Μια νεαρή γυναίκα συναντάει στα αποδυτήρια ενός κολυμβητηρίου μια άγνωστη –παρουσία εντελώς συνηθισμένη και σιωπηλή–, που για κάποιο λόγο την εντυπωσιάζει. Την ξαναβρίσκει, μερικές μέρες αργότερα, να περπατάει στην πόλη συντροφιά με μια ηλικιωμένη κυρία. Αποφασίζει να τις ακολουθήσει. Μετά από ώρα, καταλήγουν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κτιρίων και πηγαίνουν στο γραφείο του επιστάτη. Τις βλέπει να κάθονται σε δυο καρέκλες, μοιάζουν κάτι να περιμένουν. Τι; Tη σειρά τους για να μπουν σε μια μεγάλη λυόμενη ντουλάπα, στο «μικρό εξάγωνο δωμάτιο», το δωμάτιο των αφηγήσεων. Εκεί που μπαίνει κανείς και αφηγείται μια ιστορία κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Εκεί που μπορεί να πει δυνατά ακόμα και πράγματα που δεν έχει ομολογήσει ποτέ και σε κανέναν, ιστορίες του παρελθόντος ως όνειρα του μέλλοντος, να αφηγηθεί στον εαυτό του την πραγματικότητα ως φαντασία και να γίνει, έτσι, η μνήμη του μυθοπλασία του εαυτού. Το “Μικρό εξάγωνο δωμάτιο”, γραμμένο το 1994, είναι μια ιστορία ενδοσκόπησης, παράξενη και διεισδυτική, που φωτίζει, σ’ ένα «άνοιγμα» του χρόνου, σαν το εφήμερο εξάγωνο δωμάτιο, το πιο μύχιο κομμάτι του «εγώ».
Yōko Ogawa (小川 洋子) was born in Okayama, Okayama Prefecture, graduated from Waseda University, and lives in Ashiya. Since 1988, she has published more than twenty works of fiction and nonfiction. Her novel The Professor and his Beloved Equation has been made into a movie. In 2006 she co-authored „An Introduction to the World's Most Elegant Mathematics“ with Masahiko Fujiwara, a mathematician, as a dialogue on the extraordinary beauty of numbers.
A film in French, "L'Annulaire“ (The Ringfinger), directed by Diane Bertrand, starring Olga Kurylenko and Marc Barbé, was released in France in June 2005 and subsequently made the rounds of the international film festivals; the film, some of which is filmed in the Hamburg docks, is based in part on Ogawa's "Kusuriyubi no hyōhon“ (薬指の標本), translated into French as "L'Annulaire“ (by Rose-Marie Makino-Fayolle who has translated numerous works by Ogawa, as well as works by Akira Yoshimura and by Ranpo Edogawa, into French).
Kenzaburō Ōe has said, 'Yōko Ogawa is able to give expression to the most subtle workings of human psychology in prose that is gentle yet penetrating.' The subtlety in part lies in the fact that Ogawa's characters often seem not to know why they are doing what they are doing. She works by accumulation of detail, a technique that is perhaps more successful in her shorter works; the slow pace of development in the longer works requires something of a deus ex machina to end them. The reader is presented with an acute description of what the protagonists, mostly but not always female, observe and feel and their somewhat alienated self-observations, some of which is a reflection of Japanese society and especially women's roles within in it. The tone of her works varies, across the works and sometimes within the longer works, from the surreal, through the grotesque and the--sometimes grotesquely--humorous, to the psychologically ambiguous and even disturbing.
Η Ογκάουα έχει φανατικό κοινό στη χώρα μας, το οποίο διψά για κάθε νέο της κείμενο που μεταφράζεται. Το μικρό εξάγωνο δωμάτιο που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά γράφτηκε το 1994, είναι δηλαδή πρώιμο δείγμα της γραφής της Ιαπωνέζας συγγραφέως και, παρότι δεν φτάνει το ύψος του Αρώματος του πάγου και της Αστυνομίας της μνήμης (που είναι τα δικά μου αγαπημένα της) είναι "πολύ Ογκάουα" τόσο θεματικά όσο και αφηγηματικά.
Στα αποδυτήρια μιας πισίνας, η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια της ιστορίας νιώθει να έλκεται ξαφνικά από μια άγνωστη, συνηθισμένη εμφανισιακά γυναίκα. Λίγες μέρες αργότερα, την ξανασυναντά ως συνοδό μιας ηλικιωμένης γυναίκας και δεν μπορεί να αντισταθεί στην παρόρμηση να τις ακολουθήσει. Καταλήγει σε ένα καταφύγιο που βρίσκεται στη μέση ενός πάρκου, ενώ στην είσοδό του υπάρχει ένας θυρωρός/επιστάτης. Οι δυο γυναίκες κάθονται υπομονετικά και φαίνεται πως περιμένουν τη σειρά τους για να μπουν σε ένα ψηλό εξάγωνο ντουλάπι: το δωμάτιο όπου ο κάθε επισκέπτης κλείνεται για να αφηγηθεί τη δική του ιστορία.
Πρόκειται για ένα αφήγημα παράξενο, σχεδόν "στοιχειωμένο", στο οποίο η Ογκάουα συνδυάζει ποιητικότητα και φαντασία για να μιλήσει για τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής, για την εξομολόγηση και την ανάγκη ενδοσκόπησης που μας αφορούν όλους.
Θυμάμαι την έκπληξη μου το 2021 όταν διάβασα κ σας παρουσίασα, το τότε best seller μυθιστόρημα της Ογκαουα με τίτλο "Η αστυνομία της μνήμης",τόσο για την έκταση του καθώς η συγγραφέας δεν μας είχε συνηθίσει σε μεγάλα μυθιστορήματα αλλά κ για την εξαιρετική πρωτοτυπία του
Στο "Μικρό εξάγωνο δωμάτιο" έχουμε επιστροφή στα χαρακτηριστικά διηγήματα της , παλαιότερων χρόνων. Το συγκεκριμένο γραμμένο το 1994 αποτελεί κλασικό δείγμα γραφής της όπου με 2-3 πρωταγωνιστές και ένα αντικείμενο στήνει μια ολόκληρη ιστορία ενδοσκόπησης διεισδύοντας στα βάθη της ψυχής αποκαλύπτοντας μύχιους πόθους, συγκαλυμμένες συμπεριφορές και τραυματικά λάθη που ακόμη και στιγμιαία χρονικά επηρεάζουν όλη τη ζωή μας.
Το εξάγωνο μικρό δωμάτιο έχει αναλάβει ένα ρόλο θεραπευτή. Όταν διαλέγεις απλώς να διηγηθείς τις ιστορίες σου απομονωμένος μέσα στις έξι πλευρές του.Με την όμορφη άναρχη ,απαλλαγμένη από στολίδια γραφή της προσθέτει μυστήριο και κατορθώνει κ πάλι να μας ταξιδέψει στα ταραγμένα νερά του υποσυνείδητου κάνοντας μας σκεπτικους με την ολοκλήρωση του...
Καμιά φορά ,χαρακτηρισμοί όπως μικρό ,παράξενο ,μυστηριώδες κλπ ,ισοδυναμούν με ένα απλό ο,τι να ναι . Δε μπορώ να ψάχνω βαθύτερα νοήματα σε κάποιες ιστορίες που απλα δε δίνουν κανένα κίνητρο για να κάνεις κάτι τετοιο . Η πρωταγωνίστρια επίσης ήταν τουλάχιστον περίεργη με πολλά θέματα και δε μου έβγαλε καμιά απολύτως διάθεση ταύτισης στα όσα περιέγραφε ... Απλά αδιάφορο ...
Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, στο ύφος και το στυλ της Ογκάουα - την αγαπώ. Η ελληνική μετάφραση και επιμέλεια, ωστόσο, έχει θέματα - όταν σταματάς και ξαναδιαβάζεις προτάσεις για να μπορέσεις να βγάλεις άκρη, όχι επειδή είναι κανένα "δύσκολο" νόημα, αλλά γιατί η πρόταση είναι ασύντακτη ή ακατανόητη στα ελληνικά, κι όταν αυτό γίνεται πάνω από 3 φορές σε ένα βιβλίο λίγων σελίδων, ε υπάρχει θέμα.
"Τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής δεν έχουν όρια. Κι εγώ ήμουν ικανοποιημένη χαζολογώντας αθώα στην όχθη. Δε σκοπεύω να πω ότι θέλω να γίνω καλός άνθρωπος, ούτε ότι οφείλουμε να γίνουμε καλοί άνθρωποι. Αισθάνομαι απλώς ότι το σημαντικό είναι η βούληση να πραγματοποιήσει κανείς την καταβύθιση στην ψυχή του."
Υπάρχουν κάποια βιβλία για τα οποία το timing της ανάγνωσής τους ίσως να είναι καρμικό. Μια τέτοια περίπτωση είναι η συγκεκριμένη ιστορία.
Η κεντρική ηρωίδα είναι μια νέα γυναίκα, πρόσφατα χωρισμένη από την σχέση της, η οποία υποφέρει από έντονους πόνους στην πλάτη. Μια ημέρα συναντά μια ηλικιωμένη στο κολυμβητήριο, η οποία της κεντρίζει την προσοχή. Αποφασίζει λοιπόν να την ακολουθήσει και τότε ανακαλύπτει πως, μαζί με τον γιο της, διαχειρίζονται ένα μικρό δωμάτιο. Σε αυτό, μπορεί να μπει μόνο ένα άτομο και να εξομολογηθεί ό,τι το βαραίνει. Την εμπειρία αυτή την κρατάει για τον εαυτό του. Το δωμάτιο μεταφέρεται από πόλη σε πόλη.
Ο αναγνώστης θα μπει στο δωμάτιο μαζί με την πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Θα ακούσει τους προβληματισμούς της αναφορικά με τη σχέση του πεπρωμένου και της τύχης, θα νιώσει τον πόνο της, σωματικό και ψυχολογικό. Μέσα από την ανάκληση των αναμνήσεών της, θα αντιληφθεί την φύση των πόνων που την ταλαιπωρούν, κάτι που θα συμβεί και στην ίδια και στο τέλος θα την λυτρώσει.
Αν και η συγκεκριμένη ιστορία έχει γραφτεί σχεδόν 30 χρόνια πριν, είναι επίκαιρη στις μέρες μας. Όποιος την διαβάσει, θα αντιληφθεί γιατί.
Η Ογκάουα έχει έναν δικό της τρόπο να δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και εικόνες στα βιβλία της Το βλέπουμε αυτό ξεκάθαρα και σε αυτό το βιβλίο παρόλο που είναι σε μικρή φόρμα
«χειριζόταν το σώμα μου με προσοχή. σαν να ήθελε να με οδηγήσει ευγενικά στο βάθος ενός σκοτεινού βάλτου. […] το μόνο βέβαιο πράγμα ήταν τα χέρια του» * «η θάλασσα του ύπνου φτάνει στα πόδια μου»
η ογκάουα, οι παράξενες ιστορίες που ξεκινούν στις πισίνες, ένας κεραμίστας και ένα δωμάτιο που γεμίζει ως πάνω με λόγια.
Αγόρασα το βιβλίο επειδή μου φάνηκε ενδιαφέρον, και ευτυχώς, η επιλογή μου δεν ήταν λανθασμένη. Το θέμα του είναι πράγματι πρωτότυπο και αρκετά συναρπαστικό, με διακριτικές πινελιές φιλοσοφικού στοχασμού. Αν και σε κάποιους ίσως φανεί αργό ή μονότονο, η έκτασή του είναι απόλυτα ισορροπημένη. Αξίζει να του ρίξετε μια ματιά.
Ένα βιβλίο που σου μιλάει για την μαγική δύναμη της εξομολόγησης και της ελεύθερης επιλογής. Σου μιλάει για το αινιγματικό και το ανεξήγητο. Για τις ανεπαίσθητες κινήσεις του δήθεν πεπρωμένου. Εκείνου που λειτουργεί ακόμα και όταν δεν γίνεται ορατό... Το μικρό εξάγωνο δωμάτιο είναι οι φόβοι για το μέλλον, τα αμαρτήματα, οι ενοχές, οι πιο βαριές μας σκέψεις αλλά και οι αποδοχή όλων αυτών.
Je continue mon immersion dans la littérature japonaise avec la découverte cette fois d'une nouvelle de Yoko Ogawa. J'avais déjà pu apprécier précédemment la plume de cette auteur avec Une parfaite chambre de malade et c'est donc avec plaisir que je me suis lancée dans La Petite Pièce Hexagonale. Bien m'en a pris car je l'ai beaucoup plus apprécié que ma lecture précédente.
Une fois de plus, nous avons là un récit qui se caractérise par sa quasi- absence de repères spatio-temporels, axé sur un personnage, une femme à l'âge indéterminé, elle-même à la recherche de repères dans sa vie. Ayant rompu récemment avec son compagnon, nous la suivons dans un quotidien plutôt flou. A la piscine, elle fait la rencontre d'une dame qui, sans pouvoir se l'expliquer, attire irrémédiablement son attention. Pourquoi ? Elle-même n'en sait rien et ne cherche pas une explication particulière. Puis vient un jour où elle décide de la suivre. Se perdant dans les méandres de bâtiments désaffectés, elle finit par tomber sur un drôle de couple. Ces deux personnages, plein d’affabilité, lui décrivent alors leur activité : allant de ville en ville avec leur petite pièce hexagonale, ils y restent autant de temps nécessaire. Une fois leur mission accomplie, les gens n'ayant plus besoin de leurs services, ils s'en vont de nouveau. Mais qu'est-ce que cette petite pièce hexagonale ? Qu'a-t-elle de si particulier ? A notre héroïne de le découvrir. Heureusement, Yuzuru sera là pour l'accompagner. Petite pièce à raconter, chacun y rentre, seul, autant de temps qu'il le souhaite, et raconte. Les souvenirs du passé, le présent, les projets à venir, des pensées sans queue ni tête, tout ce qu'il souhaite confier à la petite pièce. Ou bien la personne peut se contenter d'écouter le silence, son silence, ce qui en fait alors un personnage à part entière du roman. Le silence n'est pas forcément négatif. Il faut apprendre à écouter et savoir quand il faut parler. Être confronté à soi n'est pas toujours évident et c'est là un apprentissage que notre héroïne devra faire. En entrant dans la petite pièce hexagonale, c'est à son moi profond qu'elle devra faire face, la poussant à s'interroger réellement sur sa vie, sur ses actes, sur ses pensées et surtout, à y répondre en toute sincérité. Nul besoin de mentir quand il n'y a personne pour nous entendre. Il n'y a rien à cacher.
« Plus on est à l'étroit, plus on entend nettement sa propre voix, et l'on doit certainement avoir l'impression de se révéler dans la vérité de son cœur. C'est ce qu'il y a d'agréable dans le monologue. »
Mais en même temps, la petite pièce fournit un auditoire, une oreille attentive, qui ne juge pas, qui laisse l'individu tout en l'accompagnant.
« - Cette colonne hexagonale est la petite pièce à raconter, n'est-ce pas ? Alors, qu'est-ce qu'on y fait dedans ? - On y raconte, bien sûr, répondit-il tout net, sans rien ajouter. - Ce que l'on aime, ce qu'on déteste, ce que l'on cache au fond de son cœur ou ce que l'on n'arrive pas à cacher, ce qui nous embarrasse, nous réjouit, des histoires du passé ou de l'avenir, la vérité ou n'importe quoi, tout est possible. On dit ce qu'on a envie de dire à ce moment-là. »
L'individu n'est pas délaissé mais est remis au centre de lui-même, en-dehors de toute influence extérieure, positive ou négative. La petite pièce hexagonale permet alors de partir à la recherche de l'essence de l'individu, de ce qu'il est vraiment. Pour autant, est-ce à dire que tous y parviennent ? Sur ce point, nulle réponse, chacun devant garder dans le secret de son cœur ce qu'il y a trouvé. Interdiction de parler de ce qui a été dit dans la petite pièce hexagonale. Cela reviendrait à dénaturer son principe, à lui faire perdre toute son utilité. La petite pièce hexagonale, vulgaire boîte de bois vue de l'extérieur se veut alors le chemin vers soi. Personne ne peut le trouver pour nous. Parler de ce qui lui a été confié, c'est se fermer les voies ouvertes par la petite pièce.
La Petite Pièce Hexagonale est une courte nouvelle incitant à s'interroger sur les choix que nous faisons, sur ce que nous souhaitons, sur tous les actes de notre quotidien qui font ce que nous sommes. Mais elle interroge surtout notre capacité à pouvoir nous confronter à nous-mêmes et sur le courage qui peut parfois s'avérer nécessaire. Peur de la confrontation ? Peur de ce que nous pourrions y trouver ? Jusqu'où nous mentons-nous à nous-mêmes ? L'image que nous renvoyons est-elle fidèle à ce que nous sommes réellement ?
六角形の小部屋 is beautiful in its simplicity. Reading this novel has been like stepping on a boat on a quiet, meandering river. The boat moves at a slow, but steady pace on gentle waters, allowing us plenty of time to take in our surroundings and to focus on the seemingly insignificant, yet somehow captivating details which had never been this important before. Once our time to disembark has come, the boat continues its journey alone, whilst we, the readers, feel a sense of wistfulness, even melancholy, as we watch it move out of sight.
Ogawa's subtle style of writing fills the simple plot with such mystery and curiosity that it hard to put down the book. Far from being banal, the focus on details somehow creates a world as real as ours, yet enigmatic and strangely fragile at the same time. At the end of the story, rather than being thought provoking or overt in its message, the story leaves the reader with a mere impression, an evanescent feeling of its purpose.
3.5/ 5 Έχοντας διαβάσει κάποια στιγμή στο παρελθόν τον «Παράμεσο» της Ιαπωνίδας συγγραφέως, ήμουν επιφυλακτικός απέναντί της, όπως γενικότερα με τα βιβλία εκείνα που στηρίζονται στον φετιχισμό, έστω ως υποπλοκή. Βεβαίως η ασιατική και ειδικότερα η ιαπωνική λογοτεχνία φέρουν αυτή την κληρονομιά, για ιστορικούς λόγους. Κι αν στην περίπτωση του Καβαμπάτα ο φετιχισμός/ ερωτισμός συνδυάζεται με ζηλευτό αισθητισμό και λογοτεχνική αρτιότητα, σπάνια συμβαίνει στους νεότερους που χρησιμοποιούν το όπλο αυτό για να προσελκύσουν τον αναγνώστη.
Οι επιφυλάξεις μου δεν είναι για λόγους πουριτανισμού, όσο για το γεγονός ότι εάν υπερτονιστεί η χρήση τού ερωτικού, η λογοτεχνικότητα που αναζητά την ισορροπημένη σχέση, θα εκπέσει σε ρόλο κομπάρσου, με τον αναγνώστη να αναζητά τη συνέχεια της πλοκής, την κορύφωση και την εύκολη έξαψη που προσφέρει το φετίχ. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, του Καβαμπάτα, αυτό δεν ισχύει, καθώς ο μεγάλος λογοτέχνης συνδέει το φετιχιστικό με το υπαρξιακό, μέσα από ένα αισθητικό πρίσμα που συμπαρασύρει το ένα εντός του άλλου. «Το μικρό εξάγωνο δωμάτιο» ξεφεύγει από την παγίδα που προανέφερα, παραμερίζοντας τον εύπεπτο πλην περιοριστικό χώρο της σεξουαλικότητας -μετά διαστροφής ή όχι- έχοντας διαφορετικό σκοπούμενο. Όχι πως δεν υπάρχει το ερωτικό στοιχείο, κάτι που διέπει την ανθρώπινη κατάσταση, όμως όχι ως δεσπόζον στοιχείο, αλλά ως υποστηρικτικό.
Το κείμενο και οι ερμηνείες
Η πρωταγωνίστρια του μικρής έκτασης κειμένου συναντά μια γυναίκα στο κολυμβητήριο, της οποίας η φυσιογνωμία και η συμπεριφορά φαίνεται θελκτική. Σε ανύποπτη στιγμή την ακολουθεί, για να ανακαλύψει ένα κτίριο στο οποίο υπάρχει μια ντουλάπα, «από βερνικωμένο καφέ ξύλο με έξι πάνελ, ύψους περίπου δύο μέτρων, χωρίς εμφανή πόρτα, χωρίς διακόσμηση» και εντός της οποίας βρίσκεται (κρύβεται;) ένα μικρό εξάγωνο δωμάτιο. Η ντουλάπα/δωμάτιο έχει τους επιστάτες της, τους φροντιστές της (μητέρα και γιος) που τη μεταφέρουν από πόλη σε πόλη και φροντίζουν την εύρυθμη λειτουργία, τη σειρά προτεραιότητας των επισκεπτών, συνομιλώντας εφόσον ζητηθεί μαζί τους. Οι τελευταίοι εμφανίζονται στον χώρο, οποιαδήποτε στιγμή, αλλά δεν επικοινωνούν μεταξύ τους ούτε ανταλλάσσουν την εμπειρία τους από το δωμάτιο. Όπως ακριβώς κάνει και η πρωταγωνίστρια, για την προσωπική ζωή της οποίας ο αναγνώστης πληροφορείται κάποια στοιχεία – τη σχέση με τον πρώην φίλο που διακόπηκε μάλλον άσχημα, αλλά και γενικότερα το αίσθημα της μοναχικότητας και της απομόνωσης από τους άλλους. Η γυναίκα θα εισέλθει στο δωμάτιο, μαζί με τον αναγνώστη.
Ο αναγνώστης, όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τα βιβλία, δεν πρόκειται να πληροφορηθεί τον μηχανισμό που κρύβεται πίσω από τη λειτουργία του δωματίου. Ως προς αυτό, η Ογκάουα διαφοροποιείται από τη λογοτεχνία του φανταστικού, η οποία στα χέρια ενός αντίστοιχου συγγραφέα με επιστημονική κατάρτιση μπορεί να επεξηγούσε με επιστημονικούς όρους το πώς και το γιατί, προκειμένου να εμπλέξει τον αναγνώστη σε μια διαφορετική διαδρομή σκέψης. Αντίστοιχα, ο Κάφκα (βλέπε «Σωφρονιστική αποικία») θα περιέγραφε λεπτομερώς τη μηχανική και τους μηχανισμούς του χώρου/ επίπλου, συνεισφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην οπτικοποίηση του εφιάλτη, ώστε να εντυπωθεί στον αναγνώστη ταυτόχρονα με την υποβολή της ατμόσφαιρας εγκλεισμού.
Η Ογκάουα αποφεύγει να επιλέξει μεταξύ των δύο και μεταθέτει το ενδιαφέρον στο υποκείμενο και όχι στο δωμάτιο, κατά κάποιον τρόπο στη λογική του «Σολάρις» του Σ. Λεμ, όπου το αντικείμενο, ο χώρος, πυροδοτεί τη δράση χωρίς να επεξηγείται το ίδιο. Όσον αφορά τον τίτλο του διηγήματος, σύμφωνα με τους Πυθαγορείους ο αριθμός 6 αντιπροσωπεύει τις καταστάσεις της υγείας, της ισορροπίας, αλλά επίσης τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και τη θυσία. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε 6 ημέρες, δεδομένου ότι το 6 είναι τέλειος αριθμός. Ο αναγνώστης μπορεί να ανακαλ��ψει πολλές σχετικές πληροφορίες στο Internet, εφόσον τον ενδιαφέρει η σημειολογία του πράγματος.
Στο βιβλίο «Το μικρό εξάγωνο δωμάτιο» η συγγραφέας επικεντρώνεται στο ψυχολογικό/ ψυχαναλυτικό στοιχείο, με κάποιες φιλοσοφικές αιχμές (κυρίως τη σχέση τυχαιότητας και πεπρωμένου που εδώ δεν αντιδιαστέλλεται, αλλά εξετάζεται διαλεκτικά και συμπληρωματικά). Μολονότι το εξάγωνο δωμάτιο, το οποίο οι παριστάμενοι αποκαλούν «μικρό δωμάτιο των αφηγήσεων», παραπέμπει σε εξομολογητήριο, δεν υπάρχει καμία μεταφυσική νύξη στο κείμενο. Η πρωταγωνίστρια κα�� οι άλλοι επισκέπτες δεν εξομολογούνται σε κάποιον τρίτο ή σε άλλη υπερφυσική οντότητα. Αυτός ο περίκλειστος χώρος που στο εξωτερικό του έχει το σχήμα και το μέγεθος μεγάλης ντουλάπας, κατά την είσοδο του υποκείμενου μετατρέπεται σε εξάγωνο δωμάτιο μικρού μεγέθους, το οποίο φωτίζεται από μια λάμπα και διαθέτει έναν πάγκο για τον επισκέπτη. Κανείς από εκείνους που εισέρχονται δεν μοιράζεται την εμπειρία του. Ο αναγνώστης και η πρωταγωνίστρια βιώνουν το μυστήριο σε πραγματικό χρόνο και όχι μέσω αφηγήσεων τρίτων. Η έκπληξη είναι κοινή και μεταφέρεται αυτούσια.
Σταδιακά η κοπέλα, καθήμενη στον πάγκο, ξεκινά να μονολογεί. Κάτι που σε εξωτερικό χώρο μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ψυχολογικού προβλήματος, ο περίκλειστος χώρος το καθαίρει (το αυτό και στην περίπτωση της ψυχανάλυσης). Βεβαίως στο δωμάτιο δεν υπάρχει άλλη παρουσία που να παραπέμπει σε σχέση γιατρού / ασθενούς, παρά η συνομιλία με τον εαυτό. Συμβολικά, η γυναίκα όπως και οι άλλοι επισκέπτες, αφήνουν το κοινωνικό τους εγώ εκτός και εισερχόμενοι στο εξάγωνο δωμάτιο των αφηγήσεων έρχονται σε αδιαμεσολάβητη επαφή με τον πυρηνικό τους εαυτό. Η εξομολόγηση λαμβάνει χώρα σε συνθήκες σιωπής, οπότε, όπως ακριβώς και στη διαδικασία της ανάλυσης, το υποκείμενο αλιεύει γεγονότα και καταστάσεις, τα οποία παρέμεναν καθηλωμένα και ανέμεναν την ευκαιρία να βγουν στο φως. Στη λογική αυτή, η ηρωίδα αντιμετωπίζει πρόβλημα οξύ πόνου στη μέση που φυσικά αποδεικνύεται ψυχοσωματικής φύσης. Θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα στο τέλος, όταν αποδεχτεί τον χωρισμό με τον πρώην σύντροφό της, σε συνδυασμό με την ανάδυση μιας απωθημένης ανάμνησης που απέκρυβε πεισματικά, αφού την έκανε να νιώθει ντροπή και ενοχές (συνεύρευση με έναν άγνωστο άντρα, ενώ ήδη ήταν σε σχέση, δηλωτική της επιθυμίας της να αποχωρήσει από το προηγούμενο περιοριστικό πλαίσιο).
Η εξομολόγηση θα λειτουργήσει ιαματικά και η κοπέλα θα αφήσει πίσω της το τραύμα. Την ίδια στιγμή θα πάψει να έχει ανάγκη το δωμάτιο, αλλά αυτό δεν μπορεί να το κατανοήσει στην παρούσα φάση η ίδια, έχοντας μεταθέσει την εξάρτηση από το πρόσωπο του άνδρα στον χώρο που την απελευθέρωσε, έστω σχηματικά. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι το δωμάτιο που θα αποχωρήσει, με τους φροντιστές του να το μεταφέρουν σε άλλη άγνωστη πόλη, κόβοντας τον λώρο κι αυτής της επαπειλούμενης σχέσης εξάρτησης, απελευθερώνοντας το υποκείμενο που πρέπει πλέον να απογαλακτιστεί και να ορθοποδήσει.
Μεταφορικά, το δωμάτιο που μετακινείται σε άλλη πόλη μπορεί να ερμηνευτεί ως το έργο του συγγραφέα, η λογοτεχνία, με τον συγγραφέα να αναλαμβάνει τον ρόλο του επιστάτη που απλά το φροντίζει και το παρέχει σε εκείνους που το έχουν ανάγκη. Εναπόκειται στον αναγνώστη να εισέλθει εντός του έργου και να ανακαλύψει εκεί όσα χρειάζεται, συνομιλώντας στη σιωπή με τον εαυτό του, διευρύνοντας τη συνείδησή του. Η μυθοπλασία λειτουργεί απελευθερωτικά, ακόμη και ως εξομολογητήριο, αφού ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει εκεί μύχιες σκέψεις. Αλλά το έργο, το εξάγωνο δωμάτιο, δεν μπορεί να παραμείνει εσαεί στο ίδιο μέρος, προς χρήση του ίδιου ανθρώπου. Μετακινείται στον χώρο και ιδίως στον χρόνο αναμένοντας νέους αναγνώστες να το ανακαλύψουν, εισερχόμενοι στον οριοθετημένο του χώρο. Ο caretaker / φύλακας του άχρονου χώρου της αφήγησης μεταφέρει στον πεπερασμένο χώρο της χώρας τον μικρό του ναό, προσφέροντας στον αναγνώστη και ταυτόχρονα δημιουργό την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τα φαντάσματά του, απογαλακτιζόμενος, προτού καταστεί ο ίδιος δημιουργός του εαυτού του και άρα των προσωπικών του αφηγήσεων.
Το ύφος
Η Ογκάουα πετυχαίνει αρκετά πράγματα με λίγα λόγια κι ετούτο οφείλουμε να το καταλογίσουμε στα θετικά. Δεν πρωτοτυπεί προφανώς, αλλά κανείς δεν περιμένει στιλιστική πρωτοτυπία στην εποχή μας ούτε καν πρωτοτυπία στην πλοκή. Όμως το βιβλίο δεν θα κριθεί βάσει αυτού, αλλά για το κατά πόσον όσα θέλησε να συμπεριλάβει θεματικά αποδόθηκαν με τον κατάλληλο αφηγηματικό τρόπο. Η συγγραφέας απέφυγε, όπως ήδη είπα, τον σκόπελο των περιττών επεξηγήσεων σχετικά με τη μηχανική του δωματίου.
Απέφυγε επίσης και την περιττή εμβάθυνση χαρακτήρων (όχι, δεν είναι πάντα θετικό αυτό), εστιάζοντας αποκλειστικά στις πτυχές του χαρακτήρα της που σχετίζονται με την εξομολογητική επίδραση του δωματίου και την επούλωση του τραύματος. Κάτι περισσότερο θα ήταν περιττό και θα λειτουργούσε παρελκυστικά, καθοδηγώντας τον αναγνώστη σε ανούσιες λεπτομέρειες, τις οποίες πιθανώς δεν μπορούσε να υποστηρίξει, παρά με επιπλέον σελίδες κ.ο.κ.
Ταυτόχρονα η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει το βασικό πλεονέκτημα να αποδίδει άμεσα τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα μέσω της πρωταγωνίστριας στον αναγνώστη, αφού δεν μεσολαβεί ο παντογνώστης δημιουργός ώστε να επιμερίζει την οπτική σε πολλαπλά σημεία ενδιαφέροντος (δωμάτιο, φροντιστές, πρώην εραστής, πρωταγωνίστρια), κάτι που θα διασπούσε το κέντρο βάρους και ίσως απαιτούσε επιπλέον κειμενική έκταση. Το πρώτο πρόσωπο συμβάλει τόσο στη σκηνική όσο και τη λεκτική οικονομία, αφού όσα έχουν σημασία και γίνονται αντιληπτά από την κοπέλα εκτίθενται άμεσα ως τέτοια στον αναγνώστη.
Σε τελική ανάλυση η λογική της εξομολόγησης ενσωματώνει το όριο των δύο ατόμων κατά μέγιστο – εκείνου που εξομολογείται και εκείνου που ακούει. Ελλείψει εξομολόγου (υπερφυσικού όντος ή ανθρώπου), η διαδικασία περιορίζεται στο λογοτεχνικό δίδυμο συγγραφέα/αναγνώστη. Ο ένας αφηγείται κι ο άλλος διαβάζει. Στο τέλος ο αναγνώστης θα κλείσει το βιβλίο, που θα μεταφερθεί σε άλλα χέρια, θα βγει από το δωμάτιο ανάγνωσης και θα επιστρέψει στον κόσμο του.
I read this in Greek, but I cannot find the edition here. It is a strange little tale that can be read in a little bit over an hour. Nothing much happens, in fact everything is a bit odd and whimsical, yet you keep turning the page. The ending is abrupt in an extremely satisfying way, leaving you with the sense that the narrator is deeply alone and unstable, and wondering how she will cope. I really enjoyed it and I will look for more writing by her. Also, the Greek translation was excellent!
Dans l’ensemble j’ai aimé ma lecture mais le genre court n’est pas celui que je préfère. Mais je trouve qu’en si peu de pages, on en apprend quand même pas mal sur notre héroïne. Cependant, cette histoire était vraiment étrange. La narratrice – dont on n’apprendra jamais le nom – est captivée par cette femme qu’elle rencontre à la piscine et cette rencontre va l’amener à découvrir un drôle d’endroit. Je pense qu’on peut classer ce livre dans le réalisme magique.
Mon premier roman de l'autrice Yoko Ogawa, où j'ai bien aimé l'intrigue qu'elle su installée et qui donnait envie d'en savoir plus sur cette petite pièce hexagonale. On suit la protagoniste dans sa quête du mystère" qui est Midori ?". Même si on reste sur sa fin (livre court), on l'apprécie en s'imaginant la suite, que devient-elle ? Où va aller cette fois-ci la pièce etc.
Bref... C'était chouette.
This entire review has been hidden because of spoilers.
J'ai été charmée par la la douce écriture de yoko Ogawa, sa manière de raconter et d'écrire les gens et les choses est formidable. J'aime son talent, j'aime son univers. Ce roman est plein de magie, c'est beau et doux.
Μια αλλόκοτη ιστορία που κλίνει στιγμές στιγμές προς τον υπερρεαλισμό, όπου η εξομολόγηση της ενοχής και το ψαχούλεμα του εαυτού μπορούν να ανακουφιστούν μέσα στην απόλυτη ιδιωτικότητά τους.
Εξομολόγηση χωρίς μεταφυσική, η πρόληψη της μετάθεσης της εξαρτητικής σχέσης από το πρόσωπο στην αέναη αφήγηση. Ισως και μια μεταφορά για την πρόληψη της εξαρτητικής σχέσης στις ψυχοθεραπευτικές πρακτικές (να μη μένεις απαραιτήτως εκεί που ανακουφίζεσαι ή τουλάχιστον να μπορείς και να φύγεις — μιλώντας για τη θεραπεία και όχι για τη σχέση). Κεντρικός ο ρόλος σύμπτωσης - τυχαιότητας - ενστίκτου.
This entire review has been hidden because of spoilers.