«Έναν τόπο επινόησα / για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη»…
Είναι πολύ δύσκολο να συνοψίσω τις αντιδράσεις μου από το διάβασμα μιας τέτοιας συγκεντρωτικής συλλογής. Αγαπημένη μου ποιήτρια δεν ήταν η Αγγελάκη-Ρουκ, δεν επανέρχομαι σ’ αυτήν ξανά και ξανά΄ άλλωστε, λίγες συλλογές της είχα διαβάσει παλιότερα κι αυτός ο τόμος έμενε αδιάβαστος χρόνια, ώσπου –προτού ‘αποσυρθεί’– κάποιος μού θύμισε την «Λιπιού» (από όπου ο πρώτος στίχος), και η παράλληλη θύμηση της λύπης και της λήθης του Youkali, τόπων επιθυμητών κι ανύπαρχτων, με οδήγησε εκεί, όπου «όλες οι αποτυχίες της νιότης/ γίναν σιωπηλές πλατείες/ τα κουτσουρεμένα πάθη σύδεντρα σκοτεινά/ κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες/ σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιούνται στα σοκάκια». Σπεύδω και προκαταλαμβάνω: θα τον κρατήσω, τελικά, αυτόν τον λευκό τόμο, και έστω αποσπασματικά θα τον ξαναδιαβάσω.
Βέβαια, το ανέμενα ότι τόση Αγγελάκη-Ρουκ (πεντακόσιες σελίδες είναι!) θα έπεφτε βαριά –κι έπεσε. Αλλά με τρόπο ποιητικό, όχι ακριβώς απρόσμενο αλλά ευχάριστο. Δεν συνθλίβει, αλλά θλίβει, καθώς διαπιστώνει: «Κάτι χειρότερο από γερατειά/ η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα».
Σε συλλογές σαν τις πρώτες, η Αγγελάκη-Ρουκ, με πληθωρικά ποιήματα, συχνά αντιφωνικά, μοιάζει αν όχι να κρύβεται, πάντως να βολεύεται ποιητικά πίσω από μυθικά ή μυθοποιημένα ιστορικά πρόσωπα (π.χ. Μεγαλέξαντρος), που κυκλοφορούν φορτωμένα με συμβολισμούς και απελευθερώνουν το προσωπικό της βίωμα. Όμως, σταδιακά το ζεύγος του έρωτα και του θανάτου κυριαρχεί -και το σώμα, το ανθρώπινο, το γυναίκειο, σημαδεύεται σαν η νίκη και η ήττα των ονείρων.
Λέει η Πηνελόπη:
Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
κάτω απ’ το βάρος της λέξης
γιατί εμποδίζεται η τέλεια έκφραση
όταν πιέζετ’ από πόνο το μέσα.
Κι ενώ η απουσία είναι το θέμα της ζωής μου
–απουσία από τη ζωή–
κλάματα βγαίνουν στο χαρτί
κι η φυσική οδύνη του σώματος
που στερείται.
Προχωρώντας όχι στη στέρηση αλλά στην πλησμονή, προτείνεται το σώμα ως μόνος τόπος υπέρβασης όχι μόνο της μοναξιάς αλλά και του επικρεμάμενου μηδενός:
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.
……
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.
Κι η ποιήτρια, αναστοχάζεται όχι μόνο τη σωματικότητα αλλά και την ποιητική λειτουργία:
Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
……
Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ’ άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. («Ο τζίτζικας»)
Πάνω απ’ όλα μιλά για την πιο σκληρή απελπισία, του έρωτα –με αξόδευτο πάθος, είναι μια γυναίκα, μια ποιήτρια που «άνθισε σε πληγή» κι ποιητικός ρεαλισμός της την οδηγεί στο όνειρο, στη θάλασσα, στο καθαρτήριο της λύπης και των παθών, στην «Λυπιού».
Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Και, όσο βυθίζεται στην ωριμότητα, μοιάζει να σταματούν τα λεκτικά παιχνίδια, τα σύμβολα, κι η ποιήτρια μιλά γι’ αυτό που γνωρίζει καλύτερα, για το σώμα της, για τον θνητό εαυτό της. «Όλα του σώματος χάνουν το νόημά τους», ενώ αναγνωρίζεται πως η σάρκα ήταν μια αλάτρευτη θεά της ζωής που όμως φεύγει. Το πάθος υποχωρεί κι από προσμονή γίνεται νοσταλγία, με την επικίνδυνη ασυδοσία της. Το άδηλο μέλλον άλλοτε φωτίζει το τώρα, άλλοτε σπαρακτικά το νοηματοδοτεί –χωρίς ελπίδα για κάτι άλλο, πέρα από τη ζωή:
να φεύγουν τα περιττά, λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.
Ο έρωτας, σαν ανάμνηση, φέρνει το σώμα του θανάτου, αλλά η απώλεια (οικείο μοτίβο στην Α-Ρ) ξεπερνιέται. Μαζί κι ένα είδος ανέφελης αισιοδοξίας για τον ρόλο της ποίησης, παρότι η ποίηση είναι που παραμένει η μόνη πηγή δύναμης, όταν ο σώμα γερνά κι η ζωή αρχίζει ν’ απουσιάζει –όταν εγκαθίσταται η «ανορεξία της ύπαρξης»:
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Πού νάναι τώρα η ελπίδα; Στην «αιώνια αμοιβαιότητα των δακρύων» μας, δίπλα στα πεύκα που κατεβαίνουν στη θάλασσα;
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας.
Γιατί ακόμη δεν έχει γραφεί ο «τελευταίος στίχος μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας». Κι ας μην γραφεί…