Ξεκίνησα να το διαβάζω γιατί έπιανε χώρο σε ένα από τα ράφια της βιβλιοθήκης μου και έχω βάλει στόχο να κάνω εκκαθάριση σε όλα τα αδιάβαστα. Και... το τελείωσα. Εν μέσω γέλωτος και αναστεναγμών. Το ύφος μου φάνηκε τόσο απλοϊκό, που δύσκολα θα το κατέτασσα στη λογοτεχνία.
Όταν πήγαινα λύκειο είχα διαβάσει ένα βιβλίο της Ιωάννας Μπουκουβάλα Αναγνώστου και από τότε δεν ξανάπιασα στα χέρια μου βιβλίο της. Ο λόγος; Αναφερόταν σε άλλους ανθρώπους, αναγνώστες άλλων εποχών. Ηθικοπλαστικά έργα για τον κατατρεγμό της κοινωνίας και το αναπόδραστο της μοίρας, γραμμένα σε ύφος αφήγησης Γ γυμνασίου.
Και έρχομαι τώρα να διαβάσω το βιβλίο αυτό της κατα τ' άλλα συμπαθέστατης κας Γυφτοδήμου, η οποία ασχολείται επαγγελματικά με το χώρο του βιβλίου, ευτυχώς όχι βασικά ως συγγραφέας. Και σκάω με τη μύτη στο ύφος της Μπουκουβάλα Αναγνώστου, σε ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να θεωρηθεί απομίμηση σεναρίου δραματικής ελληνικής ταινίας του '60, με χαρακτήρες επιφανειακούς, γεμάτους κοινοτοπίες και ασυγχώρητα κενά εως ανακολουθίες στην πλοκή.
Το μυστήριο λύθηκε όταν, στο σημείωμα της συγγραφέως στο τέλος, διάβασα ότι είχε εμπνευστεί από τη Μπουκουβάλα Αναγνώστου. Ποια είμαι εγώ που θα κρίνω, αλλά αν έμπαινα στη διαδικασία να γράψω κάτι, θα έκανα μια προσπάθεια να είναι σύγχρονο και να έχει προοπτική κλασικού. Το 2011 δεν θα έγραφα για αναγνώστριες του '50. Καλή η εν λόγω κυρία, αλλά υπηρέτησε ένα είδος που αφορούσε μια συγκεκριμένη εποχή και ανθρώπους με άλλες ιδέες. Ελπίζωη κα Γυφτοδήμου να εκδώσει κάτι νέο, μόνο αν αφορά έστω και λίγο την εποχή μας.