Ένα από τα πιο διάσημα ελληνικά μυθιστορήματα. Πριν μερικά χρόνια, είχε γίνει επίσης θεατρική παράσταση και πάλι είχε πετύχει στη διασημότητα. Δύο σκηνές μου είχαν μείνει στο μυαλό από την παράσταση: η παράλογη συμπλοκή της μητέρας και της ερωμένης του Γιούγκερμαν και μία φιλοσοφική συζήτηση για τον θάνατο με έναν τρελαμένο φίλο. Ήδη αυτές οι δύο αναμνήσεις είναι αρκετές για να εξάψουν την περιέργεια.
Ένας Φιλανδός, λοιπόν, ξεμπαρκάρει στην Ελλάδα και η Αθήνα του φαίνεται μία πόλη "άξια να κατακτηθεί". Ο Καραγάτσης κάνει εξαιρετικές περιγραφές του (αττικού) φωτός, το οποίο αποτελεί το διακριτικό στοιχείο του ελληνικού χώρου και ευθύνεται για τη μοναδικότητά του. Όταν διάβαζεις τις περιγραφές του για τις ομορφιές της Αθήνας, τις απελευθερωτικές νύχτες του Πειραιά, τα αρκαδικά τοπία της Ακράτας και τις μυστηριακές βραδιές της Θεσσαλονίκης, είναι σαν να εκτιμάς εκ νέου τον χώρο που σε περιβάλλει και σχεδόν νιώθεις τυχερός που αρκεί να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο για να τον χαρείς, να τον νιώσεις -κι ας μην ακούς τη νοσταλγική λατέρνα ή τα μάγκικα ρεμπέτικα της δεκαετίας του '30 να ξεχύνονται στους δρόμους• η φαντασία σου τα ζωντανεύει κι αυτά.
Αναφέροντας τη δεκαετία του '30, το Γιούγκερμαν είναι γνωστό για τη βαθιά σκιαγράφηση της κοινωνίας αυτής της περιόδου. Πράγματι, στηλιτεύονται τυπικές κοινωνικές συμπεριφορές, όπως η αχαλίνωτη κερδοσκοπία του Κιτρινάκη, το πάθος για τη "βιτρίνα" των Σκλαβογιάννηδων, η ουδετερότητα που συνεπάγεται με αβουλία του υποψήφιου Διευθυντή της Τράπεζας. Ήθη του προηγούμενο αιώνα επιζούν, όπως η υποχρέωση του αδελφού να συντηρεί τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, πράγμα που θα οδηγήσει στην άκρως σπαρακτική αυτοκτονία της Αλκμήνης (για να υπάρχει ένα στόμα λιγότερο! για την ευτυχία του αδελφού!) ή ο αναγκαστικός γάμος για την οικονομική σωτηρία της οικογένειας που τυραννά την καημένη Βούλα. Εύρωστη και ανοιχτή στο φαίνεσθαι, η κοινωνία του '30, σεμνότυφη και συντηρητική στο βάθος.
Αφού ο Γιούγκερμαν αποβιβάζεται στον Πειραιά, ο αναγνώστης δεν αργεί να καταλάβει ότι το γουρονίσιο μάτι του Φιλανδού δεν ψεύδεται για το ποιόν του: περισσότερο ζώο παρά άνθρωπος, ο Γιούγκερμαν μπλέκει με όλον τον υπόκοσμο του λιμανιού και επιδίδεται σε σεξουαλικές πράξεις με μόνο οδηγό τον ένστικτο. Ο Καραγάτσης σπεύδει να μας δείξει το backstory του που δεν μπορεί να είναι παρά τραυματικό: γόνος (δήθεν) αριστοκρατικής (πάντως πλούσιας) οικογένειας της Φιλανδίας, ο Γιούγκερμαν έμαθε τον έρωτα μέσα από τις ασελγείες του αλκοολικού πατέρα του στο υπηρετικό προσωπικό και κυρίως πιάνοντας τη μητέρα του στα πράσα με τον εραστή της -τον πραγματικό του πατέρα. Εδώ είναι το κλειδί της όλης υπόθεσης του βιβλίου. Αυτό το τραύμα της παιδικής του ηλικίας -τραύμα εξαιτίας της απομυθοποίησης της αγάπης και της άμεσης ενεργοποίησης του ενστίκτου, τραύμα εξαιτίας της αντικαταστάσης της ιδέας της μητέρας με την ιδέα του ερωτικού αντικειμένου- είναι που οδηγεί τον Γιούγκερμαν σε όλη την πορεία της ζωής του. Κι ο Καραγάτσης λατρεύει τόσο πολύ τον Φρόυντ που τον καλεί να κάνει ένα cameo στην ιστορία του.
Υποσυνείδητα, η ανάμνηση αυτή είναι που τον σπρώχνει να ενωθεί με τη Βούλα. Πρώτη φορά την είδε όταν η ίδια απομυθοποίησε την αγαπή, καθώς ο Γιώργος Μάζης, ο εραστής της, προσπάθησε να την αποπλανήσει κι αυτή τον σιχάθηκε. Η ταύτιση του παιδικού του εαυτού με τη Βούλα ήταν που γέμισε την καρδιά του με τρυφερότητα γι' αυτήν κι ας μην το έκανε ενσυνείδητα.
Η Βούλα είναι από τους πιο καλογραμμένους χαρακτήρες της ιστορίας. Την παρακολουθούμε από μικρή ηλικία, καθώς ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητα και χάνει την αθωότητά της. Την βλέπουμε να βγάζει στην επιφάνεια τα πιο ευγενή αισθήματα του Γιούγκερμαν -με τον οποίο τη συνδέει ένα ηλεκτρόδειο σύνδρομο. Τέλος, την πονάμε όταν δέχεται με εγκαρτέρηση τα μαρτύρια που της επιβάλλει η οικογένειά της εξαιτίας της άρνησής της να παντρευτεί τον Γιώργο και την επιλογή της ελευθερίας της. Είναι νέα, θέλει να ζήσει και κουβαλά ένα τόσο βαρύ φορτίο! Τον Γιώργο τον αρνήθηκε, όχι μόνο όταν αυτός επέστρεψε από τη Βιέννη, αλλά κι όταν προσπάθησε να την αποπλανήσει στην καμπίνα του πλοίου όταν κλέφτηκαν. Κι αυτή η άρνηση είναι το ψυχολογικό τραύμα του ψυχιάτρου Γιώργου Μάζη, η ανάμνηση που έχει απωθήσει: δεν μπορεί ο εγωισμός του να αποδεχθεί ότι μια όχι και τόσο όμορφη κοπέλα τον απέπεμψε (τι να την κάνει την αγάπη της Κάθριν Μακλή όταν μία κοπέλα υπάρχει στον κόσμο;). Γι' αυτό και γυρίζει αποφασισμένος να υποτάξει το επαναστατημένο θηλυκό -τόσο πρωτόγονα γιατί για τον Καραγάτση η ζωώδης ορμή πάντα αναδύεται. Δε θα προλάβει, όμως. Η Βούλα τον αρνείται και πριν τον θάνατό της, ενώ έχει χαρεί τον έρωτα στο πλευρό του Γιούγκερμαν, αυτόν που πραγματικά λαχταρά• έτσι πεθαίνει ελεύθερη σε μια σύντομη ζωή, γεμάτη από πικρές χαρές. Πεθαίνει ευτυχισμένη και είναι η μόνη σε αυτό το βιβλίο. Πόσο κλάμα θέλουν οι σκηνές αυτές! Ο Γιούγκερμαν περιμένει να της κάνει πρόταση -θεωρεί ότι όλα τα ελέγχει, όπως τις συνεχώς αυξανόμενες μετοχές του- αλλά η μοίρα χτυπά αμετάκλητα. Ο Γιούγκερμαν αγάπησε τη Βούλα και δε τη χάρηκε.
Ένας άλλος χαρακτήρας που εξανθρωπίζει τον Γιούγκερμαν είναι ο Μιχάλης Καραμάνος, ο λογοτέχνης και συνεργάτης του, πολύ σαρκαστικά το alter ego του Καραγάτση. Είναι ο διανοούμενος που κατορθώνει να ξυπνήσει τον άνθρωπο στην ψυχή του Γιούγκερμαν. Η φιλία του με τον Καραμάνο συμπίπτει με την εποχή της ανόδου για τον Γιούγκερμαν καθώς αναζητά ποιοτικότερες χαρές και πατάσει το ακόρεστο τέρας μέσα του. Ο Καραμάνος με τις έξυπνες παρατηρήσεις του και τα καυστικά σχόλια του έχει συνειδητοποιήσει πριν απ' όλους -και ίσως ενσαρκώνει- το νόημα του βιβλίου: τη ματαιότητα (αν έχει νόημα η ματαιότητα).
Η φιλία του Γιούγκερμαν με τον Καραμάνο διαταράσσεται βίαια όταν ο Καραμάνος τα φτιάχνει με τη μοιραία Ντάινα πίσω από την πλάτη του Γιούγκερμαν (καταλαβαίνεις ότι είναι καλός ο συγγραφέας όταν οι χαρακτήρες του είναι τόσο αληθινοί που τους έχεις ψυχολογήσει και έχεις καταλάβει τι κρύβεται πριν αποκαλυφθεί). Η Ντάινα: όμορφη και ψυχρή, αδιάφορη και σαγηνευτική. Τρομακτικά ίδια με τη Λίλυ, τη μητέρα του Γιούγκερμαν. Το τράυμα ξαναέρχεται όταν ο Γιούγκερμαν πιάνει την Ντάινα και τον Καραμάνο στην πράξη, η ίδια εικόνα όπως η Λίλυ και ο Ντε Κρεσύ. Το ζώο κυριαρχεί και πάλι στον Γιούγκερμαν για να χτυπήσει αλύπητα τον φίλο του και βιάσει την Ντάινα...
Ναι, προφανώς εδώ έγγειται το μόνο αρνητικό που βρήκα σε αυτό το βιβλίο. Είναι κατανοητό ότι η ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας είναι ένα από τα αναντικατάστατα κίνητρα των ηρώων και ότι ο Γιούγκερμαν είναι ολίγον τι... σεξομανής. Ωστόσο, η Ντάινα είναι ιδομένη περισσότερο ως σεξουαλικό αντικείμενο και άκαρδη ως χαρακτήρας -κατανοητό και πάλι ότι είναι η οπτική του Γιούγκερμαν, διότι έτσι θυμάται και τη μητέρα του, αλλά όταν έχει να κάνει με βιασμό δεν υπάρχει δικαιολογία. Απ' την άλλη, ο Καραγάτσης είναι εξαιρετικά ικανός να γράψει ολοκληρωμένους γυναικείους χαρακτήρες, πχ Βούλα, Έφη. Το θέμα με τους βιασμούς έπρεπε να το προσεγγίσει καλύτερα, εμμέσως να το καταδικάσει, κι όχι να το θεωρήσει μια ακόμα εκδοχή της σεξουαλικότητας, αν και στην εποχή του είναι φανερό ότι δεν είχαν τέτοιες ευαισθησίες. Ίσως, μάλιστα, στην εποχή του να ήταν και επαναστατικό το γεγονός ότι έγραψε σεξουαλικές σκηνές. Κρατώ, ωστόσο, τις αμφιβολίες μου και τις επιφυλάξεις μου για κάποια από τα ακραία σεξουαλικά του βιβλίου.
Παρότι, η ένωση με τη Ντάινα έγινε, η επαφή ήταν τόσο ζωώδης που ούτε αυτήν τη χάρηκε, αν και την "αγάπησε".
Ο Γιούγκερμαν γερνάει. Πλουτίζει, όπως το είχε σχεδιάσει, για να κατανοήσει ότι μόνο τα υλικά αγαθά μπορεί να ελέγξει. Παντρεύεται και κάνει/έχει παιδιά, χωρίς να γεμίσει η μοναξιά του, αφού τα 2 κενά παραμένουν βαθιά χαραγμένα στην ψυχή του: 2 γυναίκες αγάπησε και καμία δεν απόλαυσε. Τριγυρνά στα παλιά του λημέρια στον Πειραιά για να τα βρει ξένα. (Μήπως είναι αυτός ο Ξένος;). Πηγαίνει στον τάφο της Βούλας για να μην τη βρει πια εκει. Επισκέπτεται τον φίλο του Καραμάνο στο άσυλο για να τον δει να παίρνει τον αιώνιο ύπνο που τόσο επιζητούσε• ο Καραμάνος που ήξερε δεν είναι πια εκεί. Ήταν το κεφάλαιο του βιβλίου που μου ράγισε την καρδιά. Διαβάζοντας 3 τόμους, χωρίς να το καταλάβω, είχα κάνει τους χαρακτήρες συνοδοιπόρους της ζωής μου (στο μετρό, στο λεωφορείο, στη σχολή, στο κρεβάτι μου), είχα παρακολουθήσει στενά τις δικές τους ζωές και τους είχα δει να ωριμάζουν... και να παρακμάζουν. Φτάνοντας στο τέλος ήταν σαν να είχα ζήσει και εγώ μαζί τους. Σαν οι αναμνήσεις τους να ήταν και δικές μου χάρη στην πραγματικά ρέουσα γραφή του Καραγάτση που σε κάνει να πιάνεται η καρδιά σου! Έτσι, όταν ο γέρος Γιούγκερμαν κλαίει τις αναμνήσεις του, νοσταλγεί τη νεότητά του, τρώγεται η ψυχή του για όσα δε χάρηκε, με έπνιξε η νοσταλγία, ένιωσα γριά για πράγματα που δεν έζησα. Και έκλαψα. Όταν ο Γιούγκερμαν αγοράζει πρώτη φορά βιβλίο του Καραμάνου και διαβάζει "η μοίρα των ανθρώπων είναι ο Θάνατος" και νομίζει ότι αυτό απλώς σημαίνει ότι όλοι θα πεθάνουμε, αυτό νομίζει κι ο απλός αναγνώστης. Όταν η φράση επανέρχεται στο τέλος του πρώτου βιβλίου, "η μοίρα των ανθρώπων είναι ο Θάνατος", τότε πια το έχεις νιώσει, το αντιλαμβάνεσαι σε όλο του το μεγαλείο: όλα είναι μάταια.
Τι κι αν χάρηκες κάτι; Τώρα δεν το έχεις. Είναι μια ανεκπλήρωτη λαχτάρα του παρόντος. Αυτό που μένει πάντα είναι αυτό που ΔΕΝ χάρηκες, δεν κατάφερες να χαρείς. Είναι η ανεκπλήρωτη λαχτάρα του παρελθόντος που θα σε ακολουθεί στην αιωνιότητα. Και τι μένει; Ο Θάνατος. Αυτό διαπραγματεύεται το δεύτερο βιβλίο, το οποίο γίνεται πολύ φιλοσοφικό και συμβολικό καθώς ο Μεγάλος Αφέντης έρχεται να πάρει τον ηλικιωμένο Γιούγκερμαν. Ο Καραγάτσης δε διστάζει να σπάσει τον 4ο τοίχο προϊδεάζοντάς μας ότι ο Γιούγκερμαν είναι ένας χάρτινος ήρωας (σε ένα πλοίο σε έναν πολύ-Κόρτο-Μαλτέζε τρόπο) και να γίνει ένα με το alter ego του σε ένα μακάβριο όνειρο του Γιούγκερμαν όπου συναντά όλα τα άτομα που δέθηκαν στη ζωή του και, χορεύοντας ένα θλιμμένο βαλς, του αποκαλύπτουν όσα το υποσυνείδητό του τού κρατούσε κρυφά. Το τραύμα της Λίλυ ξαναχτυπά: η έλλειψη αγάπης από τη μητέρα του και η βίαιη γνωριμία με τη σεξουαλικότητα τον έκαναν ένα κτήνος που κινείται από ορμές, έναν δαιμονισμένο που γεννήθηκε για να λαμβάνειν μονάχα και τον ώθησαν στην αναζήτηση της χαμένης αθωότητας μέσω της Βούλας και στη μάταιη προσπάθεια να κερδίσει την στερημένη τρυφερότητα μέσω της Ντάινας. Η Ντάινα, η double της Λίλυ, τον οδηγεί στο "μπουντουάρ της μαμάς", εκεί όπου έγινε, για να συναντήσει τον παιδικό εαυτό του και τον αδελφό του και να οδηγηθεί στον άλλο κόσμο. Όπως λέει ο Καραγάτσης-Καραμάνος: ο άνθρωπος και τα πάθη του! Μόνο αυτά υπάρχουν!
Συμπερασματικά, είναι από τα βιβλία που με άγγιξαν περισσότερο στη ζωή μου. Σταθερά οικοδομημένοι χαρακτήρες με τραγικά ελαττώματα που σου δείχνουν τη μεριά του εαυτού σου που προτιμάς απωθήσεις στο υποσυνείδητό σου. Η γλαφυρή γραφή του Καραγάτση σε κάνει να ρουφήξεις τη ζωή του Γιούγκερμαν σαν να ήταν δική σου. Κάπου στη μέση του βιβλίου, είχα αναλογιστεί ότι αν δεν ήταν τόσο καλογραμμένο δε θα άντεχα να διαβάζω για τη ζωή κάποιου για 3 τόμους. Και τότε αναρωτήθηκα ποιο το νόημα να μας τα λέει όλα αυτά; Ποιο είναι το νόημα της ζωής του Γιούγκερμαν; Έσφαλλε, αδίκησε, έσωσε, αγάπησε, χάρηκε, έχασε, λυπήθηκε. Είναι η ζωή όλων μας πάνω κάτω. Και για όλους θα έρθει η στιγμή να αναρωτηθούμε κοιτώντας τη ζωή μας, αυτα τα σβησμένα κεράκια των οποίων η σειρά μεγαλώνει: προς τι όλα αυτά; Και τότε θα μας έρθει στο νου η φράση: "η μοίρα των ανθρώπων είναι ο Θάνατος".
Τίποτα δεν έχει νόημα γιατί η χαρά που χάρηκες πέρασε και δεν την έχεις πια και τη χαρά που δε χάρηκες δεν την είχες και δε θα την έχεις ποτέ. Πάντα, όμως, έχεις τον Θάνατο.
Ωστόσο, είναι και κάτι άλλο που στο λέει έμμεσα ο Καραγάτσης τη βραδιά των φαντασμάτων: η λέξη "μεταμέλεια" δε βρίσκεται σε αυτές τις σελίδες. Συνήθως ένας ετοιμοθάνατος μετανιώνει για τα κακά που έκανε• ο Γιούγκερμαν, αν και υπήρξε παλιάνθρωπος, ποτέ. Ίσως ο ετοιμοθάνατος να μετανιώσει και για πράγματα που θέλησε και τον κράτησε το "πρέπει"• ο Γιούγκερμαν δε συγκρατήθηκε από το "πρέπει", αλλά από τη μοίρα, τον ρου των γεγονότων. Δε λέω σε καμία περίπτωση ότι ο Γιούγκερμαν είναι πρότυπο προς μίμηση. Απλά, ίσως, ο Καραγάτσης να ψιθυρίζει: "βγες εκεί έξω και κάνε αυτό που θες, ικανοποίησε τη λαχτάρα σου". Δε θα σου μείνει στο τέλος, όμως αυτό που θα σε πικράνει περισσότερο θα είναι αυτό που δεν έκανες. Και στο κάτω κάτω, τίποτα δεν έχει νόημα και όλα θα φύγουν, σαν τα βότσαλα που πετά ο Καραμάνος και πνίγονται στο κύμα, αλλά αυτό ακριβώς είναι που τους δίνει το νόημα: κι ας το καταπίνει η θάλασσα το βότσαλο, εσύ θα το πετάξεις γιατί σε ιντριγκάρει το πόσο μακριά θα πάει (ποιες είναι οι δυνατότητές του) και συνειδητοποιείς ότι το να το βλέπεις να εξαφανίζεται κάτω από τα κύματα έχει κάποια ομορφιά• έτσι και θα επιδιώξεις το μέγιστο από τη ζωή, θα παίξεις με τις δυνατότητές σου, δε θα (φυτο)ζωήσεις, και θα ζήσεις για να πεθάνεις -άλλωστε, πάντα η ζωή είναι ατελής, μη ικανοποιητική, κάτι λείπει, ενώ η "ομορφιά είναι προνόμιο του θανάτου". Τουλάχιστον, πέταξε το βότσαλο.
Σημ1: μου άρεσε η διακειμενικότητα του Γιούγκερμαν. Οι αναφορές σε άλλους λογοτέχνες (ομολογουμένως τους περισσότερους δεν τους ήξερα) απέδιδαν τόσο σεβασμό σε εκείνους όσο και έκαναν το έργο να αναζητά μια θέση ανάμεσα στα δικά τους. Χάρη σε αυτές τις αναφορές, έμαθα έναν πολύ αξιόλογο ποιητή, τον Πορφύρα, με το rerum lacrimae του που τόσο στενά συνδέθηκε με την ιστορία του Γιούγκερμαν. Οι παραπομπές στον Καββαδία ήταν εμφανής στο Β' μέρος στο θαλάσσιο ταξίδι, ακόμα και πριν την ρητή παραδοχή που προσανατόλισε εύστοχα την ροή της ιστορίας του Γιούγκερμαν - αν κι εγώ είχα ήδη παρατηρήσει τις καββαδικές επιρροές στο πρώτο μέρος στη φιλοσοφική συζήτηση με τον Καραμάνο στο λιμάνι! Ο Καβάφης, επίσης, είναι πάντα καλοδεχούμενος. Παράλληλα, ενδιαφέρουσα ήταν η προσοχή του Καραγάτση στην "ακουστική" της ιστορίας του, καθώς τη διάνθισε με μουσικά κομμάτια, κάποια κομβικά στην πλοκή, όπως το "Δεν υπάρχει παρά ένα κορίτσι στον κόσμο" ή το θλιμμένο βαλς του Σιμπέλιους, ενώ πάντα φρόντιζε να αναδείξει την υπεροχή της ελληνικής ρεμπέτικης μουσικής και της λατέρνας (ήδη από τις πρώτες σελίδες όπου "οι Έλληνες τραγουδούν όταν δεν έχουν τίποτα να πουν") που συνόδευσαν τους ήρωες στις πιο κρίσιμες στιγμές τους -ενίοτε σε υπερβολικό βαθμό, πχ στο όνειρο του Γιούγκερμαν: Σιμπέλιους-Μπαχ-ρεμπέτικο; Τόσο τα λογοτεχνικά όσο και τα μουσικά στοιχεία ισχυροποιούν την ιστορία διασυνδέοντας την με αξιόλογα έργα του πολιτισμού.
Σημ2: περισσότερα βιβλία για τον εμπλουτισμό του προβληματισμού σχετικά με τη ματαιότητα: Η Χώρα του Χιονιού, Καβαμπάτα• Ο Μύθος του Σισύφου, Καμού• Ο Ξένος, Καμού.