...Οι πιο παράξενες φήμες κυκλοφορούσανε γι' αυτόν τον ποιητή, που ζούσε ιδιόρρυθμη ζωή, βγαίνοντας μόνο τις νύχτες και γυρίζοντας στο σπίτι του προτού ξημερώσει. Τον έλεγαν ωραιοπαθή, "Ντόριαν Γκρέι", "κυνηγό εξωτικών ηδονών", που πήγαινε ως και στους τεκέδες της Τρούμπας, για να φουμάρει με τους "ντερβίσηδες". Τον περιέβαλλε ένας θρύλος εωσφόρου, που, πράγμα περίεργο, δεν τον λέκιαζε καθόλου - θαρρείς και φορούσε κάποιον αόρατο μαγικό μανδύα, που τον βοηθούσε να περνάει μέσα απ' όλες τις φλόγες χωρίς να κάψει τα φτερά του, μέσα απ' όλες τις λάσπες δίχως να λερωθεί.
Τι ακριβώς αγαπούσε ο Λαπαθιώτης; Η εντύπωσή μου ήταν ότι του άρεσε να τον παρεξηγούν, ότι επιζητούσε τις παρεξηγήσεις, από ένα είδος νοσηρού ναρκισσισμού κι ακόμα και κάποια περιφρόνηση προς την κοινή γνώμη, που θαρρείς και την προκαλούσε.
Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο μου "Κουρασμένος απ' τον έρωτα", όπου οι δύο κύριοι ήρωές του είμαστε εκείνος κι εγώ, έλαβα, ύστερα από λίγες μέρες, ένα γράμμα, που μου το 'στειλε με τον στρατιώτη του πατέρα του του στρατηγού: "Χθες τη νύχτα, που του κάκου σ' αναζήτησα στο Ζάππειο -αλήθεια, που ήσουν;-, άκουσα δυο νεαρούς που καθόντουσαν σ' ένα παγκάκι να συζητούνε για το μυθιστόρημά σου. "Κι όμως" έλεγε ο ένας, "ο Λαπαθιώτης είναι τέτοιος". "Έχεις λάθος. Δεν διάβασες τι γράφει ο Τσουκαλάς στο μυθιστόρημά του;". Αγαπητέ μου φίλε, τι σου έκανα για να μου καταστρέψεις την κακή μου φήμη, που τόσα χρόνια παιδεύτηκα για να τη δημιουργήσω;"
Ο συγγραφέας που έγραψε πριν 100 χρόνια αυτή τη μικρή νουβέλα δεν φταίει για το πώς αυτή ανατυπώθηκε και επανακυκλοφόρησε δεκαετίες ολόκληρες μετά τον θάνατό του, οπότε θα της δώσω τα τρία όμορφα και ρετρό αστεράκια που της αξίζουν για αυτό που είναι: ένα νοσταλγικό ρομαντικό εργάκι του μεσοπολέμου, αυτοβιογραφικό, κι όχι γι΄αυτό που δολίως υπόσχεται η έκδοση.
Ο Τσουκαλάς ο ίδιος είναι ο πρωταγωνιστής του έργου, ο «κουρασμένος απ΄τον έρωτα», και περιγράφει ακατάσχετα και άκρως ηδυπαθώς και μεταφορικώς τον έρωτά του - για μια κοπέλα, φυσικά. Συναντιώνται τυχαία μια βροχερή νύχτα του 1926 σε ένα παρακμιακό έρημο καφενέ της Αθήνας και συνειδητοποιούν πως γνωρίζονται ήδη από έφηβοι, όταν έκαναν μαζί διακοπές σε ένα νησί. Η ερωτική φλόγα τούς τυλίγει σαν πυρκαϊά, οι επιστολές που ανταλλάσσουν είναι υπέροχα μελώ, μα τελικά δεν αρκεί.
Και πού κολλά, θα μου πείτε, ο διάσημος Λαπαθιώτης σε όλο αυτό, το όνομα του οποίου φιγουράρει μοναχό στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο; Πουθενά. Κάπου προς την αρχή ο Τσουκαλάς μάς λέει μέσα σε πέντε σελίδες για το πώς ακολούθησε ένα βράδυ ένα γνωστό του ποιητή στα νυχτερινά ομοφυλοφιλικά στέκια του Ζαππείου και αργότερα σε ένα τεκέ με ναργιλέ όπου και μαστουρώσανε. Αυτό. Τέλος.
Τώρα γιατί οι συγκεκριμένες εκδόσεις επέλεξαν να δώσουν στον υπότιτλο ότι το έργο είναι «μια αναφορά στον Λαπαθιώτη από ένα φίλο του» (υπονοώντας εραστή του) ενώ το έργο κάνει μια απλή αναφορά και μόνο στον Λαπαθιώτη... αυτό ας το κρίνετε μόνοι σας. Μπορεί κι εγώ να ήθελα να δω παραπάνω πράγματα και να το φαντάστηκα.
Το πιο ενδιαφέρον όλων είναι η εισαγωγή, γραμμένη από τον Τσουκαλά σχεδόν 40 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία της νουβέλας, στην οποία εξιστορεί (επιτέλους) προσωπικές αναμνήσεις του Κατοχικές από τον Λαπαθιώτη, πώς πήγε σπίτι του να πάρει βιβλία που ο ποιητής εξαθλιωμένος και βρώμικος πουλούσε για ένα ξεροκόμματο, πώς λίγες μέρες μετά ο ποιητής αυτοκτόνησε, πώς δεν τον έθαβαν επί μέρες λόγω της αυτοχειρίας του, πώς πήγε και είδε το πτώμα του πνιγμένο στα λουλούδια στο νεκροτομείο μέσα σε μια κάσσα. Αυτά ήσαν ομολογουμένως πολύ ενδιαφέροντα και μακάρι να είχε κι άλλα παρόμοια!