δημιουργών, αφού, επρόκειτο για δύο βιβλία, με το ίδιο θέμα, τα οποία, παρά την αυτοτέλειά τους, ήταν αλληλένδετα μεταξύ τους, ούτε το ένα αποτελούσε συνέχεια του άλλου (όπως πολλές φορές γίνεται). Ανεξάρτητα από τη σειρά που τα διάβασα, κατά την προσωπική μου άποψη, το εγχείρημα πέτυχε, και όχι μόνο λόγω της θέλησης και της ικανότητας των συγγραφέων, να αφηγηθούν παράλληλα μία ιστορία, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο γραφής, και «υιοθετώντας» την οπτική γωνία των δύο βασικών προσώπων, αλλά και γιατί πραγματικά, ήταν αδύνατη η συνολική σύλληψη της ιστορίας και η κατανόηση της, στο μέτρο που επεδίωκαν οι ίδιες οι συγγραφείς να μεταδώσουν, εάν, είχε γραφθεί ένα και μόνο βιβλίο. Γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο, κατά τη γνώμη μου πάντα, σε ένα βιβλίο, με διατήρηση του ειρμού και συνεκτική ισορροπία, αναφορικά με τις εναλλαγές, να αποδοθεί με τόση διεισδυτικότητα και εμβάθυνση χαρακτήρων, η ιστορία δύο ώριμων ανθρώπων, με διαφορετικά βιώματα, εμπειρίες, των οποίων οι προσωπικές πορείες διασταυρώνονται σε κρίσιμα, για τους ίδιους, χρονικά σημεία, με τελείως ξεχωριστά και ιδιαιτέρως εξατομικευμένα κίνητρα για το κάθε πρόσωπο, για να καταλήξουν αλληλοεξαρτώμενες, αφού ξεπεράσουν τις αναστολές τους και τους «περιορισμούς» από το κοινωνικό, οικογενειακό ή επαγγελματικό τους περιβάλλον, και μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις, προβληματισμούς, ψυχολογικές εντάσεις και ηθικά διλήμματα, να υπερβούν τα κατεστημένα «πρέπει» και να ενώσουν τις ζωές τους. Αντίθετα, τα δύο βιβλία, (των οποίων οι τίτλοι είναι εξαιρετικά εύστοχοι), αφηγηματικά διατηρούν μία αξιοζήλευτη ισορροπία, η οποία αποτελεί προσωπικό επίτευγμα των ίδιων των συγγραφέων τους. Το κάθε βιβλίο αφηγείται την ίδια ιστορία, με μοναδικό τρόπο. Μέσα από το «Χωρίς εσένα» της Μαίρης Κωνσταντούρου, γνωρίζουμε την ηρωίδα, έναν άρτια δομημένο χαρακτήρα, της οποίας οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι επιφυλάξεις και οι προβληματισμοί, σκιαγραφούνται με αμεσότητα, ευαισθησία, ρεαλισμό και χωρίς κανένα στοιχείο μελοδραματισμού ή υπερβολής, και μέσα από το «Δεν υπήρξα ποτέ» της Θάλειας Κουνούνη, γνωρίζουμε τον ήρωα, λίγο πιο περίπλοκο ως χαρακτήρα, του οποίου, ωστόσο η περιγραφή και η ανάλυση ως χαρακτήρα δεν υπολείπεται σε τίποτα από την αντίστοιχη περιγραφή της ηρωίδας, αφού μεταδίδονται με ενάργεια και ένταση, όλα εκείνα τα προσωπικά βιώματά του και ο ψυχισμός του, που στην κατάλληλη στιγμή, θα διαδραματίσουν καίριο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Δεν ξέρω, εάν, στο μέλλον και άλλοι συγγραφείς ή δημιουργοί, θα ακολουθήσουν την ιδέα της Μ. Κωνσταντούρου και της Θ. Κουνούνη, πάντως τα εύσημα και τα συγχαρητήρια είναι και για το εγχείρημα, και φυσικά και για το επιτυχημένο αποτέλεσμα.