Μια πόλη βομβαρδίζεται. Η δεκαεφτάχρονη Άννα και η Όλγα, η γιαγιά της, βρίσκονται στο άδειο σαλόνι του σπιτιού τους. Το κορίτσι προτείνει να φύγουν, να βρουν καταφύγιο. Η γιαγιά αρνείται. Η Άννα διαπιστώνει ότι τα πόδια της Όλγας έχουν παραλύσει. Τότε η εγγονή παίρνει τη γιαγιά στην πλάτη και βγαίνουν από το σπίτι.
Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν.
Θα φτάσουν, άραγε, στα σύνορα; Και τι θα θυσιάσουν;
Μια ιστορία επιβίωσης σε μια βομβαρδιζόμενη χώρα. Μια περιπέτεια ενηλικίωσης στις φλόγες του πολέμου. Ένας αγώνας διεκδίκησης των πλέον δεδομένων, του νερού, της τροφής, της στέγης, της ασφάλειας, της αγάπης, και κάποιων όχι και τόσο αυτονόητων, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ίδιας της ζωής.
Το βιβλίο είναι εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία και κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών κατοικημένων πόλεων, όπως στη Λωρίδα της Γάζας και σε άλλα σημεία του πλανήτη. Η ιστορία και τα πρόσωπα είναι προϊόντα μυθοπλασίας.
Η Τζούλια Γκανάσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Σπούδασε Πληροφορική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Βιοπορίζεται από την Πληροφορική.
Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας. Το τρίτο βιβλίο της, Ως το τέλος, ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014 και το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013 του περιοδικού Κλεψύδρα. Η νουβέλα Γονυπετείς (Γ΄ έκδοση) απέσπασε το Βραβείο Μεσόγειος 2018 από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ και το Βραβείο Διηγήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2018. Το βιβλίο Γόνιμες Μέρες (Β΄ έκδοση) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Ιστορίες Εγκλεισμού 2021 του περιοδικού World Literature Today και το Βραβείο Μυθιστορήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2022.
Διηγήματα και κείμενά της δημοσιεύονται σε εφημερίδες και ιστότοπους πολιτισμού και έχουν συμπεριληφθεί σε εκδόσεις και λογοτεχνικά φεστιβάλ στην Ελλάδα, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία (Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Dasein, Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών Αθήνας, Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών Γλασκώβης, Φεστιβάλ Βιβλίου Νίκαιας Γαλλίας, Fringe Festival Εδιμβούργου και άλλα).
Η Δευτέρα Παρουσία, σε μια πρώτη όψη, φανερώνει μια ιστορία ξεριζωμού και επιβίωσης που η κυρία Γκανάσου συνέθεσε αντλώντας έμπνευση από πραγματικά συμβάντα στις εμπόλεμες ζώνες της Ουκρανίας και της Λωρίδας της Γάζας. Τα ενδότερα ζητήματα του έργου βέβαια, αποκαλύπτονται καθώς “καταπίνεις” τις σελίδες με γοργό ρυθμό ακολουθώντας τον παλμό των γεγονότων που διαδραματίζονται.
Γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως δεν έχεις στα χέρια σου ένα βιβλίο που αφορά μόνο την Ουκρανία ή την Γάζα ή οποιαδήποτε άλλη εμπόλεμη ζώνη. Είναι βιβλίο που κατοικεί σε αόριστο χρόνο και χρόνο και είναι καταδικασμένο, δυστυχώς ή ευτυχώς, να είναι αέναα επίκαιρο! Ακολουθώντας την Άννα και την Όλγα στο ταξίδι τους γινόμαστε ένα με αυτές. Τρομάζουμε, μαχόμαστε, πονάμε, τρέχουμε, κρυβόμαστε, αγκαλιάζουμε, αγαπάμε, ελπίζουμε… Το διττό σώμα εντέλει μεταμορφώνεται συνεχώς και κουβαλάει κάθε αναγνώστη στις πλάτες του. Παραπλήσια με την οδύνη του πολέμου, καυτηριάζονται αριστουργηματικά και με λογοτεχνική δεινότητα, θέματα που (θέλω να) πιστεύω απασχολούν κάθε σκεπτόμενο νου. Δικαιοσύνη, πολιτισμός, αλληλεγγύη, ειρήνη, πατριαρχία, ισότητα, είναι μόνο μερικά εξ ’αυτών. Η έρευνα της συγγραφέως φτάνει σε βάθος και οι επεξηγήσεις που υπάρχουν στο κάτω μέρος της σελίδας δίνουν βαρύτητα στα όσα διαβάζεις. Το έργο διαιρείται σε τρία μέρη, που κατά την άποψή μου, το καθένα βάζει το δικό του λιθαράκι στο ρου της ιστορίας μέχρι να φτάσει στην κορύφωσή της. Θα ήθελα πολύ να αναφερθώ στο δεύτερο μέρος, που προσωπικά ήταν το αγαπημένο μου, αλλά δεν θα μπορέσω να αποφύγω τα spoilers και θα στερήσω συναισθήματα σε όποιον αποπειραθεί να τον διαβάσει. Οι πινελιές του μαγικού ρεαλισμού στο τέλος λειτουργούν εξισορροπητικά, ραφινάροντας και εξωραΐζοντας θα έλεγα, μια δυστοπία που μπορεί να μοιάζει μακρινή αλλά είναι πέρα για πέρα κοντινή.
Εν κατακλείδι, χαίρομαι όταν ένα βιβλίο συνοδεύεται από περιεχόμενο ανάλογο του “ντόρου” που δημιουργεί! Ήταν το πρώτο έργο της συγγραφέως που διάβασα, όμως τολμώ να πω πως ίσως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της εκδοτικής φουρνιάς του 2024. Σίγουρα θα διαβάσω και άλλα έργα της κυρίας Γκανάσου.
Καθηλωτικό βιβλίο! Αγάπησα τη γραφή - λυρική και ταυτόχρονα γροθιά στο στομάχι! Με συγκλόνισε η ιστορία της Άννας και της γιαγιάς της - ειδικά το δεύτερο μέρος του βιβλίου σοκαριστικό! Αξίζουν πολλά μπράβο στη συγγραφέα που καταπιάστηκε με ένα τόσο σημαντικό θέμα, που απέδωσε τη φρίκη του πολέμου αλλά και το ζήτημα των παρενθετων μητέρων και της εκμετάλλευσης που υφίστανται σε περίοδο πολέμου! Το βιβλίο αυτό αξίζει και πρέπει να διαβαστεί!!!
Η Άννα μαζί με την γιαγιά της, την Όλγα, αποφασίζουν να φύγουν από το σπίτι τους καθώς ο πόλεμος μαίνεται και η επιβίωση τους κρέμεται από μία λεπτή κλωστή. Η ηλικιωμένη γυναίκα δυσκολεύεται να αποχωριστεί το σπίτι της και η εγγονή της αποφασίζει να την βάλει στη πλάτη της. Μακάβριες σκηνές βλέπουν στο διάβα τους.
Στο δεύτερο μέρος του αναγνώσματος επιλέγουν να ζήσουν σ’ ένα καταφύγιο όπου γίνονται επεμβάσεις σε παρένθετες μητέρες. Τα πρόσωπα που ζουν έγκλειστα γίνονται πειραματόζωα ώστε οι ανώτεροι να κερδίζουν χρήματα. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος επιλέγουν να κατευθυνθούν προς τα σύνορα για να γλιτώσουν και να διεκδικήσουν μία καλύτερη ζωή.
Η Τζούλια Γκανάσου μ’ εξέπληξε ευχάριστα με το βιβλίο της. Αυτό που ξεχώρισα είναι ότι αν και περιγράφει αποτρόπαιες σκηνές καταφέρνει με τον λόγο της που διακατέχεται από ευαισθησία να δώσει μία ελπίδα μέσα στο χάος. Ο πόλεμος γίνεται η αφορμή για να δούμε πως οι ανθρώπινες αξίες έχουν χαθεί και η ανάγκη για Ειρήνη γίνεται επιτακτική ανάγκη.
Ο λόγος της συγγραφέως είναι ζωντανός, θεατρικός, άμεσος και μας κάνει να νιώσουμε τον πόνο που βιώνουν τα πρόσωπα με βάση τις συνθήκες που τους παρουσιάστηκαν.
Η Τζούλια Γκανάσου έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας. Τα περισσότερα από αυτά ήταν υποψήφια για βραβεία όπως: 🏆το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, 🏆το Βραβείο του Νέου Λογοτέχνη και 🏆το Βραβείο Ιστορίες Εγκλεισμού, ενώ η νουβέλα της με τίτλο «Γονυπετείς» απέσπασε το Βραβείο Μεσόγειος 2018 από το πανεπιστήμιο του Έξετερ και το βραβείο Διηγήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2018!
Έχοντας στο μυαλό σου αυτά, πιάνοντας την Δευτέρα Παρουσία καταλαβαίνεις σύντομα πως πρόκειται να διαβάσεις κάτι πολύ δυνατό.
Και όντως, ένα ακόμη βιβλίο, σε δεύτερη έκδοση και υποψήφιο για βραβείο και μάλιστα για το Βραβείο του Χάρτη!
Το Δευτέρα Παρουσία είναι ένα βιβλίο συνταρακτικό, αφυπνιστικό και συνάμα διδακτικό.
Η γραφή της κυρίας Γκανάσου είναι ιδιαίτερα ελκυστική και προσεκτικά δομημένη.
Πρόκειται για ένα έργο με έντονη εσωτερικότητα και ψυχολογική εμβάθυνση.
Οι συνθήκες πολέμου, η απανθρωπιά και η εκμετάλλευση των ανθρώπων είναι μερικά από όσα θίγονται μέσα στο βιβλίο με αριστοτεχνικό τρόπο που αγγίζει το μυαλό του αναγνώστη σε πολλά επίπεδα!
Θα το χαρακτήριζα ως ένα αλληγορικό δυστοπικό μυθιστόρημα, το οποίο με πόνεσε, με έκανε να κλάψω αλλά ίσως να με έκανε και καλύτερο άνθρωπο.
Δευτέρα παρουσία», εκδόσεις Καστανιώτη. Μια ιστορία επιβίωσης σε μια βομβαρδιζόμενη χώρα. Μια περιπέτεια ενηλικίωσης στις φλόγες του πολέμου. Ενας αγώνας διεκδίκησης των πλέον δεδομένων, του νερού, της τροφής, της στέγης, της ασφάλειας, της αγάπης και κάποιων όχι και τόσο αυτονόητων, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ίδιας της ζωής.
Αντιγράφοντας το ρυθμικό αφηγηματικό τέμπο της συγγραφέα, θα πω πως το βιβλίο της Τζούλιας Γκανάσου είναι γροθιά στο στομάχι, μπουνιά στα μούτρα, στο υπογάστριο, στα δόντια, στα σκέλια, είναι σφήνα, σφαγμός, γλυκασμός, είναι ποίηση και τραγούδι αρχέγονο, παραμύθι και αλήθεια, το παραμύθι μέσα στην αλήθεια και η αλήθεια μέσα στο παραμύθι. Διαβάζεται χωρίς ανάσα, με την ανάσα κρατημένη, γουλιά γουλιά μονορούφι.