Το σύνδρομο του Balint ~ Αινείας ~ Το κόσμημα
Αυτή η ψυχική μου ένταση πετύχαινε μια προσωπική ανακούφιση χάρη στα θλιβερά έργα μιας πρόχειρης εκδικητικότητας. Ερασιτεχνική εκδικητικότητα. Αυτός ο θυμός κι η εκδικητικότητα είναι ολικές και αναίτιες εμπάθειες. Ποτέ κανένα συγκεκριμένο γεγονός της ζωής μου ποτέ δεν θα τις εδικαιολογούσε. Γιατί η μορφή που πήρε η ζωή μου από μια σκοτεινή εύνοια είναι από τις πιο ευλογημένες κι ωφελημένες. Δεν παρέλειπα να εκδικούμαι. Χωρίς κίνητρο καμμιά συγκίνηση. Ο θυμός εμπνέει μιαν επιτηδευμένη καχυποψία και σε κάνει να αποδέχεσαι σχεδόν με ευφορία αποδέχεσαι και την ελάχιστη πρόκληση. Η πρόκληση από την μητέρα μου ήταν η πιο μηδαμινή ίσως. Καμμιά αγάπη κι αντιπάθεια δεν μας ένωνε. Η βαθειά αίσθηση της υπερβολικής αδικίας της ζωής μου με είχε κάνει δίκαιο. Ήξερα πως κανέναν δεν μπορούσα να κατηγορήσω. Τίποτα στον κόσμο ολόκληρο δεν ευθύνεται για το τι είμαι.
…
Βλέπω το βασανισμένο εκείνο πρόσωπο μέσα στο καθαρό φως της αυγής. Τον αναγνωρίζω. Είναι ο πατέρας μου. Τον είχα εγκαταλείψει πριν δέκα χρόνια. Έκτοτε ποτέ δεν τον μνημόνευσα. Σα να είχε κιόλας πεθάνει. Με μια μελαγχολία τον παίρνω στα χέρια μου με μία κούραση. Όπως αγκαλιάζεις ένα παιδί κρατώ το κεφάλι του πάνω στο στήθος μου. Τον κουνώ εμπρός πίσω λέω καμμιά αγάπη. Δεν μου έμεινε για σένα. Μονάχα με λύπη σε σκέφτομαι χωρίς καμμία έχθρα. Πόσο με έβλαψες. Πώς με κατάστρεψες. Θυμάμαι το λευκό σου στήθος το ευρύ. Κι εγώ το αναρριχιέμαι με κάτι σαν τον έρωτα μικρού αγοριού. Μετά εγέρασες μέσα σε λίγες νύχτες. Σερνόσουν και εσώπαινες. Με λάτρευες με θαύμαζες και τίποτα δεν ήξερες ότι εσύ. Ήσουν η μικρή μου μοίρα. Επέστρεφα συνέχεια σε σένα. Εκεί που έφθασες μέχρις εκεί θα έφθανα. Ό,τι μπόρεσες θα μπορούσα. Ό,τι ελάχιστο έκαμες ακόμα πιο ελάχιστο θα έκαμνα κι εγώ. Εγώ που ήμουν το άπειρο. Με έκλεισες με κράτησες στα χαμηλά στο χώμα και μόνο γιατί υπήρχες. Τίποτα δεν κατάλαβες από το θαύμα μου. Από πάντα κι από τότε που φάνηκα στον κόσμο. Ήσουν εκεί πάντα. Ήσουν το όριό μου. Εμπρός μου ήσουν από πριν και πριν η ζωή μου αρχίσει. Ήσουν το τέλος μου. Θέλω να πεθάνω με καρτερία έγειρα το κεφάλι μου επάνω στο δικό του. Πήγα στο παράθυρο. Είδα την έρημη άγνωστη χώρα. Η μέρα άρχιζε. Στον ουρανό εφάνηκαν ραγισματιές της ώχρας. Μ’ έναν αβάσταχτο κόπο αναλογίστηκα. Έπρεπε να βρω μια δουλειά να ζήσουμε εγώ κι αυτός.
…
Αποσπάσματα από τις σελίδες 7,8, 26,27