Γερμανία, 1939
Η Χάνα, μετά το θάνατο της μητέρας της μετακομίζει με τους θείους της, οι οποίοι αναλαμβάνουν να την προετοιμάσουν για το λαμπρό μέλλον που της αξίζει, ως σύζυγο αξιωματικού των Ες-Ες. Η Τίλντε, γερμανοεβραία που ζει με τη μητέρα της, κρατά το μαγαζί με τα υφάσματα και κρύβει την καταγωγή της για να αποφύγει τα χειρότερα.Οι ζωές τους συναντιούνται, όταν η Τίλντε γίνεται μοδίστρα της Χάνα...όμως, όταν έρθουν τα δύσκολα, η μία από τις δύο, δεν έχει άλλη επιλογή από το να εμπιστευτεί ότι η άλλη θα τη βοηθήσει και δεν θα την προδώσει.
Έχω πει κατά καιρούς ότι μια χρονική περίοδος για την οποία δεν θα σταματήσω ποτέ να διαβάζω, είναι η περίοδος του ΒΠΠ. Σε αυτό το βιβλίο, η συγγραφέας, μέσω της Χάνα, μας δείχνει την αντίθεση που είχαν ορισμένοι από τους Γερμανούς πολίτες απέναντι στην πολιτική του Χίτλερ, αλλά και πόσο δύσκολο είναι να τη δείξουν χωρίς να κινδυνέψουν, καθώς και την εκμετάλευση που υπήρχε από όσους ήθελαν να αναδειχθούν κοινωνικά, μη διστάζοντας να θυσιάσουν οτιδήποτε θα έφερνε το επιθυμητο αποτέλεσμα. Η Τίλντε από την άλλη, δείχνει τις δυσκολίες και τους κινδύνους που είχαν όσοι ήταν κατά το ήμισι Γερμανοί και ζούσαν με το φόβο της αποκάλυψης.
Με μικρά κεφάλαια και εναλλαγές ανάμεσα στις ζωές των δύο γυναικών η Runyan έγραψε έναν βιβλίο για τον πόλεμο, αποφεύγοντας τις φρικαλεότητες και επιμένοντας περισσότερο στους χαρακτήρες, την ανάγκη τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, σε έναν κόσμο που τα κοσμικά σουαρέ και η πολυτέλεια, είναι δείγμα κύρους και επιτυχίας κι όπου η θέση της γυναίκας υποβιβάζεται όλο κια περισσότερο...αλλά, όσο κι αν καμφθεί το σώμα, όσο κι αν πονάει η απώλεια, το πνεύμα κι η ανάγκη για ελευθερία, μένει κρυμμένο και καλά φυλαγμένο, για να ανθίσει όταν οι συνθήκες ωριμάσουν.
"..ο οποιοσδήποτε, θα θελήσει να σε καταδώσει για να σώσει το τομάρι του. Και μαζί σου μπορεί να καταστραφεί και όποιος αγαπάς. Να το θυμάσαι αυτό κάθε φορά που κάνεις κάτι.
-Άρα να μην εμπιστεύομαι κανέναν; Ούτε καν εσένα;
-Αγάπη μου, αν αυτό σήμαινε ότι θα βελτίωνα τη θέση μου στο κόμμα, θα σε κατέδιδα πιο γρήγορα απ'ότι θα στέγνωνε το μελάνι στο ένταλμά σου. Και δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να μην έκανε το ίδιο."