Στη μεταπολεμική Ελλάδα, από ένα καπρίτσιο της Ιστορίας, η τηλεόραση ήταν πάντοτε ένα πεδίο που γεννούσε πολιτικές κρίσεις. Η τηλεόραση στην Ελλάδα γεννήθηκε με καισαρική μετά από έναν μακρύ και επώδυνο τοκετό. Αλλά γιατί; Γιατί χρειάστηκαν 30 περίπου χρόνια από την πρώτη συστηματική εκπομπή τηλεοπτικού σήματος στη Βρετανία μέχρι το νέο μέσο να εμφανιστεί και στην Ελλάδα; Την ιστορία, τις διακυμάνσεις και τις στροφές αυτής της μακράς και περιπετειώδους σχέσης τηλεόρασης και πολιτικής στην Ελλάδα, προσπάθησα να καταγράψω. Ξεκίνησα πριν από χρόνια να συλλέγω υλικό, από περιέργεια, να προσπαθώ να βρω μια εξήγηση στο μυστήριο... Αλλά καθώς συγκέντρωνα, σιγά σιγά, τις ψηφίδες του υλικού, άρχισα να νιώθω ότι αυτό που ξεδιπλωνόταν εμπρός στα μάτια μου ήταν ένα συναρπαστικό -νομίζω, πάντως σίγουρα αποκαλυπτικό- πολιτικό μυθιστόρημα.
Ο Παύλος Τσίμας ξετυλίγει το κουβάρι (...και τι κουβάρι!) της ιστορίας της Ελληνικής Τηλεόρασης από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας της τη δεκαετία του '50 έως την έναρξη λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης τη δεκαετία του '90.
Ο Τσίμας αναλύει διεξοδικά το θέμα, παραθέτει αυτούσια δημοσιεύματα του τύπου, αποσπάσματα εκπομπών και ιστορικές ατάκες πρωταγωνιστών. Είναι απίστευτο ότι η ιστορία ξεκινάει από την εποχή της Φρειδερίκης και μέχρι τη δημιουργία της ΕΡΤ διατρέχει το σύνολο σχεδόν της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Και είναι φανερό ότι η εξιστόρηση δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει και μία -σύντομη- περιγραφή των ιστορικών γεγονότων που αρκετά, επηρεάζουν τη σήριαλ της ελληνικής τηλεόρασης.
Η αληθινή περιπέτεια της ελληνικής τηλεόρασης είναι σίγουρα μεγαλύτερη από ότι νομίζαμε πριν διαβάσουμε το παρόν βιβλίο. Και σίγουρα η τεράστια καθυστέρηση δεν ήταν ούτε τυχαία, ούτε αναπόφευκτη.
'Το ελληνικό μοντέλο στέκει μόνο του. Θεωρητικά ακολουθεί τη γαλλική, γκολική πρακτική της διεύθυνσης της ραδιοτηλεόρασης από την κυβέρνηση που διορίζει τη διοίκησή της. Οι έννοιες της πολυμέρειας, της πολιτικής αμεροληψίας ή της συμψηφιστικής ουδετερότητας, κατοχυρωμένες θεσμικά στις περισσότερες ευρωπαΐκές χώρες, παρέμειναν ξένες στην ελληνική πράξη. '