Στην ανθισμένη, φωτεινή και πολύχρωμη Σμύρνη η Ερατώ πηγαίνει σχολείο, κάνει φιλίες βαθιές, γελάει, ανακαλύπτει, ονειρεύεται τον εαυτό της επαναστάτρια… Εκεί γεννιέται η αγάπη της για τα βιβλία και εμπνέεται τις πρώτες της ιστορίες. Όμως, η χαρισματική μικρή Σμυρνιά θα αναγκαστεί να αποχαιρετήσει νωρίς τη χαμογελαστή πατρίδα των παιδικών της χρόνων, κουβαλώντας μέσα σε ένα μπαούλο πολύτιμα και αγαπημένα ενθύμια μιας αθώας και χαμένης πια ζωής. Τα παραμύθια που γράφει θα γίνουν μια μεγάλη παιδική αγκαλιά για όλους τους ανθρώπους του τόπου της και μια νοσταλγική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Σύντομη περιγραφή του βιβλίου από τη συγγραφέα:
Αν η Ερατώ ζούσε θα ήταν σήμερα 108 ετών και θα μας έκλεινε το μάτι. Δεν έφτασε ποτέ σε αυτή την ηλικία κι όμως ζει, στα 8 της, ζωηρή, παιχνιδιάρα και ανατρεπτική Σμυρνιά. Νέα για πάντα. Συγγραφέας από γεννησιμιού της. Να μας θυμίζει 100 χρόνια μετά ότι τελικά η ονειροπόλα Σμύρνη ήταν όλων μας και οι ρίζες της τόσο βαθιές και πλατιές που όλους μας έθρεψαν και μας έκαναν παιδιά της. Η ιστορία της μας ταξιδεύει πίσω στο νοσταλγικό τότε αλλά και μπρος στο σήμερα. Και μας κλείνει ξανά το μάτι γιατί ίσως τελικά η Ερατώ να ζει ακόμη…
Η Μαριέττα Κόντου γεννήθηκε κατακαλόκαιρο του ’72 στην Αθήνα και ανήκει στη γενιά της «Αθλητικής Κυριακής», του «Carnation», του «Λόλα, να ένα μήλο», έζησε τις δασείες, τις οξείες, τις περισπωμένες και τις σχολικές ποδιές. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε το μεταπτυχιακό της στη Συστημική Θεραπεία Ζεύγους και Οικογένειας, με εξειδίκευση στην Kλινική Ύπνωση – Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία και το διδακτορικό της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι διαπιστευμένη Ειδική και Οικογενειακή Διαμεσολαβήτρια. Εργάστηκε στον χώρο της απεξάρτησης εφήβων για πολλά χρόνια. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται ιδιωτικά με εφήβους και ενήλικες και αναλαμβάνει την επιστημονική ευθύνη και τον συντονισμό ομάδων θεραπείας και ευαισθητοποίησης. Οι δυο γιοι της παραμένουν η μεγάλη της αγάπη και το παιδικό βιβλίο ο μεγάλος της έρωτας. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία της: Ο φίλος μου ο Γκρεγκουάρ (2015), Τα μαγικά χέρια του Τσαγκαράκου (2015), το οποίο και τιμήθηκε με το βραβείο «Πηνελόπης Μαξίμου» 2016 (αφήγηση βραχείας φόρμας για παιδιά) από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (ΙΒΒΥ), Φτου Ξελύπη (2017), το οποίο έχει μεταφραστεί στα αραβικά, H ιστορία μιας μουτζούρας (2017), Συγγνώμη, μπορώ να πω κάτι; (2019), Το πολύτιμο Θησαυγό (2019), Ο Κοντορεβυθούλης – Τα κλασσικά (2019), Τα Αγιοβασιλέματα (2020). Κυκλοφορούν επίσης τα: Ζωγράφισέ μου ένα νερό! (2021) από τις εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Συγγνώμη, μπορώ να πω κάτι; (2013) από τις εκδόσεις Μίνωας, που συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του Αναγνώστη λογοτεχνικών βιβλίων για παιδιά. Τέλος, το παραδοσιακό παραμύθι της Τα λευκά φτερά της Κορακίνας τιμήθηκε με εύφημο μνεία το 2014 από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά.
Στην «Ερατώ» γνωρίζουμε ένα κοριτσάκι επιφανούς οικογένειας της Σμύρνης που ήρθε η στιγμή να πάει επιτέλους στο Ομήρειο Παρθεναγωγείο και η χαρά της είναι απερίγραπτη. Μας συστήνει τους γονείς και τα αδέλφια της και μέσα από τις διαδρομές που κάνει περπατάμε στα σοκάκια της πόλης, μυρίζουμε, γευόμαστε, βλέπουμε κι ακούμε όλα αυτά τα γοητευτικά στοιχεία που την απαρτίζουν. Με ιδιώματα που ομορφαίνουν την αφήγηση και επεξηγούνται στο τέλος της κάθε σελίδας, η συγγραφέας καταγράφει άψογα την παιδική ηλικία της Ερατούς, δημιουργώντας έναν άκρως ρεαλιστικό χαρακτήρα, γεμάτο θαυμασμό για τα νέα πράγματα που μαθαίνει, για όσα αντικρίζει στα σοκάκια και στην αγορά, στο σχολείο και στο σπίτι της, τα ραφτάδικα, τα γυαλάδικα, την Αγία Φωτεινή, «ήταν και δεν ήταν ακόμη μαθήτρια, ήταν και δεν ήταν ακόμη καλοκαίρι…» (σελ. 12). Ζηλεύει τον Σίμο και τον Κωστή, τ’ αδέλφια της, που σπουδάζουν στην Ευαγγελική Σχολή, το καμάρι της πόλης, και γνωρίζει τη Διδώ Σωτηρίου, με την οποία μοιράζονται και καταγράφουν ως συμμαθήτριες χιλιάδες ιστορίες.
Η Ερατώ είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα κι ας είναι ακόμη παιδί, αφού, κόντρα στον πατέρα της, που κάνει όνειρα να σπουδάσει τους γιους του γιατρό και δικηγόρο αλλά ως προς την Ερατώ θεωρεί πως πρέπει να μάθει καλή οικοκυρική και μετά ας σπουδάσει δασκάλα και μόνο, θέλει μόνη της να ορίζει τα όνειρά της και δε βλέπει την ώρα να μεγαλώσει. Είναι ένα κορίτσι που θέλει να φοράει παντελόνια, να γράφει και να γεμίζει τα χέρια της μελάνια σε μια εποχή που τα κορίτσια μαγείρευαν και φόραγαν φουστάνια, κι έχει ως όνειρό της να ανοίξει βιβλιοπωλείο στην Ευρωπαϊκή Οδό, μικρό και νοικοκυρεμένο. Την Πρωτοχρονιά του 1922 όμως όλα τα έθιμα για γούρι και καλοτυχία πήγαν στραβά, ήταν η γρουσουζιά άραγε για όσα ακολούθησαν; Δεν παρατίθενται με λεπτομέρειες παρά σχεδόν αφαιρετικά τα δυσάρεστα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1922, κι έτσι παρακολουθούμε την Ερατώ να φεύγει με τους δικούς της, αφήνοντας πίσω πολύτιμα πράγματα και την ίδια της τη ζωή, οπότε μια μελαγχολία και μια πίκρα την κατατρύχει ίσαμε τώρα. Η Σμύρνη για την Ερατώ ήταν μια μεγάλη γιορτή με μαγαζιά, μουσικές, ανθρώπους, «το καλύτερο απ’ όλα της τα παραμύθια, αυτά που τελικά δεν χάθηκαν», γι’ αυτό και τα έκανε βιβλίο για να αγαπήσουν κι άλλοι μαζί της τη Σμύρνη. Σε αυτό βοηθάει και η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου που θυμίζει κολάζ και είναι γεμάτη χρώματα κι ενδιαφέρουσες οπτικές γωνίες.