Μια καλοκαιριάτικη νύχτα του 1944, στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, ένας άντρας που φοράει γερμανική στολή αποχαιρετά τη γυναίκα του και τη μικρή του κόρη, που φεύγουν μ΄ ένα μαύρο αυτοκίνητο προς άγνωστη κατεύθυνση. Την ώρα που το αυτοκίνητο απομακρύνεται ο άντρας φωνάζει: "Μη με ξεχάσετε".
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα μια νεαρή δημοσιογράφος βρίσκει στο ημερολόγιο της νεκρής μητέρας της την περιγραφή αυτής της σκηνής, που καταλήγει σε μια σημείωση-γρίφο. Αποφασισμένη να ερευνήσει το θέμα και να μάθει περισσότερα για τον άντρα με τη γερμανική στολή, η δημοσιογράφος ανεβαίνει στη Θεσσαλία και ψάχνει να βρει ποιο ήταν το αινιγματικό αυτό πρόσωπο και ποια σχέση είχε με τη μητέρα της.
Οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Κατοχής και της μετεμφυλιακής περιόδου την οδηγούν σε μια οδυνηρή αποκάλυψη, ενώ ταυτόχρονα φέρνουν στο προσκήνιο της Ιστορίας τη δράση των φιλοναζιστικών οργανώσεων ΕΕΕ και ΕΑΣΑΔ στη Θεσσαλία.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με διαρκείς ανατροπές και μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, που αποκαλύπτει σε όλες του τις διαστάσεις το θέμα του δωσιλογισμού. Ένα θέμα το οποίο, παρά τα σημεία των καιρών, εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο ταμπού της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Όποιος γνωρίζει το σημαντικό έργο της κυρίας Κλιάφα θα απολαύσει και αυτό το βιβλίο. Όποιος δεν το γνωρίζει, ε....άργησε πολύ! :)
Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα ακριβώς. Είναι ιστορικά στοιχεία που αφορούν τη δράση των δοσίλογων και των φιλογερμανών κατοίκων της Θεσσαλίας γενικότερα και των Τρικάλων ειδικότερα δοσμένα με λογοτεχνικές πινελιές. Η ίδια η συγγραφέας παραδέχεται ότι ενέπλεξε τη μυθιστορία με την πραγματικότητα, οπότε έχουμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση μιας γυναίκας που ανακαλύπτει το ημερολόγιο της νεκρής μητέρας της, στο οποίο αχνοφαίνεται ότι ο παππούς της πρωταγωνίστριας συνεργαζόταν με τους Γερμανούς. Έτσι ταξιδεύει στα Τρίκαλα, συναντάει διάφορους ανθρώπους και μέσα από τις μαρτυρίες τους ξεδιπλώνεται ένα θέμα που εξακολουθεί να είναι ταμπού ακόμη και στην εποχή μας (κακουχίες των αντιφρονούντων, φρούδες ελπίδες των κομμουνιστών, εξολοθρεύσεις Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης σταλμένοι από δικούς τους, χωριανούς και πόσα άλλα!). Άραγε, όντως ήταν ο παππούς της συνεργάτης των Γερμανών; Ποια η δράση του; Τι κακό προξένησε; Ποιοι τον υποστήριξαν και ποιοι τον λοιδωρούν ακόμη; Η πρωταγωνίστρια θα φτάσει μέχρι το τέλος ή θα προτιμήσει να κλείσει καλά αυτό το σκοτεινό ντουλάπι;
Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί ως μυθιστόρημα και με παύσεις ως ντοκουμέντο, εξαρτάται πώς το αντιμετωπίζει ο κάθε αναγνώστης. Οι αυτούσιες παραθέσεις των καταθέσεων-εξομολογήσεων των αυτοπτών μαρτύρων της εποχής και της προσωπικότητας του Χρίστου Μαντούρα (υπαρκτό πρόσωπο;), επικεφαλής της τοπικής Εθνικής Οργανώσεως που συνεργαζόταν στενά με τους Γερμανούς κατακτητές ηρώων δίνουν μια απίστευτη ζωντάνια στο κείμενο και μια αυθεντική καταγραφή άγνωστων περιστατικών και σκοτεινών προσωπικοτήτων. Παράλληλη η ιστορία που ξεδιπλώνει η συγγραφέας είναι ντυμένη με τα καλύτερα λογοτεχνικά ενδύματα και η γραφή τρέχει ξέφρενη προς την αλήθεια μαζί με την ηρωίδα του βιβλίου. Άραγε θα συναντηθούν οι δυο τους ή η κάθε μία θα μείνει ήσυχη στη γωνία της, αμίλητη και τρομαγμένη από το βάρος των αποκαλύψεων;
Ένα καλογραμμένο βιβλίο, μια προσεκτικά μελετημένη έρευνα για ένα τραύμα από το οποίο ακόμη στάζει το αίμα της αδελφικής προδοσίας.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
"Οι νεαροί μουσικοί τα έδιναν όλα ανεβασμένοι σε μια πρόχειρη εξέδρα που είχαν στήσει μεταξύ του μνημείου των πέντε απαγχονισμένων ΕΠΟΝιτών και του σημείου όπου άλλοτε υψώνονταν οι φανοστάτες πάνω στους οποίους, τον Ιούνιο του 1945, είχαν κρεμάσει με συρματόσκοινο τα κεφάλια του Άρη Βελουχιώτη και του συντρόφου του Τζαβέλα. Μέσα στο κλίμα αυτής της γενικευμένηυς ευφορίας αναρωτήθηκα αν η αναδίφηση του ιστορικού παρελθόντος που εγώ επιχειρούσα είχε κάποιο νόημα" (σελ. 80).
"Τελικά καταλήξαμε σε μια από τα ίδια: οι Νεοέλληνες φοβόμαστε την πρόσφατη ιστορία μας. -Δεν είμαστε έτοιμοι να δούμε κατάματα την αλήθεια. Μας θρέφουν οι μύθοι, είπε ο Λουκάς. Κι όμως, το μέλλον ανήκει σ' εκείνους που θυμούνται το παρελθόν χωρίς να το εξωραΐζουν, συμπλήρωσε. Συμφώνησα. -Είμαστε θύματα τη δόξας των προγόνων μας. Η αρχαιότητα τελικά μας έχει χαντακώσει, είπα. -Γι' αυτό και συνεχώς την πατάμε" (σελ. 210).
"Αν και είμαι στον εκδοτικό χώρο, ομολογώ ότι δε γνώριζα όσο θα έπρεπε την κατάσταση. Ποτέ δε μου είχε περάσει από το μυαλό πως η επιτυχία ενός βιβλίου στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην προβολή του. Το ταλέντο του συγγραφέα και η λογοτεχνική αξία του βιβλίου έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Εκείνο που κυρίως μετράει είναι οι συνεντεύξεις, οι προδημοσιεύσεις, τα δελτία Τύπου και γενικά το νταβαντούρι. -Βαρύνοντα ρόλο έχουν οι γνωριμίες με τους ανθρώπους των λογοτεχνικών σελίδων. Αν είσαι άγνωστος, την έβαψες. Κανένας από τους φιρμάτους κριτικούς δε θα χάσει χρόνο για να ξεφυλλίσει το βιβλίο κάποιας κυρίας τάδε. Το παν είναι να φαίνεσαι και κάπου κάπου να λες και καμιά παραδοξολογία. Αυτό που προέχει είναι η αναγνωρισιμότητα. Το επικοινωνιακό κομμάτι είναι από τα βασικά, μου τόνισε ένας φίλος του Λουκά που είναι σύμβουλος επικοινωνίας" (σελ. 211).
Στο μεταίχμιο μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορικής μαρτυρίας, η πραγματικότητα μπλέκει με την μυθοπλασία και ακόμη και τότε η μυθοπλασία μπορεί να είναι μια όψη του πραγματικού. Το βιβλίο πραγματεύεται την ιστορία των εθνικιστικών οργανώσεων που έδρασαν στα Τρίκαλα προς το τέλος της Κατοχής. Ένα θέμα εξ' ορισμού δύσκολο, που η χρονική απόσταση φαίνεται να έχει απαλύνει μίση και πάθη - ίσως και μέσω της λήθης - αλλά που καταφέρνει ακόμη να προκαλεί έντονα συναισθήματα καθώς επίσης και πολλά ερωτήματα ιδεολογικής και ηθικής φύσης.
Η Μαρούλα Κλιάφα για άλλη μια φορά επιστρατεύει την συγγραφική μαεστρία της και την συνδιάζει με την ιστορική έρευνα για να φέρει στοπροσκήνιο άλλο ένα ιστορικό ζήτημα. Οι δωσίλογοι λοιπόν, ένα θέμα-ταμπού στην μεταπολεμική Ελλάδα, και ίσως πρόκειται για το μοναδικό βιβλίο που το αγγίζει τόσο απροκάλυπτα. Μπράβο στην κ. Κλιάφα για το θάρρος, το ταλέντο και πάνω απ'όλα την προοδευτική σκέψη της.