Βατσιμάνηδες: ονομάζονται οι ναυτικοί που παραμένουν ως φύλακες στα καράβια που βρίσκονται παροπλισμένα είτε στα ανοικτά των λιμανιών είτε δεμένα στους κάβους, με άγνωστη ημερομηνία απόπλου.
Τρεις τέτοιοι είναι οι ήρωες του μυθιστορήματος, ένας Λιβανέζος, ένας Τούρκος & ένας Έλληνας, των οποίων οι ιστορίες αλληλο-μπλέκονται, με συνεχείς συνειρμούς, αναδρομές στο παρελθόν (χωρίς όμως να μπερδεύουν τον αναγνώστη), περιπλανήσεις του μυαλού, αριστοτεχνικά & πλήρως αρμονικά δοσμένες. Κεντρικοί πρωταγωνιστές είναι όμως δύο. Η Μασσαλία σε πρώτο χρόνο: "Η Μασσαλία ήταν η μοναδική πόλη του κόσμου που δεν μπορούσε κανείς να νιώσει ξένος. Κανείς δεν ήταν ξένος. Από όπου και να προερχόταν. Από οποιαδήποτε φυλή. Εκ προοιμίου δεν μπορούσε κανείς να είναι παρά Μαρσεγιέζος. Αυτό το διάβαζες στα βλέμματα των ανθρώπων. Μια μοναδική αίσθηση παγκοσμιότητας. Εκεί βούτηξε μέσα στο πολύχρωμο, πυκνό πλήθος. Οι πάγκοι ανέδιδαν τις μυρωδιές ολάκερου του κόσμου. Ήταν εκεί, μαζί, η Βαρκελώνη και η Σανγκάη, η Ρώμη και η Βομβάη, το Αλγέρι και το Βαλπαραϊσο... Έφτασε στο λιμάνι την στιγμή που έδυε ο ήλιος. Έμεινε εκεί ακίνητος. Μέσ στις τελευταίες κόκκινες ηλιαχτίδες της μέρας. Έτσι ήταν η Μασσαλία μονολόγησε. Δεν υποσχόταν τίποτα. Δεν άφηνε να καταλάβεις πολλά. Της αρκούσε να δίνει. Σε αφθονία. Αρκούσε μόνο να παίρνεις. Να ξέρεις να παίρνεις.''
Η Μεσόγειος σε Δεύτερο: " Για αυτόν, ετούτη η θάλασσα, ήταν ανατολίτισσα και δυτική μαζί. Ήταν όμως μία, ενιαία. Η ανατολή, η δύση είναι μια μυσταγωγία. Η χώρα μας, οι ρίζες μας, η κουλτούρα μας, όλα είναι εκεί, σ' αυτήν την θάλασσα, μέσα της.''
Η οικουμενικότητα, ο σεβασμός στην διαφορετικά αναβλύζουν, χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα που ο Διαμαντής (Έλλληνας) επισκέπτεται τον Έλληνα(ρα) νοικοκυραίο μετανάστη ξάδερφο του που ζει πλέον μόνιμα στην Γαλλία και έχει κάνει την δική του οικογένεια:
'' -Είστε καλά εδώ; - Ναι είναι καλή γειτονιά. Γιατί που να στα λέω η Μασσαλία έχει αλλάξει. Δεν ξέρω εαν είχες χρόνο να το διαπιστώσεις και μόνος σου, αλλά έχει γεμίσει με ξένους. Ο Διαμαντής νόμισε πως δεν άκουσε καλά. - Με ξένους; - Ναι οι ξεθωριάρηδες, σωστή λέπρα μες στο κέντρο της πόλης, κάνουν κάτι εκκαθαριστικές κινήσεις αλλά περιμένοντας...- Ξεθωριάρηθες; ρώτησε ο Διαμαντής χωρίς να καταλαβαίνει. Ο ξάδερφος χαμογέλασε με, ύφος συνενοχής -Έλα μωρέ οι μουλόσποροι- Για περίμενε ρε Δημήτρη εσύ τι είσαι; - Εγώ είμαι Γάλλος. εγώ υπηρέτησα εδώ την πατρίδα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι η κουλτούρα, η νοοτροπία τους, γαμώ το στανιό μου. Είναι διαφορετικοί, το νιώθεις και μόνο κοιτώντας τους, θα μείνουν για πάντα μουλόσποροι.."
Η γραφή του Ιzzo, στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι γλυκιά, νοσταλγική σε ορισμένα σημεία όμως γίνεται σκληρή σας την πεζή πραγματικότητα που περιβάλλει τους ήρωες, που ο καθένας παλεύει με τους δικούς τους προσωπικούς δαίμονες και τις επιλογές χωρίς διέξοδο & προοπτική.
Ο συγγραφέας όμως με απεριόριστη τρυφερότητα απέναντι τους, σαν στοργικός πατέρας, δεν κρίνει, απλά εξιστορεί & αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν μέχρι την τελική λύτρωση...με ψήγματα ελπίδας να διαφαίνονται καθώς πέφτει η αυλαία...
"Ο ήλιος ανέτελλε, σχημάτιζε ένα απαλό ρόδινο στεφάνι γύρω από τους λόφους της πόλης. Ένα παράξενο φωτοστέφανο. Η ευτυχία, εάν υπήρχε, πήγαζε από εκεί, από εκείνη την στιγμή που η μέρα ξαναγεννιόταν.
Η αυγή εξαφανίζει τα τέρατα, σκέφτηκε....''