Στην καινούργια ποιητική συλλογή της Δανάης Σιώζιου ένας άνθρωπος συνομιλεί μέσω επιστολών με αντικείμενα, με στοιχεία της φύσης, με τόπους, ζώα, ακόμα και προφητείες.
*Η έκδοση συνοδεύεται από σχέδια του Στέφανου Ρόκου.
Το φωτεινό σημείο
Αγαπητέ κύριε,
Το κεφάλι σας μόλις που διακρίνεται στο βορινό παράθυρο. Κρυώνετε; Ζεσταίνεστε; Λαμβάνετε τα σήματα που κατά καιρούς σας στέλνω; ή ξεγελιέστε πως πρόκειται για απλές αντανακλάσεις των κυμάτων; Πείτε μου είναι στενάχωρα εκεί; Πόσο πικρό είναι το ψωμί; Ο ορίζοντας μου επιτρέπει να σας πλησιάζω σιγά σιγά. Θα βρίσκατε ίσως λίγο χρόνο για ρεμβασμό;
στην ποίηση της Δανάης Σιώζιου νιώθω ότι συνυπάρχουν μια ανείπωτη θλίψη με μια ατελείωτη αισιοδοξία, η μια κάνει παρέα στην άλλη, μαλώνουν, πειράζονται, είναι οι καλύτερες φίλες
οι εικόνες που δημιουργεί στις Επιστολές είναι για μένα μαγικές γιατί με κάνουν να *αισθάνομαι* αλλά και καταφέρνουν να αλλάζουν καθώς αλληλοσυμπληρώνονται και συμπλέκονται με κάθε ανάγνωση
[…Τι αποτρέπει μια καρδιά που πέτρα πάει να γίνει;]
[…όσοι αντέχουν συμφωνούν πως μια ζωή είναι υπεραρκετή…]
Όταν η μητέρα μου ήταν εφτά χρόνων, έβγαλε τα κατσίκια για βοσκή. Επειδή τους άρεσε να τρώνε κλαδιά από βελανιδιές και ιτιές, προχώρησε βαθύτερα μέσα στα δέντρα και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στον δασότοπο ενός τσιφλικά. Τρομαγμένη τράβηξε το δάσος από μια άκρη και το ξήλωσε ολόκληρο. Εκεί στο κουτί που φυλούσε τα κουβάρια, τα νήματα για να πλέκει, φυλούσε διπλωμένο, κεντημένο στο χέρι, ένα ολόκληρο δάσος. Φάσκιωσε μ’ αυτό όλα της τα παιδιά.
Στον ύπνο μου, χθες, ήρθε ο αδερφός μου, και με χαιρετούσε λυπημένα από ένα μονοπάτι. Λέω, ήρθε γιατί θέλει να του γράψω. Οφείλει κανείς να έχει πίστη και ταυτόχρονα να προχωρά.
Φανταστικό βιβλίο, ένα μικρό αριστούργημα και τόσο αληθινό.
"Φίλη του νου μου, ω υδάτινο κρεβάτι, ω ρεύμα και όχθη, ω αλμυρέ ναέ που μέσα σου κρυφτήκαμε, θα ντυθώ ολόκληρος φύκια, θα μιλήσω τη γλώσσα των γλάρων, τη γλώσσα της φώκιας, θα ακουμπήσω στα βράχια, όπως η θάλασσα ακουμπά απαλά στα πόδια των ανθρώπων τις μέρες που είναι τρυφερή και τραγουδά, ω αγνώριστη αγάπη, προλαβαίνω ακόμα, θα ντυθώ ολόκληρος αλμύρα, θα κολυμπήσω, θα γλιστρήσω μέσα σου και θα φτιάξω το σπίτι μου εκεί θα ζω και δεν θα ξέρω πια από πίκρα, μόνο από αλάτι."