Ο Λεωνίδας και ο Ορέστης. Δίδυμοι και σιαμαίοι. Όταν γεννήθηκαν, το μικρό δάχτυλο του χεριού τους παρέμεινε ενωμένο. Ένα και για τους δύο είχε αποφασίσει ο Δημιουργός. Μα ευτυχώς υπήρχαν γιατροί που επενέβησαν αμέσως και διόρθωσαν το… λάθος. Το αφαίρεσαν από αυτόν που το ’χε στο αριστερό του χέρι και όλα έφτιαξαν.
Κάπως έτσι έχασε το δάχτυλό του ο Λεωνίδας, κάπως έτσι το κέρδισε ο Ορέστης, ο αρτιμελής. Έφταιγε που ο πρώτος βρέθηκε σε λάθος μεριά στην κοιλιά της μάνας του. Μα αυτό δεν ήταν κακό. Το κακό ήταν που πίστεψε πως γεννήθηκε σε λάθος μεριά της ζωής. Κανείς όμως δεν μένει στο περιθώριο αν δεν το επιλέξει.
Και ο Λεωνίδας διάλεξε την ηττοπάθεια, τον απομόνωση, τον αλκοολισμό. Μια σπηλιά τόσο σκοτεινή που δεν του επέτρεπε τίποτα να δει, τίποτα να ψάξει. Ούτε καν τα μάτια της Ειρήνης, το βλέμμα της κι εκείνα τα δάχτυλα που έσφιγγαν με αγωνία το σταυρουδάκι στον λαιμό…
Μια λυτρωτική ιστορία δίδυμων αδερφών γραμμένη από το γυμνό χέρι της κοινής τους μοίρας...
Η Μαρία Χίου γεννήθηκε το 1975 σε ένα προάστιο της Αθήνας. Από μικρή ηλικία έκρυβε μέσα της το μεράκι της συγγραφής και στο παιδικό της δωμάτιο σκαρφιζόταν παραμύθια. Την εποχή εκείνη, οι ήρωες που μαστόρευε δεν ήταν ρεαλιστικοί, αλλά εμπνευσμένοι από ιστορίες φαντασίας. Μετά μεγάλωσε και μαζί της μεγάλωσαν και εκείνοι. Απέκτησαν πιο στέρεα χαρακτηριστικά, αρετές και αδυναμίες. Ήταν πραγματικοί ήρωες -ήρωες της ζωής- που, όπως και εμείς, έκτιζαν τον εαυτό τους με κόπο. Λες και ήταν αγάλματα, παλαιά και σύγχρονα, σαγηνευτικά και αποτρόπαια, «ευανάγνωστα» και «δυσνόητα», αγάλματα που ωστόσο κρατούσαν τα ίδια το καλέμι και σμίλευαν, μέσα από τα πάθη, τη μορφή τους.
Η Μαρία Χίου πλέκει δυνατά συναισθήματα περνώντας τους ήρωές της από τα όνειρα στην πραγματικότητα. Κι είναι αυτά τα όνειρα προφητικά, αβυσσαλέα, που εκείνοι επιλέγουν να αφήσουν στην άκρη της συνείδησής τους και να συνεχίσουν την καταστροφική τους πορεία. Μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Γιατί τα χέρια πρέπει να γυμνωθούν, κι αυτοί που τα ορίζουν να μάθουν να δέχονται την αλήθεια, όποια κι αν είναι, κι οι άλλοι που τα βλέπουν, να καταλάβουν κι αυτοί τι σημαίνει να αντικρίζεις το φεγγάρι κι όχι το δάχτυλο που το δείχνει. Κι όταν τ’ ανοίγεις αυτά τα χέρια καθώς από κάτω σου έχεις το κενό, να ξέρεις πως κάποιος είναι εκεί να σε κρατήσει. Μα αυτός ο κάποιος πρέπει να είναι ο ίδιος σου ο εαυτός, αλλιώς η ζωή χάνεται κι ο χρόνος αδηφάγος κι αδιάφορος, ροκανίζει αισθήματα κι αναμνήσεις. Και το τέλος; Ένα μάθημα της ίδιας της ζωής, πως κανείς δεν πρέπει να ζητάει αυτό που δεν του ανήκει. Τότε θα βγει από το κλουβί φυλακή, σαν αυτό το τσίγκινο που ο Λεωνίδας αγόρασε από το Μοναστηράκι και το κρατάει κοντά του, επίμονα άδειο. Μια φυλακή χωρίς κρατούμενους και επισκέπτες, μια ονειροπαγίδα για τις άλλες φυλακές, τις αληθινές που κρατούμενοι και επισκέπτες κοιτάζονται καθισμένοι αντικριστά σε δυο καρέκλες πλαστικές με ένα τραπέζι ανάμεσά τους. Τόσο μικρή απόσταση κι όμως τόσο μεγάλη. Ποιες αλήθειες να τολμήσεις να αφήσεις σε ένα παρακατιανό τραπέζι που η αθλιότητά του συμβολίζει τη ζωή που εσύ επέλεξες;
Τι καθορίζει άραγε το ποιοι είμαστε; Το γενετικό μας υλικό, ο τρόπος που μεγαλώνουμε ή το τι εμείς επιλέγουμε να γίνουμε;
Τεράστια ερωτήματα συνθέτουν το μυθιστόρημα της Μαρίας Χίου «Χέρια Γυμνά» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας.
Η ιστορίας μας μεταφέρει στη δεκαετία του ’60 όπου μια επιλογή, μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή, μοιάζει να ευθύνεται για όλα τα γεγονότα που εκτυλίσσονται στη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων δεκαετιών.
Ο Λεωνίδας και ο Γιώργος είναι δίδυμοι και σιαμαίοι. Γεννιούνται ενωμένοι με το ίδιο αίμα, αλλά και με το ένα τους δάχτυλο. Οι γιατροί πρέπει να διαλέξουν. Επιλέγουν ο Ορέστης να ζήσει αρτιμελής και ο Λεωνίδας να χάσει το δάχτυλο του αριστερού χεριού του. Παρακολουθούμε τους δύο ήρωες να μεγαλώνουν και να ανδρώνονται κάτω από δύσκολες συνθήκες, ακολουθώντας τους ρόλους που άλλοι καθόρισαν γι' αυτούς.
Η γραφή της κυρίας Χίου είναι παραπάνω από αξιόλογη. Συνθέτει μια μοναδική ιστορία με μαεστρία και αρτιότητα. Αυτό όμως που πραγματικά την αναγάγει στα μάτια μου σε σπουδαία συγγραφέα είναι οι επιλογές της.
Η Μαρία Χίου καταπιάνεται με ένα δύσκολο, δυσδιάκριτο ζήτημα. Πώς ακριβώς καθορίζεται το ποιοι είμαστε, το τι γινόμαστε; Με ποιον τρόπο άραγε λειτουργούμε και ποια είναι εκείνη η κρίσιμη στιγμή που αποφασίζουμε για το ποιοι θέλουμε να είμαστε;
Εάν λάβουμε ως δεδομένο πως όλες οι μορφές τέχνης είναι ιστορικά και πολιτισμικά συγκείμενα που προβάλλουν τα πρότυπα της εκάστοτε εποχής, η κυρία Χίου διαλέγει ένα δύσκολο μονοπάτι. Αποφασίζει, μέσω της συγγραφής ενός μυθιστορήματος, να «ξύσει» την κριτική μας σκέψη και να μας κάνει να αναρωτηθούμε για τον βιολογικό προκαθορισμό του ανθρώπου, την επιτελεστικότητα των ρόλων μας, τους θεσμού που επιβάλει η κοινωνία, αλλά και την κανονιστικότιτα που προβάλλουν οι συλλογικότητες. Και όλα αυτά με κάτι, ίσως, ασήμαντο ως εικόνα. Την έλλειψη του μικρού δαχτύλου.
Το χτίσιμο μιας τέτοιας ιστορίας, μιας τέτοιας ιδιοφυούς στρατηγικής, με γέμισε χαρά και συγκίνηση. Διαβάζοντας το βιβλίο «Χέρια Γυμνά» προβληματίστηκα βαθιά και πρόσθεσα στη βιβλιοθήκη μου ακόμη ένα λογοτεχνικό έργο που μπορώ να θεωρώ ως προάγγελο διαφοροποίησης του τρόπου με τον οποίο νοηματοδοτούνται έννοιες όπως η ισότητα και η δικαιοσύνη.
Μια απρόσμενη έκπληξη ήταν το Χέρια γυμνά! Με καθήλωσε και το απόλαυσα απο την πρώτη ως την τελευταία σελίδα... Οι χαρακτήρες ήταν ολοζώντανοι και η πλοκή απλά εθιστική...! Προς το τέλος συγκινήθηκα αρκετά... Τόσο με το αντάμωμα Λεωνίδα και Ορέστη στο νοσοκομείο όσο και με τα λόγια της Έλλης στον Παντελή στο κυριακάτικο τραπέζι!