Οι τακτικές επισκέψεις της αφηγήτριας στο σπίτι των τυφλών συγγενών της μετατρέπονται σε εναγώνιες προσπάθειες να σώσει τον γιο τους από την ψυχική κατάρρευση, όταν εκείνος αρχίζει να σημειώνει ανύπαρκτες λέξεις σε χαρτάκια και να τα κολλάει παντού μέσα στο διαμέρισμα. Η προσπάθειά του να θυμηθεί κάποια λέξη από τα όνειρά του, μια λέξη που «θα του αλλάξει τη ζωή», θα οδηγήσει εκείνον και την εξαδέλφη του στο σκοτάδι του άρρητου, στη γιατρειά της γραφής και σε μια πορεία αυτογνωσίας, όπου η σιωπή, οι λέξεις και οι ήχοι συνενώνονται και γίνονται γέφυρα για μια πιθανή λύτρωση. Οι τακτικές επισκέψεις της αφηγήτριας στο σπίτι των τυφλών συγγενών της μετατρέπονται σε εναγώνιες προσπάθειες να σώσει τον γιο τους από την ψυχική κατάρρευση, όταν εκείνος αρχίζει να σημειώνει ανύπαρκτες λέξεις σε χαρτάκια και να τα κολλάει παντού μέσα στο διαμέρισμα. Η προσπάθειά του να θυμηθεί κάποια λέξη από τα όνειρά του, μια λέξη που «θα του αλλάξει τη ζωή», θα οδηγήσει εκείνον και την εξαδέλφη του στο σκοτάδι του άρρητου, στη γιατρειά της γραφής και σε μια πορεία αυτογνωσίας, όπου η σιωπή, οι λέξεις και οι ήχοι συνενώνονται και γίνονται γέφυρα για μια πιθανή λύτρωση.
Η Σοφία Αυγερινού γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Έχει εργαστεί ως δικηγόρος και εκπαιδευτικός, είναι παντρεμένη και έχει μια κόρη. Σπούδασε Νομικά, Φιλοσοφία του Δικαίου και Γερμανική Λογοτεχνία και είναι υποψήφια διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μιλάει γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Το χρονικό μιας Διαβολούπολης στις εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, με τις οποίες συνεργάστηκε και ως μεταφράστρια. Ο άλλος Λάζαρος είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.
"[...] Παράξενο πράγμα οι τελευταίες φορές. Δεν ξέρεις ποτέ, τη στιγμή που τις ζεις, ότι είναι τελευταίες".
Η Σοφία Αυγερινού έγραψε μια νουβέλα που διαβάζεται απνευστί, μια σπουδή πάνω στην ψυχική νόσο ή τις ακραίες εκδηλώσεις μια νοητικής διαφορετικότητας, επισκοπώντας ταυτόχρονα με έμπειρη ματιά τον ρόλο των λέξεων στη ζωή μας, τη συνεκτική τους λειτουργία στην απλή καθημερινότητα, την εκτροπή τους από σημαίνοντα σε σημαινόμενα. Όλα αυτά με μια μετρημένη, γοητευτική αφήγηση και με μουσική υπόκρουση από θρυλικές άριες. Το απόλαυσα.
Από τα ψυχικά τραύματα και την κατάθλιψη μέχρι τις ενοχές, τις τύψεις και την παιδική αφέλεια, η Σ. Αυγερινού εμβαθύνει στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης φύσης μέσα από τη δυσλειτουργική, αλλά ειλικρινή και δυνατή σχέση μεταξύ δύο εξαδέλφων. Με εργαλείο τις Λέξεις, η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει την ανθρώπινη ευαλωτότητα, τις αντιφάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις, την ευθραυστότητα του ίδιου του εαυτού. Χωρίς διάθεση για εύκολες απαντήσεις, χωρίς απλουστεύσεις και μανιχαϊσμούς. Πρόκειται για μια εξαιρετική νουβέλα, η οποία διαβάζεται απνευστί. Ο ρυθμός και η ροή της αφήγησης σε παρασύρει.
Κάποιες φορές οι λέξεις δεν έρχονται όπως τις θέλουμε. Γίνονται κουβάρι μέσα στο μυαλό, η μία με την άλλη, για το ποια θα επικρατήσει, ποια θα βγει στην επιφάνεια, ποια θα γραφτεί στο χαρτί. Ποια θα ειπωθεί, ποια θα βγει σαν ψίθυρος, ποια θα βγει σαν ουλιαχτό. Ποια θα μείνει στην μνήμη, ποια θα σβήσει και θα ξεχαστεί. Ποια θα σηματοδοτήσει την αρχή, ποια θα δώσει τη συνέχεια, ποια θα γράψει το τέλος.
Μια θαυμάσια και εξαιρετικά καλογραμμένη νουβέλα για τη λειτουργία των λέξεων που διαβάζεται με σασπένς. Η πρόταση προς το τέλος του βιβλίου όπου εξηγείται η λέξη αστρατίποτε είναι απλώς κορυφαία.
Ένας άντρας αρχίζει να γράφει λανθασμένες και περίεργες λέξεις σε διάφορα χαρτάκια και τα κολλάει αρχικά στο ψυγείο και στη συνέχεια σε όλο το σπίτι. Τι σημαίνουν γι’ αυτόν αυτές οι λέξεις και τι μήνυμα θέλει να μεταδώσει στην οικογένειά του; Είναι κάποιος εκφυλισμός ή ένας ιδιαίτερος τρόπος εξωτερίκευσης συναισθημάτων;
Η Σοφία Αυγερινού έγραψε μια ιδιαίτερη, διαφορετική νουβέλα που, με αφορμή την προσωπική ιστορία του πρωταγωνιστή, παραθέτει διάφορες σκέψεις γύρω από τις λέξεις και τη χρήση και τη σημασία τους στην καθημερινότητά μας, σκέψεις δοσμένες όμως όχι με ξεκάθαρο τρόπο αλλά με ένα γοητευτικό κράμα σουρεαλισμού και ποιητικότητας. Υπάρχει φυσικά πλοκή και μια κλιμάκωσή της που δημιουργεί σασπένς, υπάρχουν όμως και θύλακες προσεγμένης περιγραφικής αφήγησης που δημιουργούν ένα μυστηριώδες τοπίο στο οποίο ο αναγνώστης προσπαθεί να εξιχνιάσει τι συμβαίνει με τον άνθρωπο που αρχίζει ξαφνικά να γεμίζει το σπίτι του με χαρτάκια γεμάτα άγνωστες λέξεις. Την ιστορία αφηγείται η ξαδέλφη του, η οποία σε σταθερή εβδομαδιαία βάση πηγαίνει να καθαρίσει το σπίτι του όπου ζει με τους τυφλούς γονείς του, ένα παράδοξο και σχεδόν γκροτέσκο ζευγάρι με καλλιτεχνικές και προσωπικές ιδιαιτερότητες που δεν οφείλονται τόσο στην ηλικία τους όσο στον ψυχοσυναισθηματικό τους κόσμο. Πηγαίνει λοιπόν κάθε Πέμπτη και τους καθαρίζει και πιάνει κουβέντα με τον νεαρό για να καταλάβει τι σημαίνουν γι’ αυτόν αυτές οι λέξεις («απρόσπορος», «εμπρυφώ» κλπ.). Ανησυχεί γιατί ξέρει πως μεγάλωσε σε περίεργες συνθήκες και συνήθως είναι μετρημένος, σοβαρός και εργατικός, επομένως τι του συνέβη και απέκτησε αυτήν την περίεργη εξωστρέφεια;
Ο γιος μουρμουρίζει «Δεν είναι αυτό» και «Δεν είναι σωστό» όλη την ώρα και δημιουργεί λέξεις που δεν μπορούν να μετουσιωθούν σε κείμενο, δεν ταιριάζουν η μία με την άλλη. Παραδέχεται πως τις βλέπει στον ύπνο του όπου κάτι του λέει πως ανάμεσά τους υπάρχει μία σημαντική λέξη που, αν τη βρει, θα του αλλάξει τη ζωή, θα καταφέρει όμως ποτέ να το πετύχει αυτό; Και τι θα συμβεί ως τότε; Η αφηγήτρια ανησυχεί, λόγω των γονιών του, πως ήρθε η ώρα που τον χτύπησε η αρρωστημένη κληρονομικότητα ή ίσως πρόκειται για ξεκίνημα οικογενειακής διαταραχής ή μια έξαρση της υποχονδριακής λεπτολογίας που τον χαρακτήριζε έτσι κι αλλιώς, είναι όμως έτσι; Από την άλλη, οι τυφλοί θείοι ζωγραφίζουν, εκείνος τοπία που αποπνέουν μια αλλόκοτη ποιότητα, εκείνη πορτρέτα που ξεπερνούν τις χειρότερες υπερβολές του κυβισμού, φτάνοντας όμως το πάθος τους για τη ζωγραφική σε υπερβολικό επίπεδο, μιας και γεμίζουν κι αυτοί το σπίτι με πίνακες, προκαλώντας χωρίς ειρμό την αισθητική και την οπτική. Η αφηγήτρια τους άφησε ήσυχους στην άκακη, όπως θεωρεί, τρέλα τους, μήπως όμως αυτό εξελιχθεί σε διαστροφή; Και με τι συνέπειες;
Με τη σειρά της, η αφηγήτρια έχει τα δικά της προβλήματα, ζει με μια μάνα με χλιαρή και αμήχανη συμπόνια για τα προβλήματα της κόρης της, πρόθυμη να προσφέρει βοήθεια, την οποία όμως φυσικά δεν προσφέρει ποτέ αφού «τα προβλήματά μας δεν μπορούν να τα λύσουν οι άλλοι». Η αφηγήτρια αναρωτιέται γιατί αφήνεται να μεγαλοποιεί τα πράγματα και γιατί βλέπει το μερίδιο της ευθύνης της να είναι ανεδαφικά μεγαλύτερο απ’ ό,τι της αναλογεί. Η απάντηση είναι μία: αν αποτύχει να λύσει το πρόβλημα του ξαδέλφου της θα είναι η πρώτη της αποτυχία στη ζωή και δεν το θέλει. Παρατηρεί λοιπόν και καταγραφεί τα πάντα ενώ απευθύνεται και στον αναγνώστη («Αν το καλοσκεφτείτε όμως θα δείτε ότι…» κλπ.).
Μέσα σε όλη αυτήν την αγωνία της αφηγήτριας να ανακαλύψει τι συμβαίνει στον ξάδελφό της, έστω να βρει εκείνη τη λέξη που αυτός ψάχνει, ξεπηδούν σύντομες σκέψεις για τον ρόλο και τη σημασία των λέξεων στη ζωή μας, για την τελευταία στιγμή που αντικρίσαμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε πως εκείνη ήταν όντως η τελευταία, για τα δυσβάσταχτα ψυχολογικά βάρη που μας φορτώνονται ακούσια από άλλους ή τα σηκώνουμε εμείς, έγνοιες και σκέψεις που έχουν απασχολήσει σίγουρα τη συγγραφέα στη ζωή της και τώρα τις σκορπάει με ταιριαστό τρόπο μες στο κείμενο διακόπτοντας τη ροή και εμπλουτίζοντας την αφήγηση με διαχρονικές αλήθειες. «Άγνωστες λέξεις» έχει η αφηγήτρια και μοιράζεται με τον αναγνώστη τις ανησυχίες της και την έγνοια της για τον ξάδερφο που από τη μια στιγμή στην άλλη γέμισε τον τόπο με χαρτάκια όπου είναι γραμμένες λέξεις παράξενες, αδόκιμες και σπαράγματα συνθετότητας βασικών εννοιών. Λέξεις που δεν είναι παρά «συμπτωματικοί συνδυασμοί άναρθρων ήχων που κάποια μέρα θεωρήθηκαν σωστοί, απαραίτητοι για την εξέλιξη του πολιτισμού, αγκίστρια που μας άρπαξαν από τον βυθό και μα ανέβασαν στην κορωνίδα της ύπαρξης, σαν άστρα μέσα στο τίποτε, ανάμεσα στα άστρα και στο τίποτε» (σελ. 94).
Πρώτη μου επαφή με το λογοτεχνικό έργο της Σοφίας Αυγερινού, την οποία έχω γνωρίσει και εκτιμώ εδώ και χρόνια μέσω του μεταφραστικού της έργου, η νουβέλα "Άγνωστες λέξεις" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Η διάχυτη αμφισημία που βλέπουμε πως κυριαρχεί από τις πρώτες σελίδες εντείνεται και σταδιακά οδηγεί σε ένα αίσθημα ανησυχίας, αφενός για το μέλλον ενός εκ των βασικών ηρώων της νουβέλας, του ξαδέρφου της αφηγήτριας, αλλά και για το αν αυτό που εμείς ως αναγνώστες καταλαβαίνουμε πως συμβαίνει είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει.
Η αφηγήτρια του έργου, μια ευσυνείδητη μαία στα πενήντα που ζει με την μητέρα της, έχει αναλάβει την γενική καθαριότητα του διαμερίσματος των θείων και του κατά επτά χρόνια μικρότερου ξαδέρφου της: κάθε Πέμπτη απόγευμα αφιερώνει τρεις ακριβώς ώρες στο καθάρισμα του σπιτιού. Στο σπίτι αυτό όμως διαπιστώνουμε από την πρώτη στιγμή πως επικρατεί μια νοσηρή ατμόσφαιρα. Οι τυφλοί γονείς απόλυτα απορροφημένοι ο ένας από τον άλλο, ζωγραφίζουν, διασκεδάζουν, και δεν ασχολούνται διόλου με τα οικιακά. Τους συντηρεί και τους μαγειρεύει ο γιος τους, ο οποίος αρχίζει να γράφει ακαταλαβίστικες λέξεις σε μικρά χαρτάκια post-it τα οποία κολλά στο ψυγείο και αλλού. Ακαταλαβίστικες; Όχι και τόσο, περισσότερο ανορθόγραφες θα λέγαμε καθώς ��ίναι προφανές ποιας λέξης είναι "παραλλαγή". Μεταξύ γονιών και παιδιού δεν υπάρχει καμία σχεδόν πρακτική και ψυχική επικοινωνία, βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατεστραμμένη σχέση με οδυνηρές συνέπειες στον ψυχισμό του νεαρού, σε μια οικία όπου έχουν προ πολλού χαθεί οι ισορροπίες. Και στο σπίτι της αφηγήτριας όμως κουμάντο κάνει η δεσποτική μητέρα της.
Σκοπός του ξαδέρφου είναι να βρει τη σωστή, τη λέξη που του λείπει, εξομολογείται στην αφηγήτρια. Αυτή η λέξη, πιστεύει, θα το αλλάξει τη ζωή. Οι μέρες περνούν, εκείνος κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό και τον κόσμο του, οι γονείς του δυσανασχετούν, περισσότερο γιατί με την αλλαγή αυτή διαταράσσεται η καθημερινότητά τους, τα χαρτάκια ολοένα και αυξάνονται, μα ο ξάδερφος δεν καταφέρνει να βρει εκείνη τη σωστή μα χαμένη λέξη. Η αφηγήτρια, με την οποία τον δένει μια ζεστή σχέση από τα παιδικά τους χρόνια, προσπαθεί να τον βοηθήσει. Η επίσκεψη που του κανονίζει σε έναν ψυχοθεραπευτή αποδεικνύεται μάταιη, ο γραφείο του ειδικού γεμίζει χαρτάκια αλλά καμιά πρόοδος δεν πραγματοποιείται.
Σιγά σιγά, η παράξενη αυτή ιστορία αρχίζει να έχει επιπτώσεις και στην ίδια την αφηγήτρια που εμπλέκεται σε αυτήν περισσότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς, διαταράσσει τον ύπνο και τον ξύπνιο της, καθώς η αναζήτηση της χαμένης λέξης και η "καταιγίδα των λανθασμένων λέξεων" καταλαμβάνει και το δικό της υποσυνείδητο. Η εξαφάνιση του ξαδέρφου από το δικό της σπίτι, όπου αποφάσισε να τον φιλοξενήσει παρά την αντίδραση της μητέρας της, την αφήνει μετέωρη. Μόνη της ευχή να κατάφερε ο χαμένος πια ξάδερφος να βρει τη λέξη που του διέφευγε.
Ποιητική, αλλόκοτη, σουρεαλιστική και συνάμα εξαιρετικά ρεαλιστική, η νουβέλα της Αυγερινού μιλά για τη γλώσσα και τα ρευστά όριά της, για το σημαίνον, το σημαινόμενο και την περίπλοκη ενίοτε μεταξύ τους σχέση, για τη μνήμη, τους ανθρώπινους και δη τους οικογενειακούς δεσμούς, το χρέος απέναντι στους ανήμπορούς και τους συγγενείς, τα αδιέξοδα της καθημερινότητας, τα δεσμά της και το κρίσιμο δίλημμα να υποταχτούμε ή να προσπαθήσουμε να απελευθερωθούμε από αυτά. Απόλαυσα την ανάγνωση αυτής της μικρής αλληγορίας περισσότερο απ' ό,τι περίμενα διαβάζοντας την περίληψη στο οπισθόφυλλο, τον προσωπικό τόνο και κυρίως την ξεχωριστή γραφή της Αυγερινού.
"Σήκωσε πάλι τα μάτια και με κοίταξε, αυτή τη φορά πιο θαρρετά. Έσκασε κι ένα χαμόγελο. Με μια βίαιη κίνηση, άπλωσε πίσω του το χέρι, στα τυφλά, άρπαξε μια χούφτα χαρτάκια, τα έφερε μπροστά στο πρόσωπό μου, πολύ κοντά στα μάτια μου, τα εσφιξε στην παλάμη του, τα σκόρπισε πάνω στο πρόσωπο και στα μαλλιά μου. <Νομίζα πως την είχα βρει>, είπε μόνο. <Μέχρι που ήρθες εσύ και την ξέχασα. Πλάκα δεν έχει;>Κι άρχισε να γελάει".-Σοφία Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, σ.59, Πόλις ΥΓ "Ακρατάπαυστα, όρτα, όρτα, θύρο, παρά, έλκαφρος, κλείσια"(σ.84) χθες περίπου τέτοια ώρα μετρουσα κόμματα, μακροπεριοδο, πρωτοπροσωπη αφήγηση και ενώ στις πρώτες σελίδες άρχισα να μπερδεύομαι όπως οι τυφλοί γονείς του "παιδιού" ή καλύτερα του ξαδερφου της αφηγητριας, μπήκα μέσα στο αφηγηματικό λαβύρινθο της αναγνωστικής απόλαυσης και του παιχνιδιού που δημιουργεί η Αυγερινού. Η αλήθεια είναι ότι όσο διάβαζα χτύπαγα το κεφάλι μου ως αναγνώστης "κάτι μου θυμίζει, κάτι αντίστοιχο έχω διαβάσει. Πρόζα δεν βλέπεις! Τι δεν θυμάσαι!". Ο πρώτος που μου ήρθε στο κεφάλι μετά από μια συζήτηση με έναν διαδικτυακό φίλο ήταν ο Μπερνχαρτ, ωστόσο βρέθηκα να αναρωτιέμαι εκ νέου "μήπως και ο Κρασανχορκαι δεν κάνει κάτι τέτοιο;". Ναι λοιπόν βρέθηκα σε έναν χώρο πολύ θεατρικό κατά τη γνώμη μου, που οι λέξεις νικούσαν τις εικόνες και κάθε τόσο υπήρχε μια ανάσα, όπως κάνουν κάποιες φορές οι θεατρικοι ηθοποιοί και που πιστεύω ότι θα σκάσουν αν δεν βγάλουν μια εκπνοή. Η ιστορία ξεκινά απλά και εκεί που ο αναγνώστης πιστεύει ότι θα διαβάσει ένα δράμα. Είναι ένα δράμα; Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο των 95 σελίδων προδιαθέτει αρχικά για δράμα, έχει όμως και βιτριολικο χιούμορ, σαρκασμό και υποχθόνια τραβάει και σφίγγει τον αναγνώστη σαν μια μέγγενη. Η αναζήτηση των λέξεων, του εαυτού, της ζωής, της γέννησης, του θανάτου, της ασθένειας και της λύτρωσης των ηρωων όπως και η εσκεμμένη επανάληψη της εβδομαδιαιας ρουτίνας και η επιλογή δύο χώρων πολύ κλειστοφοβικων (το σπίτι των τυφλών και το σπίτι της αφηγητριας) δημιουργεί το αίσθημα του φόβου και της ανησυχίας. Η λύτρωση πρέπει να δωθει, ήρωες και αναγνώστες πρέπει να θεραπευτουν. Τα δύο τελευταία κεφάλαια οδηγούν εκεί. Στη "θεραπεία" όπως τουλάχιστον την εννοεί ο καθένας. Η Αυγερινού αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια επιλογής. Προσωπικά πιστεύω στην ελευθερία "ακραταπαυστα "! Η επιλογή του αποσπάσματος δεν είναι τυχαία και επιλέχθηκε μετά από δεύτερη ανάγνωση από το τέλος προς την αρχή. Είναι όπως γυρίζεις πίσω μια βιντεοκασέτα και βλέπεις από το τέλος προς την αρχή τι έγινε στο φιλμ, επιλέγεις πλέον τη σωστή ή την καίρια σκηνή που κρύβει το νόημα των λέξεων ενός παζλ χαμένων λέξεων και προσπαθείς να τις εντοπίσεις αλλά ταυτόχρονα εντοπίζεις "έλκαφρος" και μια άλλη που μπορεί να μην είναι πάντα η σωστή αλλά είναι ένα κλειδί για να λύσεις το παζλ με τις λέξεις σου, ακόμα κι αν το βλέμμα θολώνει. Να πω ότι δεν είχα διαβάσει καμία κριτική όταν αγόρασα το βιβλίο γιατί προσωπικά πιστεύω ότι ο αναγνώστης μπαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο, ανοίγει τα βιβλία, διαβάζει λίγες σελίδες, περνάει η ώρα και όταν είναι σίγουρος αγοράζει. Λευτεριά στα μικρά βιβλιοπωλεία λοιπόν και τους αναγνώστες και τις αναγνωστριες!
This entire review has been hidden because of spoilers.
Με ή χωρίς σπόιλερ, ετοιμαστείτε, στο τέλος του βιβλίου να πονέσετε. Γιατί ξεκινάω από το τέλος; Τελειώνοντας το βιβλίο, καθώς γύρισα τη σελίδα… βρήκα δύο κενές σελίδες. Έμεινα να τις κοιτάω. Τι έγινε; Αυτό ήταν το τέλος; Τη στιγμή εκείνη άκουγα μια άρια στα αυτιά μου… σκέψεις σκόρπιες περνούσαν μπροστά μου σαν τις άγνωστες λέξεις της Σοφίας Αυγερινού, διότι αυτό κάνει ένα καλό βιβλίο. Θα δανειστώ τα λόγια της Σταυρούλας Παπασπύρου: "Το βιβλίο αυτό είναι ένα υπαρξιακό θρίλερ, το οποίο περιέχει σουρεαλιστικά στοιχεία. Μια εξαιρετική νουβέλα." Η αφηγήτρια μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό το κορίτσι μια φορά την εβδομάδα, κάθε Πέμπτη, πηγαίνει στο σπίτι των θείων της και βοηθήσει στο καθάρισμα, στο μαγείρεμα καθώς οι συγγενείς της και οι δύο είναι τυφλοί. Έχει και έναν ξάδερφο ενήλικα πια 43 χρονών που αυτός ναι μεν δεν είναι τυφλός, αλλά αντιμετωπίζει κι εκείνος κάποιο πρόβλημα ψυχολογικό. Το σπίτι είναι γεμάτο κίτρινα χαρτάκια με σκόρπιες λέξεις, πολλές φορές ακαταλαβίστικες λέξεις που δεν βγάζουν νόημα. Αυτά τα χαρτάκια τα σημειώνει ο ξάδερφός της, καθώς ψάχνει να βρει τη μία λέξη που θα τον λυτρώσει και θα τον οδηγήσει έξω από αυτό το αδιέξοδο. Η αφηγήτρια, χωρίς να έχει κάποια υποχρέωση, πήρε αυτό το βάρος στην πλάτη της, όπως έχει πάρει και το βάρος της δικής της οικογένειας όταν χρειάστηκε, και μεριμνά για την οικογένεια των συγγενών της. Η συγγραφέας χειρίζεται τόσο καλά τη γλώσσα και τις λέξεις, που πραγματικά το βιβλίο είναι αριστούργημα… όχι μόνο για τον τρόπο γραφής του, αλλά και επειδή θίγει ένα τόσο σοβαρό κοινωνικό ζήτημα που ίσως να μην μας έχει προβληματίσει. Πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι; Το βιβλίο μου θύμισε μια ομάδα ανθρώπων που λέγεται «Ζωγραφική με το στόμα και το πόδι». Στέλνουν κάθε Χριστούγεννα έναν φάκελο αλληλογραφίας με ευχετήριες κάρτες από τη δουλειά που έχουν κάνει και εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πληρώσεις στα ΕΛΤΑ την αξία τους. Με αυτόν τον τρόπο βοηθάς τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτήν τη δυσκολία.
Οι «Άγνωστες Λέξεις» της Σοφίας Αυγερινού δημιουργούν έναν (μικρό)κόσμο-μνεία στη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου, στον ρέοντα -και συνεχώς υπό διαμόρφωση- διάλογο μεταξύ υλικότητας και έννοιας, μορφής και περιεχομένου. Με μια νουβέλα μόλις 95 σελίδες, η Αυγερινού άλλοτε αποτυπώνει τη ζωτικότητα της λεκτικής επικοινωνίας, και άλλοτε την αποδομεί πλήρως, αποδεικνύοντας πως -κάποιες φορές- η λύτρωση δεν προκύπτει απαραίτητα από τα όσα ενσαρκώνονται λεκτικά, αλλά κυρίως από όσα παραμένουν άρρητα.
Τρόπον τινά, οι «Άγνωστες Λέξεις» συνδιαλέγονται με πολλά σημεία της φιλοσοφικής πραγματείας του Ludwig Wittgenstein “Tractatus Logico-Philosophicus”. «Υπάρχουν εκείνα που δεν λέγουνται με τη γλώσσα της λογικής, αποκρίνεται ο Wittgenstein» γράφει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στην παρουσίαση της πρώτης έκδοσης, «αλλά δείχνουνται με διαφορετικούς τρόπους. Είναι η μυστική περιοχή, το μυστικό στοιχείο, ο μυστικός χώρος (das Mystische), καθώς τον ονομάζει. Εκεί δεν κυβερνάει ο λόγος της λογικής […] και επομένως εκεί της λογικής δεν της πέφτει λόγος. Αυτό που μπορεί να δείχνεται, δεν μπορεί να λέγεται». Ακριβώς στον μυστικό εκείνο χώρο που αναλύει ο Wittgenstein, κατοικούν οι «Άγνωστες Λέξεις», νοηματοδοτώντας όλες εκείνες τις αθέατες πραγματικότητες που κρύβονται τόσο στις, αλλά και από τις λέξεις.
Η αφηγήτρια της ιστορίας μας επισκέπτεται κάθε Πέμπτη τους τυφλούς θείους της για να τους προσφέρει βοήθεια. Η απότομη αλλαγή του ξαδέρφου της την παραξενεύει. Το σπίτι γεμίζει από αναρίθμητα κίτρινα χαρτάκια που περιέχουν άγνωστες και ακαταλαβίστικες λέξεις. Αυτό την κινητοποιεί να βρει μία λύση στο πρόβλημα.
Η Σοφία Αυγερινού ασχολείται με το θέμα των ψυχικών ασθενειών. Παρατηρούμε στο βιβλίο την ψυχική κατάρρευση ενός ανθρώπου που παλεύει να βρει ένα νόημα στη καθημερινότητά του. Η εναγώνια προσπάθεια του να βρει την χαμένη λέξη τον φέρνει αντιμέτωπο να αντικρίσει το πρόβλημα των γονιών του.
Σκέψεις που προέκυψαν μετά το τέλος της ανάγνωσης είναι πως είναι για ένα παιδί να μεγαλώνει δίπλα σε γονείς που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα και αν αυτό αντίστοιχα μπορεί να τον επηρεάσει. Τίθεται σε αυτή την περίπτωση το θέμα της κληρονομικότητας; Εμείς από την πλευρά μας τι μπορούμε να κάνουμε όταν κάποιος αδυνατεί να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητά του;
Η συγγραφέας με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης μας έδωσε τη δυνατότητα να πορευτούμε με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της ηρωίδας της.
Μία εξαιρετική νουβέλα. Επίσης μου αρέσει ο πίνακας της Λήδας Κοντογιαννοπούλου που κοσμεί το εξώφυλλο. Αναζητήστε το και καλή ανάγνωση.
Έχω ως συνήθεια να μη διαβάζω ένα βιβλίο μετά από την παρουσίασή του. Αν δηλαδή έχω παρευρεθεί. Κι αυτό γιατί θέλω να μεσολαβήσει μια απόσταση έτσι ώστε να έχω εν πολλοίς ξεχάσει τι είχε ειπωθεί. Ξεκίνησα λοιπόν έπειτα από καιρό, τις 'Άγνωστες Λέξεις' της Σοφίας Αυγερινού με έναν μικρό φόβο. Όταν συμπαθώ και θαυμάζω κάποιον, τον έχω, μην τυχόν προκύψει κάτι που δεν θα μου αρέσει. Οπότε και μια και το τελείωσα αλλά και για να μην μακρηγορώ - καλά, δεν το συνηθίζω, ξέρω - έχω να πω ότι είναι υπέροχο, χωρίς να υπερβάλλω. Η ηρωίδα της ιστορίας μας αφηγείται τη σχέση της με τον ξάδερφό της πλαισιωμένη απ' τους τυφλούς γονείς του. Περισσότερα εδώ: https://spirosglykas.blogspot.com/202...
Την Σοφία Αυγερινού τη γνώριζα ως (εξαιρετική) μεταφράστρια. Τώρα ήρθα σε επαφή και με το συγγραφικό της έργο με την πολύ δυνατή νουβέλα της Άγνωστες Λέξεις. Η γραφή της ρεαλιστική, το θέμα σουρεαλιστικό. Με τις ψυχικές παθήσεις τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, το ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό, είναι ούτως ή άλλως συχνά δυσδιάκριτα. Η ίδια η αφηγήτρια δεν μένει ανεπηρέαστη απ' αυτό που περιγράφει: ενώ στην αρχή η γραφή της είναι λιτή, καθαρή με σύντομες προτάσεις, από τη μέση και μετά γίνεται παραληρηματική, μερικές φορές μία πρόταση πιάνει ολόκληρη σελίδα. Κάθε άλλο παρά αδιάφορο έργο που σίγουρα ταρακουνάει και βάζει σε σκέψεις τον αναγνώστη.
Μπορείτε να βρείτε και άλλες παρουσιάσεις βιβλίων στη στήλη debook του debop:
Στη νουβέλα της Αυγερινού δεν υπάρχουν ονόματα και συγκεκριμένες ετικέτες επί τούτου. Κεντρική ηρωίδα είναι μια νεαρή κοπέλα που επισκέπτεται κάθε Πέμπτη τους θείους της για να τους καθαρίσει το σπίτι. Οι θείοι είναι τυφλοί και έχουν έναν γιο, τον ξάδερφό της, με τον οποίον έχουν περάσει μαζί πολλά παιδικά καλοκαίρια. Εκείνη προέρχεται από ένα συντηρητικό περιβάλλον, θα έλεγε κανείς. Σίγουρα, είναι πιο συμβατική και καθηλωμένη στις αρχές της σε σχέση με τους θείους της, που προέρχονται από τον εικαστικό χώρο.
Παρά τις διαφορές τους, εκείνη είναι πρόθυμη να στηρίξει τους συγγενείς της αλλά με τη συχνότητα που της επιτρέπει να είναι αποστασιοποιημένη την ίδια στιγμή. Ωστόσο, όλα αλλάζουν όταν ο ξάδερφός της αρχίζει να σημειώνει σε χαρτάκια άγνωστες λέξεις. Πρόκειται για λέξεις που άλλοτε μοιάζουν σαν κατασκευάσματα κάποιας επικοινωνιακής δυσκολίας και άλλοτε για σύμβολα με μεγάλη βαρύτητα. Εκτός αυτού, οι θείοι της, που έχουν ήδη γεμίσει το σπίτι με ζωγραφιές και σχέδια, ξεκινούν να πραγματοποιούν εικαστικές απόπειρες μέχρι και στα σώματά τους.
Αυτή η πρωτοφανής συνθήκη μετατρέπει τις Πέμπτες της κοπέλας σε υπερρεαλιστικά σκηνικά. Σταδιακά η ατμόσφαιρα μετατρέπεται από γκροτέσκο σε τρομακτική ενώ η έξοδος από τη ζώνη ασφαλείας της, που βρίσκεται χωμένη σε τυπικά καλούπια, την ξεβολεύει και την ξενίζει. Έρχεται αντιμέτωπη με κάτι διαφορετικό που όμως ενώ στην αρχή την κάνει να ασφυκτιά, ξαφνικά συνειδητοποιεί τη δύναμη των λέξεων του ξαδέρφου, ο οποίος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να επικοινωνήσει στη σωστή γλώσσα. Είναι λες και η πραγματικότητα των γονιών του του έχουν μπερδέψει τα λογικά.
Όσο περνάει ο καιρός, η κοπέλα κάνει μια κατακόρυφη βουτιά με σύγχυση, εκνευρισμό και απορία, που όμως την βοηθάει να αναστοχαστεί τη ζωή και το δικό της οικογενειακό περιβάλλον. Τα ερωτήματα που πλημμυρίζουν το σπίτι είναι η χαριστική βολή που την οδηγεί στη διαδικασία αναζήτησης του δικού της νήματος. Είναι λες και τα δύο ξαδέρφια, ασυνείδητα, κρατιούνται από το χέρι και οδεύουν προς την αλήθεια.
Η συγγραφέας έχει κατασκευάσει ένα υπαρξιακό οικοδόμημα, πυκνό και λιτό, όπως του αρμόζει. Με σαρκασμό και παραστατικότητα, είναι λες και στήνει ένα υπαρξιακό θεατρικό έργο όπου η αλήθεια ξεπροβάλλει στο τέλος μέσα από ακανθώδεις και δαιδαλώδεις λαβυρίνθους παραφροσύνης και κοινωνικής παθογένειας. Φυσικά, η μεγαλύτερη γενιά, δηλαδή οι θείοι, αρνούνται να κατανοήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους. Τον κατηγορούν σαν να είναι παράφρων εφαρμόζοντας χειριστικά οικογενειακά μοτίβα, διότι αδυνατούν να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα. Ο περίγυρος είναι ικανός να εκτοξεύσει ή να καταρρακώσει έναν γόνο.
Κάπως έτσι προχωράει η ιστορία σαν τη ζωή την ίδια. Όλοι προσπαθούν να βρουν το νόημα και τη θέση της, ξεφυλλίζουν το λεξιλόγιο ψάχνοντας τις «σωστές» λέξεις και συχνά πλάθουν τον δικό τους κώδικα είτε για να κατανοήσουν είτε για να αντέξουν είτε για να κτίσουν το δικό τους μοντέλο. Μια στιγμή, μια εμπειρία, μια εικόνα ενός ανθρώπου που ήταν αλλιώς ιδωμένη πρωτύτερα, είναι ικανή να τα φέρει όλα τούμπα και να μεταβάλλει ριζικά ακόμη και τις πιο ακίνητες μεταβλητές. Πρόκειται για ένα απόλυτα εναρμονισμένο βιβλίο με τη σύγχρονη συλλογική ψυχοσύνθεση, η οποία μπερδεύεται μέσα σε αναδρομικά αγκάθια, βαθιά ριζωμένα στη συνείδηση.
Αυτή η μικρή νουβέλα με έπιασε από τα μούτρα και με καταβύθισε στον κόσμο της, έναν κόσμο παράξενο και όμως τόσο οικείο, σαν ένα εφιάλτη που ξαφνικά θυμήθηκες ότι είδες. Χαρτάκια και λέξεις περίεργες παντού... Τι να σημαίνουν; Γιατί αναστατώνουν με τόση ένταση την πρωταγωνίστρια και ποια σκιά του παρελθόντος προσπαθεί εδώ και χρόνια να ξορκίσει; Οι λέξεις της Σοφίας Αυγερινού, τόσο προσεκτικά επιλεγμένες και τοποθετημένες βρίσκουν το στόχο τους κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη! Το καταβρόχθισα σε 2 ώρες.
Bernhard-like κομψοτέχνημα πάνω στην ενοχή, τη δημιουργία, την ανθρώπινη κατάσταση και την ανεπάρκεια της γλώσσας να είναι ακριβής στα δύσκολα συναισθήματα - και αντίστοιχα αξιοπρόσεχτη η χειρουργική ακρίβεια της γλώσσας της συγγραφέως
Εξαιρετικά καλογραμμένη ιστορία, που θα μοιάζει ίσως πιο αγαπητή σε όσους μπλέκονται καθημερινά με τις λέξεις. Αγγίζει πολλά ευαίσθητα σημεία με ένα απαλό χέρι που δεν θα τα σπρώξει κάτω από το χαλί.