Τρεις γυναίκες αφηγούνται ένα παλιό, μα όχι ξεχασμένο τραύμα. Μια ιστορία εγκατάλειψης και αφοσίωσης, προδοσίας και επούλωσης.
Η Μαρίνα εγκαταλείπει τις κόρες της, Ελισάβετ και Ειρήνη, σε τρυφερή ηλικία. Τα κορίτσια καταλήγουν να μεγαλώσουν με τη γιαγιά και τον παππού, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματά τους με όποιο τρόπο μπορούν. Μία απόπειρα της Μαρίνας - ύστερα από πολλά χρόνια και αφού έχει καταξιωθεί επαγγελματικά - να επανασυνδεθεί με τις κόρες της φέρνει σταδιακά στην επιφάνεια ολόκληρη την ιστορία.
Η πρώτη συγγραφική απόπειρα της Λήδας Διζέλου στέφθηκε από επιτυχία.
Το εξώφυλλο : Ο εκδοτικός οίκος, τηρώντας αποστάσεις ασφαλείας από τη σωρεία των πανομοιότυπων γελοίων εξώφυλλων που κατακλύζουν τις προθήκες των βιβλιοπωλείων όταν πρόκειται για Ελληνίδες πεζογράφους, επέλεξε ένα όμορφο και "θηλυκό" εξώφυλλο παροτρύνοντας αναγνώστες σαν και μένα να ελπίσουν σε κάτι διαφορετικό.
Ο τίτλος : Δεν ξέρω γιατί, αλλά συνειρμικά ο τίτλος του βιβλίου με παρέπεμψε στο Match Point, γλυτώνοντας με από μεγαλοστομίες και καλολογικά στοιχεία ανάκατα με κοσμητικά επίθετα, που στολίζουν εκείνα τα εξώφυλλα που λέγαμε, δημιουργώντας ένα κιτς ασορτί.
Η ιστορία : Μια καλογραμμένη ιστορία εγκατάλειψης, από τη σκοπιά της πρώτης κόρης, της δεύτερης κόρης και της μητέρας. Οι αφηγήσεις είναι ιδιαίτερες, αποδίδοντας η κάθε μία τον ξεχωριστό χαρακτήρα των κοριτσιών που εγκαταλείφθηκαν και όλα όσα οδήγησαν τη μητέρα να τα εγκαταλείψει. Τα ψυχικά τραύματα των κοριτσιών περιγράφονται με ιδιαίτερη ευαισθησία ακόμα και όταν δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού στον αναγνώστη. Η πρώτη κόρη περιγράφεται ως η πιο αδύναμη και συντριμμένη. Ζωή κομμάτια, περίκλειστη στη μοναξιά της, γεμάτη συμπλέγματα και αμέτρητα ερωτηματικά. Το εύκολο κομμάτι του βιβλίου. Το εμφανές θύμα της όλης ιστορίας. Το ευνόητο για τον αναγνώστη. Όμως η συγγραφέας δεν στέκεται εκεί. Ασχολείται με περισσή φροντίδα με τη δυνατή, δεύτερη κόρη που φαίνεται ότι δεν υποφέρει, περιγράφοντας τον ατίθασο χαρακτήρα της, μέχρι να την απογυμνώσει από τον πόνο της μπροστά στον αναγνώστη. Χωρίς κλισέ και ευκολίες περνάμε από τον έναν ψυχισμό στον άλλο, ρίχνοντας παράλληλα μια ματιά από τη γρίλια, στο περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω από τις ηρωίδες. Μέχρι εδώ πολύ ωραία. Πολύ σύντομα όμως άρχισα να αναρωτιέμαι για τη μητέρα. Τί είδους μητέρα είναι αυτή που εγκαταλείπει τα παιδιά της; Ποιο αληθοφανές εύρημα θα επινοήσει η συγγραφέας για τη φυγή της μητέρας; Ποιο ήταν αυτό το τρομερό που την ώθησε να παρατήσει τα παιδιά της και να φύγει; Διότι στα δικά μου μάτια, για να εγκαταλείψει μια μητέρα τα παιδιά της θα πρέπει να έρθει ο κόσμος κυριολεκτικά τούμπα. Μια και δεν συνηθίζω να κάνω αποκαλύψεις όταν γράφω για τα βιβλία που έχω διαβάσει (προσπαθώντας να διατηρήσω το στοιχείο της έκπληξης), θα πω ότι τελικά απογοητεύτηκα λιγάκι. Μου φάνηκε πολύ τραβηγμένο το "γιατί" η μητέρα εγκατέλειψε τα παιδιά της. Παγκοσμίως και στις περισσότερες κοινωνίες, ο λόγος αυτός απλώς δεν υφίσταται. Τελεία και παύλα. Η περί ους ο λόγος μητέρα, ανευρίσκεται παγκοσμίως να φροντίζει τα παιδιά της όσο καλύτερα μπορεί, συνήθως με κάποια μικρή ή μεγάλη βοήθεια και παράλληλα να ασχολείται επιτυχώς και με τα υπόλοιπα που την καταξιώνουν. Τα διλήμματα της ιστορίας απλώς δεν υπάρχουν, διότι κάθε νοήμων μητέρα καταλαβαίνει με την πρώτη ότι το τίμημα είναι υπερβολικά μεγάλο. Δεδομένου ότι η μητέρα παρουσιάζεται εξαιρετικά νοήμων, η συμπεριφορά της για μένα δεν ήταν αληθοφανής. Δεν συμβάδιζαν τόσα απανωτά λάθη με αποδέκτες τα παιδιά, με τον διακαή πόθο που την κατάτρεχε. Ετεροχρονισμένα και καθυστερημένα συναισθήματα, σκέψεις μιας ώριμης και έξυπνης υποτίθεται γυναίκας και μεταμέλεια μετά από 30 χρόνια, δεν με έπεισαν καθόλου. Μπροστά όμως στις λοιπές αρετές του βιβλίου, ελέω πλοκής, υπαναχώρησα στους προβληματισμούς μου.
Ένιωσα πολλά συναισθήματα διαβάζοντάς το:θυμό γι'αυτή τη μητέρα που έβαζε προτεραιότητα την επαγγελματική της πορεία και όχι τα παιδιά της,λύπη για την ψυχολογία των κοριτσιών αυτών και την ταλαιπωρία που όχι μόνο δεν τους άξιζε,αλλά τις έκανε να νιώθουν και ενοχές για τα σφάλματα των γονιών τους,απορία για τη συναισθηματική ανωριμότητα πολλών ανθρώπων.Και,τελικά,λέω τα παράπονα αυτά των παιδιών που δεν πήραν όσα έπρεπε,δύσκολα φεύγουν στην ενήλικη ζωή..Η γραφή,βέβαια,ήταν αρκετά απλο'ι'κή και αυτό καθιστά το βιβλίο ευκολοδιάβαστο.
Ένα συγκλονιστικό κείμενο για τις σχέσεις μητέρας και κόρης, για τις ψυχολογικές επιπτώσεις που έχει η εγκατάλειψη του γονιού σε ένα ανήλικο παιδί, για τις διαλυμένες σχέσεις του σήμερα, για τις τρομερές συνέπειες της επιλογής οικογένεια ή καριέρα. Σα χειρουργικό νυστέρι, ψυχρά, κοφτά, ορθά τέμνονται οι σχέσεις της οικογένειας της Μαρίνας, του Κώστα, της Ελισάβετ και της Ειρήνης. Κι εκεί που λες πονάς, η συγγραφέας ρίχνει λίγη μορφίνη ευχάριστων σκηνών για να γλυκάνει την εγχείριση. Και η τομή είναι βαθιά, καίρια, ως τα εσωτερικά όργανα του κάθε αναγνώστη.
Το κείμενο είναι σε πρώτο πρόσωπο και την ιστορία αφηγούνται εναλλάξ η μητέρα Μαρίνα και οι δύο κόρες, Ελισάβετ και Ειρήνη. Όλα ξεκινάνε τη βραδιά των γενεθλίων της Δώρας, της κόρης της Ελισάβετ. Είναι μια ημερομηνία που εμποδίζει τη μητέρα Μαρίνα να απολαύσει άλλο ένα επιτυχημένο συνέδριο στο οποίο ήταν ομιλήτρια. Το βροχερό Μόναχο χειροτερεύει τη διάθεσή της και, μετά από ενδοσκόπηση, παίρνει τηλέφωνο την Ελισάβετ. Η παραμονή και η μέρα του πάρτι γενεθλίων του παιδιού γίνονται αφήγηση τρυφερή και αληθινή ενώ παράλληλα παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία κάθε μίας από τις τρεις γυναίκες.
Η Μαρίνα εγκατέλειψε τις σποιυδές ιατρικής για να αφοσιωθεί στα παιδιά της. Ένα βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων της Ελισάβετ, η Μαρίνα, μετά από ένα τέλειο πάρτι που ετοίμασε η ίδια, αφήνει ένα σημείωμα και εξαφανίζεται. Την επόμενη μέρα τα δυο κορίτσια, πέντε και δύο ετών, ξυπνάνε και δε βρίσκουν πουθενά τη μητέρα τους. Αντίθετα, βρίσκουν έναν καταϊδρωμένο, απόμακρο πατέρα, που τις αρπάζει κυριολεκτικά, τις πετάει στο αμάξι του και τις παρκάρει στη μάνα του! Ένα απίστευτα τραγικό γεγονός με εκατομμύρια συνέπειες στον ψυχισμό των παιδιών (η Ελισάβετ χάνει την ομιλία της για τουλάχιστον τρία χρόνια).
Με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, το σήμρα μπλέκεται με το χτες σε έναν αγωνιώδη αγώνα δρόμου στον οποίο τρέχουν άθελά τους οι κόρες της οικογένειας. Με καθόλου ευθύγραμμη αφήγηση, με κορυφώσεις και χαλάρωση, ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιστορία αυτών των τριών γυναικών, τα προβλήματά τους, τα λάθη τους, οι επιλογές τους, τα αναπάντητα γιατί και οι χιλιάδες απορίες. Εξαιρετικά καλογραμμένο, βαθιά αληθινό, ένα βιβλίο που με παρέσυρε στα πάθη των ηρωίδων του και ανέμενα τη λύση του δράματος με τη μεγαλύτερη αγωνία που έχω συναντήσει σε μυθιστόρημα.
Θα ξαναμιλήσουν τα κορίτσια στη μητέρα τους; Θα τη συγχωρέσουν; Θα ξανασυνδεθούν με μια γυναίκα από την οποία θυμούνται μόνο παιδικά τραύματα κι ένα αβάσταχτο βάρος τύψεων και ενοχής ότι δικό τους ήταν το λάθος και τις παράτησε; Θα αγαπήσουν ποτέ τον άγνωστο άντρα που τις παράτησε κι αυτός με τη σειρά του στη γιαγιά και στον παππού να τις μεγαλώσει και αργότερα ξανάφτιαξε τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα; Η Μαρίνα κατάλαβε το λάθος της; Θέλει να επανασυνδεθεί με τα κορίτσια της από αγάπη ή από τύψεις; Πώς είναι να μεγαλώνουν δυο μικρά κορίτσια με τους ηλικιωμένους παππούδες τους, που ούτε τη δύναμη ούτε τη διάθεση έχουν να τα μεγαλώσουν. Όπως λέει χαρακτηριστικά η γιαγιά: "Προβληματική μάνα, προβληματική κόρη, τι να πεις, αυτή η κοπέλα μια βλαμένη και μισή ήτανε, σιγά μη γίνει και γιατρός, αλλά ο γιος μας ο ηλίθιιος πήγε και έπεσε πάνω της, θαμπώθηκε από τα μακριά της μαλλιά και ποιος ξέρει από τι άλλο. Τόσες και τόσες νοικοκυρεμένες κοπέλες, φυσιολογικές μπορούσε να βρει ο ανόητος, αλλά αυτός τίποτα, εκεί κόλλησε το μυαλό του. Το παιδί τούς μάρανε, δεν το 'ριχνε καλύτερα η αθεόφοβη, Θεέ μου συγχώρα με, χειρότερη αμαρτία ήταν αυτό που έκανε, δεν ήταν; Ανεύθυνος και ο κανακάρης μας, εννοείται, αλλά όσο να πεις, άντρας είναι, δεν ήταν δουλειά του να ξεσκατώνει δυο μωρά που δεν τα θέλει ούτε η ίδια τους η μάνα. Τι να κάνει το παιδί, έχει και ανάγκες, μπορεί δυο μέτρα άντρας να τα βγάλει πέρα μόνος, τι να λέμε τώρα;..." (σελ. 118).
Όπως λέει και η συγγραφέας: "Μια καλή γειτόνισσα είναι πολύ σημαντική, όπως και μια μάνα είναι εντελώς ασήμαντη αν δεν μπορέσει να σταθεί στο ύψος του ρόλου της. Οι τίτλοι από μόνοι τους είναι σκέτες λέξεις, χωρίς περιεχόμενο, δεν εξασφαλίζουν ούτε σεβασμό ούτε τίποτα. Ο καθένας εισπράττει με τη συμπεριφορά του όσα ακριβώς του αξίζουν και του αναλογούν. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο" (σελ. 130).
Όταν θέλω να εκφράσω (γραπτώς) τη γνώμη μου για ένα βιβλίο συνήθως ��εκινώ με μια μικρή περίληψη και συνεχίζω με το τι σκέψεις και συναισθήματα αποκόμισα διαβάζοντας το εκάστοτε κείμενο. Η Λήδα Διζελου όμως με τον ευφυέστατο τίτλο της με ''αναγκάζει'' να ξεκινήσω από εκεί. Το τυφλό σημείο... Ξεκίνησα την ανάγνωση και στο μυαλό μου συνέχιζαν να γυροφέρνουν οι τρεις αυτές λεξούλες.
Προχωρώντας στις σελίδες αλλά και μέσα στην ίδια την ιστορία όλα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους. Γεγονότα άλλα πραγματικά σημαντικά κι άλλα που έμοιαζαν ασήμαντα κι όμως άφηναν το στίγμα τους, χαρακτήρες που ξεδιπλώνονταν με τρόπο που σε έκανε να βιώνεις μαζί τους ότι βίωναν κι εκείνοι , αλήθειες που ούτε οι ίδιοι οι ήρωες δεν ήξεραν ότι έκρυβαν μέσα τους κι όλα αυτά δεμένα τόσο περίτεχνα μεταξύ τους που έδιναν ένα άρτιο και εξαιρετικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα...
Πρόκειται για ένα απο τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Απόλυτα συγκινητικό και βαθιά ανθρώπινο, σε βάζει στην ιστορία ως το κόκκαλο . Μια ιστορία εγκατάλειψης από τον μόνο άνθρωπο που όχι μόνο ελπίζουμε αλλά και απαιτούμε να είναι πάντα δίπλα μας. Έναν άνθρωπο του οποίου η έλλειψη μας στοιχειώνει για πάντα . Κι αυτός δεν είναι άλλος από τη μάνα.
Η πλοκή του αλλά και η γραφή της Διζέλου είναι τόσο ''ελκυστική'' και τόσο ''εθιστική'' που οι τριακόσιες σελίδες του βιβλίου μου φάνηκαν εξαιρετικά λίγες. Και όχι μόνο μου λύθηκε η απορία για το τι τελικά σημαίνει Το τυφλό σημείο αλλά δε μπόρεσα παρά να παραδεχτώ ότι όντως όλα στη ζωή είναι θέμα οπτικής γωνίας.
Ένα βιβλίο που δε σε απογοητεύει.Τόσο ανθρώπινο κι αληθινό που οι σκέψεις μου για μια τυπική κριτική κατατροπωθήκαν απ τα συναισθήματα που με έκανε να νιώσω.
Η ιστορία ξεκινάει με την εγκατάλειψη δυο μικρών κοριτσιών, της Ελισάβετ και της Ειρήνης από την μητέρα τους Μαρίνα. Ο πατέρας τους και αυτός με την σειρά του τα αφήνει στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς, οι οποίοι αναλαμβάνουν το μεγάλωμα των κοριτσιών. Σε μια τόσο τρυφερή ηλικία, αυτή η διπλή προδοσία μπορούσε να μην έχει αφήσει ανοιχτές πληγές στην ζωή και την ψυχή των κοριτσιών;
Η Ελισάβετ, η Ειρήνη και η Μαρίνα, μας αφηγούνται πως βίωσαν το γεγονός και πως πορεύτηκαν στην μετέπειτα ζωή τους. Το ίδιο θέμα μπορούμε να το εξετάσουμε από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες. Από αυτή της Μαρίνας, των κοριτσιών και του εγκαταλελειμμένου συζύγου. Η μάνα από την πλευρά της, μας εξηγεί τους λόγους που την ώθησαν να αφήσει την «ευτυχισμένη» οικογένειά της και να κυνηγήσει τα όνειρά της, αναλογιζόμενη το τεράστιο κόστος και τις επιπτώσεις της απόφασής της. Ο πατέρας, χωρίς να είναι προϊδεασμένος, βρίσκεται από την μια στιγμή στην άλλη μόνος με δυο μικρά παιδιά. Ίσως από άγνοια, ίσως από εκδίκηση για την Μαρίνα, αποποιείται και αυτός τον ρόλο του πατέρα και αφήνει τα κορίτσια στο σπίτι των γονιών του.
Τα παιδιά όμως έχοντας υποστεί την μεγαλύτερη ζημιά, αγκιστρώνονται η μια πάνω στην άλλη. Οι παιδικές ψυχές τους έχουν τραυματιστεί ανεπανόρθωτα, η ζωή τους έχει αλλάξει ριζικά και έχουν να αντιμετωπίσουν ψυχοσωματικά προβλήματα για μια ολόκληρη ζωή.
Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται η κ. Διζέλου είναι βαρύγδουπο από μόνο του. Ο τρόπος όμως που το απέδωσε, εμένα προσωπικά δεν με «κέρδισε». Πολλά κενά, ο λόγος πολύ απλός σχεδόν υποτονικός και δεν υπάρχει ένταση και κορύφωση συναισθημάτων.
** «Μια καλή γειτόνισσα είναι πολύ σημαντική, όπως και μια μάνα είναι εντελώς ασήμαντη αν δεν μπορέσει να σταθεί στο ύψος του ρόλου της. Οι τίτλοι από μόνοι τους είναι σκέτες λέξεις, χωρίς περιεχόμενο, δεν εξασφαλίζουν ούτε σεβασμό ούτε τίποτα. Ο καθένας εισπράττει με τη συμπεριφορά του όσα ακριβώς του αξίζουν και του αναλογούν». ----------------> σελίδα 130
Μια ιστορία για τις δράσεις και τις αντιδράσεις, για το πώς οι επιλογές έχουν και συνέπειες και κυρίως για το πώς οι εγωιστικά παρμένες αποφάσεις μας μπορεί να πληγώνουν τους ανθρώπους που αγαπάμε. Μια ιστορία δοσμένη με απλό λόγο, πιο υποτονικό από όσο θα περίμενα τη στιγμή που καταπιάνεται με ένα έτσι κι αλλιώς καθηλωτικό θέμα. Στα σημεία όπου τα συναισθήματα και η ιστορία κορυφώνονται, θα περίμενα περισσότερη ένταση και εσωτερικότητα. Η έλλειψή τους μου μοιάζει σαν να ξεφουσκώνει την ιστορία. Παρόλο που θα ήθελα περισσότερο νεύρο στον λόγο είναι γενικότερα ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και προβληματίζει.