Ο Πέτρος Ριβέρης δεν διανύει την καλύτερη περίοδο της ζωής του. Η εμπλοκή του στην υπόθεση απαγωγής της Ιφιγένειας Ρούσσου του στοίχισε όχι μόνο έναν βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι, αλλά και τον ουσιαστικό αποκλεισμό του από την ανάληψη σοβαρών υποθέσεων στην αγορά ιδιωτικών ερευνών της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον ο βοηθός του, Κορμοράνος, αποφάσισε να μεταναστεύσει στη Ρώμη και η συμβία του, Αύρα Συκουτρή, δέχτηκε τη θέση αναπληρώτριας καθηγήτριας στη Σορβόνη, και η σχέση τους ουσιαστικά έχει τελειώσει.
Η εμφάνιση του φίλου του από τα φοιτητικά χρόνια δικηγόρου Ανέστη Δερμεντζόγλου και του Επιμενίδη Κρητικού - ο οποίος άφησε τις ψευδομαρτυρίες και άνοιξε γραφείο τελετών - για να του αναθέσουν μια νέα υπόθεση του προσφέρει την ευκαιρία που αναζητά για να επανέλθει στο προσκήνιο. Αποστολή του είναι να βρει όσο το δυνατόν περισσότερα αθωωτικά στοιχεία για την κομμώτρια Πηνελόπη Πινότση, που κατηγορείται για τη βάναυση δολοφονία του εραστή της κρεοπώλη Βασίλη Παπάζογλου. Ο Πέτρος Ριβέρης αναλαμβάνει την έρευνα και μπλέκει στους λαβύρινθους των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης. Τα ευρήματα που ανακαλύπτει τον φέρνουν αντιμέτωπο με λαθρέμπορους, διοργανωτές παράνομων στοιχημάτων και κακοποιητές γυναικών. Θα καταφέρει άραγε ο ντετέκτιβ να συνδέσει τα κομμάτια ενός παζλ που έχει αναπτυχτεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της πόλης και ενώνει το παρόν με το παρελθόν με έναν δραματικό τρόπο;
Ο Πάνος. Ιωαννίδης γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1978. Τα Μωρά της Αθηνάς είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Διακρίθηκε στον 1ο διαγωνισμό της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας με το διήγημα Η Γυναίκα από τη Ζυρίχη. Είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών. Ζει στη Δράμα με την σύντροφο του και τον γιο τους.
Ένα ακόμα νουάρ μυθιστόρημα του Πάνου Ιωαννίδη, που κινείται κι αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη με πρωταγωνιστή πάντα, τον ιδιωτικό ντέντεκτιβ Πέτρο Ριβέρη. Μόνο που αυτή τη φορά καταπιάνεται με ένα δύσκολο θέμα, αυτό της γυναικείας κακοποίησης, σε κάθε επίπεδο. Μόνο που αν και οι γυναίκες με τα μαύρα, όπως όλοι μας φανταζόμαστε είναι μεν κακοποιούμενες αλλά όχι το αντικείμενο της έρευνας του, σε πρώτο βαθμό τουλάχιστον. Στη αρχή έχουμε έναν ειδεχθή φόνο ενός κρεοπώλη, του Βασίλη Παπάζογλου με κατηγορούμενη την Πηνελόπη Πινότση. Στον Ριβέρη ανατίθεται να βρει στοιχεία, που να αθωώνουν την Πινότση. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνεται, καθότι οι φόνοι, όλων αντρών, συνεχίζονται με συνδετικό κρίκο, κάποια, διαφορετική κάθε φορά, γυναίκα που φοράει μαύρα ρούχα. Καθώς εκτυλίσσεται η ιστορία, βρισκόμαστε μπροστά στην αθέατη πλευρά της πόλης που όλοι αγαπάμε, τη σκοτεινή πλευρά της. Μια πλευρά που κρύβεται πολύ καλά, γι' αυτό φροντίζει ένα αόρατο πλέγμα εξουσίας, που φροντίζει "τα χρηστά ήθη της Θεσσαλονίκης" και κατ' επέκταση και κάθε ελληνικής πόλης. Ο οξυδερκής ντέντεκτιβ κατορθώνει να διαλευκάνει την υπόθεση, αλλά εκεί γεννιέται ένα άλλο θέμα, το οποίο πρέπει να απασχολήσει τον αναγνώστη, κατά πόσο η αλήθεια και η πραγματικότητα συμπίπτουν. Κλείνοντας θα έλεγα ότι στο μυθιστόρημα αυτό ο Πέτρος Ριβέρης εμφανίζεται πιο ώριμος, πιο κατασταλαγμένος θα έλεγα, κάτι που δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, μιας και το ίδιο το θέμα του στόρι το απαιτεί. Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας μας λέει, ότι δεν επιδίωκε να γράψει ένα ακόμα βιβλίο με πολιτικό υπόβαθρο, ίσως "οι Γυναίκες με τα Μαύρα" να είναι το πιο πολιτικό του βιβλίο.
Μια σειρά από άγριες δολοφονίες αντρών αναστατώνουν τη Θεσσαλονίκη και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέτρος Ριβέρης, με καινούργιους συμμάχους και κουβαλώντας τις ψυχοσυναισθηματικές συνέπειες της προηγούμενης υπόθεσης που ανέλαβε, προσπαθεί να βγάλει άκρη σ’ ένα μπλεγμένο κουβάρι χωρίς κοινά σημεία, χωρίς αποδείξεις, χωρίς κάτι χειροπιαστό. Πώς συνδέονται τα θύματα με τις κακοποιημένες γυναίκες της πόλης; Τι μυστικά κρύβονται σε εγκαταλειμμένα εργοστάσια και παρηκμασμένες συνοικίες; Πόσο ισχυρή είναι η θέση του άντρα στην πατριαρχική ελληνική κοινωνία και πόσο επικίνδυνο είναι για μια γυναίκα να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση; Ποιες είναι οι φιγούρες με τα μαύρα που εμφανίζονται κοντά στα θύματα πριν ή μετά τον θάνατό τους;
Το τέταρτο μυθιστόρημα με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη και, δυστυχώς για μένα (άργησα να ανακαλύψω αυτόν τον τόσο καλό συγγραφέα), το πρώτο που έπιασα στα χέρια μου, με ταξίδεψε σε μια σκοτεινή Θεσσαλονίκη και μου σύστησε τη σκοτεινή πλευρά όχι μόνο της πόλης αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Παραστατικές, ρεαλιστικές και κινηματογραφικές περιγραφές, δρόμοι, οδοί και πλατείες που διασχίζουν οι χαρακτήρες, κλιμακούμενη πλοκή, σασπένς και μια κεντρική ιδέα-γροθιά στο στομάχι με κράτησαν ως το δυνατό τέλος. Από την αρχή η ατμοσφαιρικότητα της γραφής με ταξίδεψε στην καθημερινότητα της συμπρωτεύουσας, πώς ξυπνάει, τι συμβαίνει σε διάφορα σημεία της ώστε από το γενικό να μεταβούμε στο ειδικό, στην καθαρίστρια του δήμου με τα προσωπικά της προβλήματα που ανακαλύπτει το πρώτο πτώμα της ιστορίας: «Το λυκαυγές έχει απλώσει το πέπλο των ουράνιων χρωμάτων του στην ατμόσφαιρα».
Βαρδάρης και πλατεία Δημοκρατίας, αλλαγή βάρδιας στο εργοτάξιο του μετρό, πολυτελή ξενοδοχεία «που αντανακλούν στη λάμψη τους τη χαμένη αίγλη της πλατείας», ο κουλουράς στη γωνία Ενωτικών με Μοναστηρίου, πόρνες του δρόμου «στο μαλακό υπογάστριο της πόλης, στην Μπάρα», ο θαλασσινός αέρας του Θερμαϊκού κόλπου που «σμίγει με τα καυσαέρια και το άρωμα της νύχτας», τα φαρμακεία που «σήκωναν μαχμουρλίδικα τα ρολά τους», η πλατεία Μαβίλη με τη «στυφή γεύση της φτώχειας», με «ηλικιωμένους που η σύνταξή τους τελειώνει στο δεκαπενθήμερο, να περιφέρονται άσκοπα, γυρεύοντας έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια» (σελ. 142), αυτά και πολλά άλλα μας συστήνουν με τον καλύτερο τρόπο τον τόπο δράσης του βιβλίου.
Η ιστορία ξεκινάει όταν στη Μοσκώφ, στο άγαλμα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, η καθαρίστρια του δήμου βρίσκει το πτώμα ενός κρεοπώλη με την ξεριζωμένη του καρδιά να σπαρταράει ακόμη στο χέρι του. Στη συνέχεια δολοφονείται ένας σεφ, αυτοκτονεί ένας νονός της νύχτας και το κουβάρι μπλέκεται για τα καλά, με αποτέλεσμα ο Πέτρος Ριβέρης να μην μπορεί να βγάλει άκρη. Ο ντετέκτιβ αναρρώνει από την επίθεση που δέχτηκε στον «Καιρό των ρόδων», μετά από εντατικές φυσιοθεραπείες σε κλινική για έξι μήνες, με το σώμα του να έχει ατονήσει. Είναι ζωντανός μεν αλλά με «στραγγισμένο πνεύμα» και οι γιατροί τού συνιστούν να αλλάξει επάγγελμα. Η αναρρωτική του απουσία του άφησε ελεύθερο χρόνο για σκέψεις και διαπιστώσεις και ταυτόχρονα άλλαξαν πολλά όσο έλειπε για έναν περίπου χρόνο. Από τη στιγμή που γύρισε δυστυχώς ασχολείται με χαζές και ασήμαντες υποθέσεις, πληρώνοντας τις συνέπειες από τις πράξεις του και τους εκβιασμούς από σημαντικά πρόσωπα, απότοκα των εξελίξεων στο προηγούμενο μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα, το δεξί του χέρι, ο χάκερ Κορμοράνος, επέστρεψε στην εταιρεία ιδιωτικών ερευνών απ’ όπου ξεκίνησε με τον Ριβέρη ενώ η κοπέλα του, η Αύρα Συκουτρή, τον αφήνει για μια θέση καθηγητή στη Σορβόννη: «Ο καθένας μας έχει πάρει τον δρόμο του…η σχέση μας είναι στη φάση της απόκλισης και όχι της συμπόρευσης» (σελ. 35).
Ο Ανέστης Δερμεντζόγλου, δικηγόρος και φίλος του Ριβέρη, του αναθέτει να αποδείξει την αθωότητα της ερωμένης του παντρεμένου χασάπη που βρέθηκε νεκρός, Πηνελόπης Πινότση. Ο Δερμεντζόγλου και ο Ριβέρης κάποτε ήταν δεμένοι αλλά τώρα ο δικηγόρος «είχε πάρει έναν δρόμο που δεν μου άρεσε και τόσο», όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου. Στο πλάι τους, ο Επιμενίδης Κρητικός, πρώην ψευδομάρτυρας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον «Καιρό των ρόδων» και νυν ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών, πρόθυμος να βοηθήσει στις έρευνες, μιας και ξέρει καλά την πόλη και τον υπόκοσμό της, και ο αστυνόμος Χρήστος Ζερβός, που επίσης βιώνει τις συνέπειες από τις εξελίξεις στο προηγούμενο βιβλίο, έχοντας υποστηρίξει σθεναρά τον Ριβέλη σε κρίσιμα σημεία εκείνης της υπόθεσης. Μόνο που το δικό του ενδιαφέρον για την υπόθεση πηγάζει από άλλα κίνητρα. «Υπήρχε ένα αναμφίβολο μπλέξιμο των νεκρών που έζεχνε φτήνια, κλοπή και λαμογιά. Κάθε εύρημα οδηγούσε σε κάτι άλλο, μεγαλύτερο, που έβγαζε σε μια ακόμη παγίδα που έπρεπε να αποφύγω» (σελ. 195). Το ένα ίχνος οδηγεί στο άλλο, η Πινότση θεωρείται ένοχη, οι δολοφονίες που ακολουθούν αναστατώνουν κάποιους που θέλουν πάση θυσία να παραμείνει το παρελθόν τους καλά κρυμμένο και μέσα σ’ όλ’ αυτά αρχίζουν να εμφανίζονται ιστορίες κακοποίησης συζύγων και συντρόφων, μόνο που όλα αυτά είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου.
«Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα» είναι ένα πολύ δυνατό, ατμοσφαιρικό και ανατρεπτικό νουάρ μυθιστόρημα με διαρκείς εκπλήξεις και μεγάλες αποκαλύψεις που οδηγούν σ’ ένα απροσδόκητο τέλος. Μου άρεσε πολύ η επιλογή του συγγραφέα να αγκαλιάσει με στοργή τα θύματα κακοποίησης αλλά να αφήνει τα καθαυτά γεγονότα να αποδείξουν στον αναγνώστη αν και κατά πόσο βοηθάει η αυτοδικία σε τέτοιες περιπτώσεις και πόσο σάπιος, αργός και άδικος είναι ο νόμος απέναντι στα θύματα. Αν λοιπόν μια γυναίκα κακοποιείται και κάνει καταγγελία, οι συνέπειες θα είναι δυσβάσταχτες, αν πάρει τον νόμο στα χέρια της επίσης, επομένως τι πρέπει πραγματικά να γίνει; Ψιχία της απάντησης βρίσκονται διάσπαρτα στο κείμενο. Εκτός από την κινηματογραφική γραφή και τις ολοζώντανες, ρεαλιστικές περιγραφές, υπάρχουν και σκόρπια καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, που χαρίζουν ιδιαιτερότητα στο στυλ του συγγραφέα, όπως εδώ για τη Θεσσαλονίκη: «έλαμπε σαν μεσόκοπη δεσποινίδα που περιμένει ακόμα τον κατάλληλο μνηστήρα για να πει το ναι». Μια πόλη-γυναίκα: «Από το καλοχτενισμένο κεφάλι που αγνάντευε τη μέρα από τα πέρατα της Καλαμαριάς μέχρι τα απλωμένα πόδια της, που έφταναν έως τις μοναχικές προβλήτες του Καλοχωρίου» (σελ. 57). Κάπου κάπου υπάρχει και απρόσμενο χιούμορ, όπως με το όνομα «Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα» που δόθηκε στην καντίνα στη στροφή του περιφερειακού για Άνω Ηλιούπολη! Ένα δυνατό κείμενο-γροθιά στο στομάχι!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«…το κακό δεν υπάρχει μόνο ως επιλογή στη ζωή μας αλλά όταν είναι κατάλληλες οι συνθήκες δύναται ν�� κυριαρχεί» (σελ. 30).
«Τα ισχυρότερα ψέματα τα λέμε εμείς οι ίδιες στον εαυτό μας και μετά έρχεται συνήθως κάποιος άντρας, ο οποίος δεν είναι και ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην πιάτσα, για να μας κάνει τον βίο αβίωτο» (σελ. 274).
Όπως έχω ξαναπεί και θα το υποστηρίζω, σθεναρά, είναι το γεγονός ότι η αστυνομική λογοτεχνία -πέραν των κοινωνικών μυθιστορημάτων- είναι ό,τι πιο κοντινό στην πραγματική ζωή και αποτυπώνει (πάντα μέσα στα πλαίσια της μυθοπλασίας) ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι των σύγχρονων κοινωνιών κι όλων όσων λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτές, ειδικά ως προς τα εγκλήματα και λοιπά κακώς κείμενα που συνδέονται με την ανθρώπινη φύση και αλληλεπίδραση. Εδώ ταιριάζει η φράση ''η τέχνη αντιγράφει τη ζωή'' και τούμπαλιν, καθώς διάφοροι δημιουργοί ''πιάνοντας'' τον παλμό της κοινωνίας, εμπνέονται από τα όσα συμβαίνουν γύρω μας και μας αφορούν όλους κι όλες, σε μεγαλύτερο, ή, μικρότερο βαθμό. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, ότι μέσω των προσώπων των εκάστοτε αστυνομικών βιβλίων, οι συγγραφείς βρίσκουν τον τρόπο και το χώρο ώστε να εκφράσουν όχι μόνο τους δικούς τους προβληματισμούς, μα και άλλων ανθρώπων. Προβληματισμοί και σκέψεις που μας επιτρέπουν να δούμε μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών/στριων και να νιώσουμε να ''αφυπνείται'' η κριτική μας ικανότητα και σκέψη...
Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω τα βιβλία του συγγραφέα Πάνου Ιωαννίδη, αλλά πάντα κάτι άλλο μεσολαβούσε και πήγαινε πίσω αυτή η επιθυμία. Μπορεί, λοιπόν, να άργησα κάπως, αλλά με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου με τις καινούργιες περιπέτειες του αγαπημένου των πολλών πρωταγωνιστή Πέτρου Ριβέρη, αποφάσισα να προβώ σε ένα περιεκτικό αφιέρωμα στα βιβλία του, με τίτλους ''Ο χορός της μέλισσας'', ''Ο καιρός των ρόδων'' και ''Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα'' (κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις Κέδρος), καθώς θεωρώ ότι είναι μία πολύ καλή αφορμή να γνωρίσω όχι μόνο εγώ την πένα του συγγραφέα, αλλά κι όσοι/ες δεν έχει τύχει έως σήμερα.
Προφανώς και δεν είναι ούτε τα πρώτα, μα ούτε και τα τελευταία αστυνομικά βιβλία, με αυτήν την περιρρέουσα αίσθηση νουάρ, που διαβάζω, αλλά θα μου επιτρέψετε να δηλώνω ικανοποιημένη από τον τρόπο που ο συγγραφέας -κοινό χαρακτηριστικό και των τριών παρόντων έργων- καταφέρνει κι αποτυπώνει πάνω στο χαρτί το ό,τι συμβαίνει γύρω μας σε οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, ακόμη και ηθικό επίπεδο. Δε φοβάται να ''τσαλακωθεί'' και να ''εκτεθεί'' μπροστά στο αναγνωστικό κοινό. Η γενικότερη κρίση που επικρατεί, παγκοσμίως, και δεν αφορά αποκλειστικά τον οικονομικό τομέα, μα κι εκείνο των ανθρωπίνων σχέσεων, ελευθεριών και δικαιωμάτων μπαίνει στο ''μικροσκόπιο''...
Και τέλος στο ''Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα'' (το πιο αγαπημένο μου από τα τρία βιβλία), οπού εδώ ο συγγραφέας εύστοχα -κατ'εμέ- επικεντρώνεται στη σύγχρονη γυναίκα, την παρουσία και τη θέση της μέσα στην κοινωνία, όπως και σε όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει απλώς και μόνο γιατί γεννήθηκε ''γυναίκα'' και δεν απολαμβάνει τα ίδια ''προνόμια'', ελευθερίες και δικαιώματα με τους άνδρες. Διότι, όσο και αν δε μας αρέσει, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα δεν είναι δεδομένη η ισότητα των δύο φύλων, όχι μόνο σε τριτοκοσμικές χώρες, αλλά και σε εκείνες που τάχα μου αρέσκονται να παρουσιάζονται ως προχωρημένες/εξελιγμένες/προοδευτικές... Από την οικογένεια έως και την κοινωνία στο σύνολό της υπάρχουν παγιωμένες θέσεις κι αντιλήψεις που μας ''συντροφεύουν'' με τα όποια θετικά, ή, αρνητικά αποτελέσματα. Έως πότε, όμως, θα συμβαίνει αυτό;...
Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο της σειράς ("Ο Καιρός των Ρόδων") με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη έτσι και εδώ συναντάει ο αναγνώστης τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός νουάρ μυθιστορήματος. Φόνοι, μυστήριο σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, συνωμοσίες στα παρασκήνια, κοινωνικοί προβληματισμοί και καθοριστικές θηλυκές παρουσίες.
Όλα αυτά τα στοιχεία, αναμεμειγμένα δεξιοτεχνικά με την προφανή αγάπη του συγγραφέα για την πόλη της Θεσσαλονίκης, δημιουργούν μία ποιοτική λογοτεχνική σύνθεση η οποία κατόρθωσε να μου κρατήσει ευχάριστη συντροφιά.
Μοναδικό αρνητικό σημείο είναι πως ο ήρωας του βιβλίου μου φάνηκε αρκετά "τέλειος", δεν φάνηκε να παλεύει ιδιαίτερα με προσωπικούς δαίμονες, ενώ η αποδοχή/εκτίμηση/έλξη που είχε από τους υπόλοιπους χαρακτήρες και κυρίως τους γυναικείους ήταν καθολική, σε βαθμό ανεπαίσθητα ενοχλητικό.
Από εκεί και πέρα, η σημαντικότερη πτυχή του μυθιστορήματος έγκειται στο ζήτημα των γυναικοκτονιών που δυστυχώς εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Ελλάδα, με το βιβλίο να προβάλλει μία υγιή -κατά τη γνώμη μου- στάση και προσέγγιση στο συγκεκριμένο θέμα.
Συμπερασματικά, δύο βιβλία με πρωταγωνιστή τον Πέτρο Ριβέρη έχω διαβάσει μέχρι τώρα και πιστεύω πως έχουν μία ουσιαστική και ενδιαφέρουσα συνεισφορά στο σύγχρονο ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο, οπότε ευχαρίστως θα διαβάσω και τα υπόλοιπα που βγήκαν και θα βγούνε.