Ένα μυθιστόρημα του Κ. Θεοτόκη που έχει κυρίως σαν θέμα του τον ξεπεσμό της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, στις αρχές του 20ου αιώνα και τον καταδικασμένο από την αρχή αγώνα του πατέρα της οικόγενειας των Οφιομάχων, κόντε Αλέξαδρου Οφιομάχου, να αντιπαλέψει με τα χρέη που κινδυνεύουν να πνίξουν την οικογένειά του.
Η αρχή του μυθιστορήματος είναι πολύ καλή και μας κρατάει σε αγωνία για το αν θα σωθεί τελικά ό γιος της κυράς-Φωτεινής, Άλκης Σωζόμενος. Η υγεία του είναι εξαιρετικά ευαίσθητη, τελικά όμως τα καταφέρνει, προς ανακούφισην τόσο της μητέρας του, όσο και της Ευλαλίας, της κόρης του Οφιομάχου, που είναι ερωτευμένη μαζί του. Μια ακόμα εντυπωσιακή σκηνή είναι αυτή της δεξίωσης και του χορού που λαμβάνει χώρα στο σπίτι ενός βιομήχανου. Εκεί ξεσκεπάζονται όλα τα κόμπλεξ και βγαίνουν στη φόρα πολλά άπλυτα της τοπικής κοινωνίας.
Μαθαίνουμε για την πλούσια Αιμιλία Βαλσάμη, που είναι παντρεμένη και ο άντρας της δεν έχει πολύ καιρό ζωής. Αυτό δεν την εμποδίζει να συνάψει ερωτική σχέση με τον γιο του Οφιομάχου, Γιώργη, με την ανοχή του άρρωστου συζύγου της. Ο γιατρός, Αριστείδης Στεριώτης, που στο πρώτο κεφάλαιο κουράρει τον Άλκη, παρουσιάζεται σαν ένας στυγνός και επιφανειακός άνθρωπος, που εκτός από τις ιατρικές του έρευνες είναι έτοιμος να κάνει και πολιτική σταδιοδρομία. Ο Άλκης ακολουθεί τα σοσιαλιστικά ιδανικά του πατέρα του, μέσα σε μια κοινωνία όμως που δεν φαίνεται έτοιμη να τα αποδεχτεί.
Ο γιατρός εποφθαλμιά την Ευλαλία, η οποία δεν τον θέλει καθόλου, καθότι ερωτευμένη με τον Άλκη. Τα χρεή σφίγγουν την οικογένεια, ο Στεριώτης με την οικονομική επιφάνειά του, αν και προέρχεται από ταπεινή οικογένεια, υποσχέται στον πατέρα Οφιομάχο ότι θα τακοτοποιήσει τα χρέη της οικογένειας, με τον όρο να παντρευτεί την Ευλαλία.
Ο πατέρας της Ευλαλίας είναι ένας άτολμος άνθρωπος που κατηγορεί συνεχώς τη γυναίκα και τα παιδιά του και λόγω κακοδιαχείρησης βρίσκεται μέσα στα χρέη. Χαρακτηριστικές είναι οι συναντήσεις με τον τοκογλύφο, στο γραφείο του, όπου σηκώνει συχνά τη ματιά του, περιμένωντας ίσως από τα κάδρα των παλιών προγόνων του να ζωντανέψουν και να δώσουν λύση στα προβλήματά του. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται και πιέζει αφόρητα την κόρη του να παντρευτεί τον για��ρό, τον οποίο ούτε ο ίδιος δε πολυθέλει για γαμπρό εξαιτίας της ταπεινής καταγωγής του, μόνο και μόνο για να ξεχρεώσει την οικογένεια. Αυτή ύστερα από αφόρητη πίεση, υποκύπτει.
Τα πράγματα όμως αντί να καλυτερεύσουν πηγαίνουν όλο και χειρότερα. Η Ευλαλία είναι αδιάφορη προς τον άντρας της, ο Άλκης πικραμένος προσωπικά και ιδεολογικά φεύγει στο εξωτερικό, ο Γιώργης χωρίζει την χήρα Αιμιλία Βαλσάμη και δεν την παντρεύεται. Αυτό επιφέρει ένα ντόμινο με την Αιμιλία να έχει σκοπό της να καταστρέψει τους Οφιομάχους, μπλέκοντας ερωτικά με τον γιατρό Στεριώτη, που σταματά να διαχειρίζεται τα χρεή της οικογένειας της γυναίκας του. Ο μικρότερος γιος της οικογένειας των Οφιομάχων, Σπύρος, προσπαθεί μάταια να διοριστεί και η μικρή αδερφή του, Λουίζα, ερωτεύεται τον γιο ενός τραπεζίτη με αποτέλεσμα, κατά τον Αλέξανδρο Οφιομάχο, να χάσει την τιμή της και να μην θέλει αυτός να ακούσει καν για εκείνην.
Το τέλος θυμίζει αρχαία τραγωδία. Ο Άλκης επιστρέφει στα πάτρια εδάφη, άρρωστος, η Λουίζα επιστρέφει στο σπίτι της, χωρίς να παντρευτεί τον γιο του τραπεζίτη, ο Σπύρος αυτοκτονεί λόγω των χρεών και ο πατέρας Οφιομάχος τρελαίνεται. Παρά την τραγική κατάληξη, η αγάπη της Ευλαλίας και του Άλκη είναι συγκινητική και αποτελεί τησταθερά του μυθιστορήματος.
Βέβαια η αλήθεια είναι πως σε κάποια σημεία, η πλοκή γίνεται κάπως ανιαρή, ενώ οι περιγραφές και η ενδελεχής ανάλυση της όλης κατάστασης κουράζει κάπως, σε ορισμένα σημεία τουλάχιστον. Ο πεσιμισμός και η ψυχωπλακωτική ατμόσφαιρα παρακμής και αδιεξόδου είναι έντονα στοιχεία του βιβλίου, οπότε σίγουρα δεν συνιστάται για όσους θέλουν πιο χαρούμενα αναγνώσματα.
Από άποψη λογοτεχνικής δομής και ανάλυσης, θα χαρακτήριζα αρκετά πρωτοποριακό το μυθιστόρημα. Ο Θεοτόκης μας βάζει μέσα στον ψυχισμό πολλών χαρακτήρων, του πατέρα Οφιομάχου, του Άλκη, της Ευλαλίας, του γιατρού, ακόμα και της Αιμιλίας Βαλσάμη, αφού παρακολουθούμε πρωτοπρόσωπα τις σκέψεις των πολυάριθμων χαρακτήρων του μυθιστορήματος. Μου άρεσε πολύ το γεγονός ότι κατά το μεγάλυτερο μέρος, το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο είναι ίδια, κάτι που αποτελεί ίσως ένα φιλοσοφικό σχόλιο του συγγραφέα για την κυκλική πορεία της ζωής.