Σμύρνα και Σμύρνη. Μια γυναίκα και μια πολιτεία. Φημισμένη για τα πυρρόξανθα μαλλιά της η Σμύρνα, για το κορμί λαμπάδα, για την αγέρωχη θωριά της. Ξακουστή στα πέρατα του κόσμου η Σμύρνη, για τις περαντζάδες και τα αρώματά της, τα ξενοδοχεία και τα καταγώγια της. Κοσμοπολίτισσες και οι δύο. Και η γυναίκα και η πολιτεία. Όλους τους είχαν στα πόδια τους, Έλληνες, Τούρκους, Αρμένηδες και λεβαντίνους.
Από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον πρώτο ξεριζωμό των Μικρασιατών το 1914 έως την κατοχή της Σμύρνης το 1919, και από τα χαρακώματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου έως την προέλαση του Ελληνικού Στρατού σχεδόν έξω από την Άγκυρα, ένας Έλληνας κι ένας Τούρκος, ανυποψίαστοι για το παρελθόν και τα μυστικά που τους δένουν, θα βρεθούν αντιμέτωποι στη δίνη της μικρασιατικής εκστρατείας. Εχθροί τελικά ή φίλοι; Και ανάμεσά τους, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλο, η Σμύρνα…
Ο ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΛΙΑΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Το 1980 αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του, ιδιωτικά και δημόσια, μικρά και μεγάλα, βρίσκονται υλοποιημένα σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο.
Μέχρι σήμερα έχει τιμηθεί με πολλά Πανελλήνια Αρχιτεκτονικά Βραβεία και Διακρίσεις, ενώ έργα του έχουν δημοσιευτεί σε αρχιτεκτονικά περιοδικά και βιβλία.
Τελευταίο βιβλίο της τριλογίας και ίσως το πιο "βαρύ" από όλα. Πιστεύω ότι μπορεί να διαβαστεί αυτοτελώς (δεν θα συνιστούσα φυσικά κάτι τέτοιο), ίσως μάλιστα να μπορεί να σταθεί πιο καλά μόνο του σε σχέση με τα άλλα δύο αφού πια τον κύριο λόγο έχει η ιστορική πλοκή και όχι τόσο οι χαρακτήρες. Ερχόμαστε πια στις αρχές του 20 αιώνα όπου τα Βαλκάνια πραγματικά δεν είναι καλό μέρος για να ζει κανείς, αφού οι πόλεμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Έτσι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Νίκος, νεαρός άντρας, αναγκάζεται να αφήσει πίσω τη ζωή του για να πολεμήσει. Το ιστορικό υπόβαθρο που έχει να περιγράψει ο συγγραφέας είναι δύσκολο και πονάει κάθε Έλληνα. Κι όμως, καταφέρνει να αποδώσει τις ιστορικές συγκυρίες και τις αποφάσεις που πάρθηκαν από τους στρατηγούς και τους κυβερνήτες της Ελλάδας με πολύ ωραίο τρόπο. Δεν είχα κανένα πρόβλημα να ακολουθήσω την εξέλιξη της ιστορίας όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα, βρίσκω μάλιστα ότι η ενσωμάτωσή τους στην πλοκή ήταν εξαιρετική. Δεν θα πω τίποτα περισσότερο, απλά ότι είναι το μόνο (μέχρι τώρα) βιβλίο από όσα έχω διαβάσει που τα γεγονότα περιγράφονται κατά κύριο λόγο από τη μεριά των στρατιωτών και όχι τόσο των απλών πολιτών.
Συνήθως, όταν διαβάζει κανείς μια τριλογία, κάποια από τα βιβλία αυτά θα ξεχωρίσει μέσα στην καρδιά του. Ε, λοιπόν, αυτή είναι μία από τις περιπτώσεις εκείνες που σε προσωπικό επίπεδο, αδυνατώ να ξεχωρίσω ένα από τα βιβλία της τριλογίας "Στα χρόνια της ομίχλης" και αυτό γιατί, ο Νίκος Γούλιας, κατάφερε με έναν μοναδικό, ξεχωριστό τρόπο, να πραγματευτεί ένα ιδιαίτερα κλισέ θέμα, όπως αυτό της καταστροφής της Σμύρνης, και να το κάνει ολότελα δικό του, συγκινώντας μας με κάθε του βιβλίο και αγγίζοντας τις πιο ευαίσθητες χορδές μας, ταξιδεύοντάς μας στο χώρο και στο χρόνο όπως λίγοι σύγχρονοι ομότεχνοί του έχουν καταφέρει. Γι' αυτό, λοιπόν, αν δεν έχετε ήδη διαβάσει την συγκεκριμένη τριλογία, σας την προτείνω χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη.
Αν και το έχω ξαναπεί, θέλω να τονίσω για μία ακόμα φορά πόσο υπέροχα έχει χειριστεί ο συγγραφέας την Ιστορία, συνδυάζοντάς την με την δική του μυθοπλασία που θα μπορούσε να είναι πέρα για πέρα αληθινή. Χωρίς να εστιάζει στην ίδια την καταστροφή της Σμύρνης και την προσφυγιά που ακολούθησε αυτήν, ο συγγραφέας επιλέγει να κινηθεί σε μονοπάτια διαφορετικά, αναφερόμενος στα γεγονότα του εμφυλίου των Τούρκων και σε όσα ακολούθησαν. Αυτό το στοιχείο, από μόνο του, είναι αρκετό για να προσδώσει στην όλη ιστορία έναν χαρακτήρα αλλιώτικο, διαφορετικό, μα και πολύ ξεχωριστό, που καθιστά την ανάγνωσή της όχι μόνο ευχάριστη αλλά μοναδική, καθηλώνοντας τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα.
Χωρίς να έχει καμία δασκαλίστικη ή δήθεν διδακτική διάθεση, ο Νίκος Γούλιας, με τον δικό του διακριτικό τρόπο, παραδίδει μαθήματα Ιστορίας, αποδεικνύοντας πόσο λεπτομερή έρευνα έχει κάνει, αλλά χωρίς να αναλώνεται σε στοιχεία που δεν χρήζουν υπερανάλυσης ή δεν εξυπηρετούν επί της ουσίας την εξέλιξη της πλοκής. Άλλωστε, ο πραγματικός πυρήνας των ιστοριών του, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που τις ζουν, τις συντηρούν με τις πράξεις τους, τις τροφοδοτούν με συναισθήματα και καρδιοχτύπια που φτάνουν μέχρι τις δικές μας τις καρδιές και συντονίζονται μαζί τους. Υπέροχοι χαρακτήρες, ιδανικά πλασμένοι, όχι απαραίτητα επειδή οι ίδιοι είναι πάντα ιδανικοί, αλλά επειδή αυτό που έχουν να "πουν" το κάνουν με δύναμη ψυχής, στα σωστά και στα λάθη τους, υποστηρίζοντάς το μέχρι τέλους.
Ο Νίκος Γούλιας μπορεί να μην βρίσκεται πια ανάμεσά μας, ζει όμως μέσα στις καρδιές μας, όπως και το συγκλονιστικό έργο που άφησε πίσω του.Η τριλογία του είναι η εικαστική περιγραφή και η συναισθηματική αποτύπωση μιας ολόκληρης εποχής, που μας ταξιδεύει σε μέρη ονειρικά πλασμένα ακόμα και όταν αυτά λούζονται με το αίμα του πολέμου και ποτίζονται από τις μυρωδιές της κακουχίας. Γιατί, κάπου εκεί ανάμεσα, ζουν άνθρωποι λαμπεροί που ξεχωρίζουν, γυναίκες μοναδικές που με πολλαπλούς τρόπους άφησαν το στίγμα τους, εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, ντοπιολαλιές, και όλα αυτά χωρίς να υπάρχουν επαναλήψεις, μια παγίδα στην οποία θα μπορούσε να πέσει κανείς πολύ εύκολα, μιλώντας πάντα για ένα χρονικό αυτού του είδους. Μια τριλογία που αναμφίβολα ξεχωρίζει στις καρδιές μας και που τα νοσταλγικά τραγούδια της αλήθειας της θα μας συνοδεύουν για πάντα.
ΣΜΥΡΝΑ!!!Με αυτό το βιβλίο ολοκληρώνεται η τριλογία "ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ".Εκπληκτικές περιγραφές πλαισιώνουν την αφήγηση δίνοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα για ότι αφορά τα πρόσωπα αλλά και τους τόπους που διαδραματίσθηκαν τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που μας επηρέασαν όλους μας.Εξαιρετικός ο τρόπος γραφής και ο τρόπος που συνδέει πρόσωπα και γεγονότα.Προσωπικά κατανόησα τόσο καλά τις ιστορικές πληροφορίες αλλά και τα διάφορα στοιχεία ηθογραφικά που νομίζω ότι δεν τα συνάντησα σε άλλα βιβλία παρομοίων θεμάτων.Βιβλία που θρέφουν και νου και ψυχή και που αξίζει να τα κάνουμε δώρο στον εαυτό μας όλη την τριλογία και να κατέχουν την πρώτη θέση στην βιβλιοθήκα μας.Πολλοί ,ίσως κουρασθούν από την ανάλυση διαφόρων γεγονότων,αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα μπροστά σε αυτά που θα εισπράξουν και θα εμπλουτισθούν με νέες γνώσεις που θα μείνουν αλησμόνητες.Δυστυχώς όμως τέτοια λογοτεχνική πέννα και μορφή έφυγε πολύ νωρίς από την ζωή και είχε πάρα πολλά να δώσει στους αναγνώστες και όχι μόνο.
Δυστυχώς ήταν ένα απογοητευτικό τέλος μιας πολύ ενδιαφέρουσα αρχής. Το βιβλίο αυτό ήταν το τέλος μιας τριλογίας που την περίμενα καλύτερη. Το πρώτο βιβλίο, Ιασμη, είναι και το πιο ενδιαφέρον, με την πιο ενδιαφέρουσα πλοκή και μια εξαιρετική γλωσσική προσέγγιση που κυριολεκτικά ζωντανεύει την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η συνέχεια, η Χατισε, είναι χρονικά προγενέστερο του πρώτου και πάλι με εξαιρετική γλωσσα και ατμόσφαιρα αλλά με περιπλεγμενη πλοκή και λιγότερο ενδιαφέρουσα ιστορία. Το τρίτο, η Σμύρνα, ήταν εντελώς απογοητευτικό. Ασύνδετο με τα προηγούμενα, αν και προσπαθούσε σπασμωδικά ο συγγραφέας να ενώσει τα νήματα της ιστορίας των προηγούμενων βιβλίων, αλλά δεν έβγαινε φυσικά. Το μισό βιβλίο ήταν περιγραφές μαχών, κάτι το οποίο κουράζει απίστευτα, γιατί αν ήθελα να διαβάσω την Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν η τη Λεπτή Κόκκινη Γραμμή, δεν τα επέλεγα Γουλια. Λες και ο συγγραφέας προσπαθούσε να γεμίσει σελίδες. Το καλό με τα προηγούμενα είναι ότι διαβάζονται ανεξάρτητα, οπότε δεν σου μένουν απορίες. Κρίμα...
Η υπέροχη, ταξιδευτική τριλογία Στα χρόνια της ομίχλης του αείμνηστου συγγραφέα Νίκου Γούλια ολοκληρώνεται με τη Σμύρνα. Ένα εξίσου καλογραμμένο βιβλίο, ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που καταγράφει στις σελίδες του τα γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 ιδωμένα από τη σκοπιά και των Ελλήνων και των Τούρκων. Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης της λογοτεχνίας μας μετατρέπεται σε Μακρυγιάννη και καταγράφει τα γεγονότα όπως έγιναν. Τοποθετεί τους απογόνους των ηρώων των προηγούμενων βιβλίων του σε καίριες θέσεις και τους ρίχνει στη δίνη και στη λαίλαπα του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, των Βαλκανικών και της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία η κοκκινομάλλα Σμύρνα, μια γυναίκα που ο συγγραφέας την τοποθετεί σε περίοπτη θέση και κρατά μυστική την πραγματική της ταυτότητα ως το σημείο που πρέπει ν’ αποκαλυφθεί. Μια γυναίκα που τραγουδά το εξής κομμάτι, προσδίδοντας με τη φωνή της μια άλλη αύρα, κοσμοπολίτικη, τζαζ, στο μυθιστόρημα:
Το βιβλίο δεν πραγματεύεται άλλη μια ιστορία προσφυγιάς και πόνου, οι σελίδες της πυρπόλησης της Σμύρνης δεν υπάρχουν καθόλου. Αντίθετα, και προς τιμήν του συγγραφέα, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα γεγονότα του ιδιότυπου εμφυλίου που έζησαν οι Τούρκοι το 1909, οπότε οι Νεότουρκοι ισχυροποιήθηκαν στη θνήσκουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία και πολέμησαν κατά του Σουλτάνου και της εξουσίας του, καθώς και η μικρασιατική εκστρατεία μέσα από τα μάτια των γνωστών μας από τα προηγούμενα βιβλία Ισίδωρου και Νίκου, που πολεμούν στον ελληνικό στρατό από τον καιρό των Βαλκανικών ήδη και ζούμε μέσα από τα μάτια τους σκηνές φρίκης, εξαθλίωσης και ελάχιστου μεγαλείου.
Ο συγγραφέας έχει διαλέξει πολύ ωραίους χαρακτήρες και τους έχει τοποθετήσει σε καίρια σημεία στην ιστορία του. Τα ιστορικά γεγονότα πυροδοτούν τις εξελίξεις και ο αναγνώστης μαθαίνει πολλά στοιχεία: χρονολογίες, πρωταγωνιστές, αίτια και αιτιατά, στάση των Μεγάλων Δυνάμεων, συμφέροντα και απογοητεύσεις, πληθώρα πληροφοριών που ποτέ δεν κουράζει και πουθενά δεν προκαλεί την ανία. Η απαράμιλλη γραφή του συγγραφέα εδώ εξυψώνεται αρκετά: πρωθύστερη αφήγηση, ντοπιολαλιά, ολοζώντανη σκιαγράφηση χαρακτήρων, καταπληκτικό λεξιλόγιο, περιγραφή της Σμύρνης πριν την καταστροφή, υπέροχα κομμάτια ενός παζλ που μόλις ολοκληρώνεται έρχονται οι Τούρκοι σαν κακομαθημένα παιδιά και το διαλύουν. Αν σας άρεσε η Ιάσμη και σας κλόνισε η Χατισέ, η Σμύρνα θα σας μείνει αξέχαστη.
Όπως χαρίσαν στον Χριστό οι τρεις μάγοι τα δώρα τους, έτσι και ο Νίκος Γούλιας χάρισε στην ελληνική λογοτεχνία τρία δικά του δώρα: τον χρυσό της Ιάσμης, το λιβάνι της Χατισέ και τη Σμύρνα μας. Κατέγραψε την ιστορία του ελληνισμού από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τα μέσα του 20ού, με τα λάθη του, με τις φιλοδοξίες του, με τον αμοραλισμό του, με τις απογοητεύσεις του, με την αγωνία του, με τα σχέδιά του. Τον αγάπησε αυτόν τον ελληνισμό, γι’ αυτό και τον φωτογράφισε από όλες τις πλευρές, μην αφήνοντας καμία στο σκοτάδι, τον αγάπησε, τον παρέδωσε και αποχώρησε (νωρίτερα απ’ όσο έπρεπε). Αγαπημένε κύριε Νίκο Γούλια, αναπαυθείτε εκεί πάνω και να είστε σίγουρος ότι ο αναγνώστης θα αγαπήσει και θα εκτιμήσει τα μυθιστορήματά σας.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Ο Νικήτας ο Απάλλαρος, αληθινό θεριό, δεν ήταν απλώς ένα ακόμα από τα γκαρσόνια στο μαγαζί, ήταν ο μαντατοφόρος. Με αδερφό ζουρναλίστα στην εφημερίδα Αλήθεια και καθημερινά κατεβαίνοντας πρωί πρωί πρώτα στο λιμάνι, επιφορτισμένος με το καθήκον να φροντίζει για τις προμήθειες, μια και μόνο εκείνος ήταν ικανός όλες να τις ανεβάζει έως το μαγαζί δίχως καμία βοήθεια, έχοντας τη ματιά του αεικίνητη και τα αυτιά πετσέτες, ξέροντας τι θα αρπάξει και από πού, τι θα ρωτήσει και ποιον, φρέσκα φρέσκα ανέβαζε μαζί με τα ψώνια του μαγαζιού και τα τελευταία νέα» (σελ. 221).
«Έχοντας ντύσει τα ανούσια και ήδη χαραμισμένα τριάντα δύο του χρόνια με ένα λινό ζαχαρί κοστούμι κι έχοντας στεγάσει το στεγνωμένο και ανέραστό του πρόσωπο με το μικρό μουστάκι και τα σφιγμένα χείλια κάτω από ένα λευκό ψαθάκι με καφετιά κορδέλα, έτοιμος ήταν να κατηφορίσει προς τη μητρόπολη...»(σελ. 245).
Αγαπημένο απόσπασμα που περιγράφει τη Σμύρνη του τότε, του ποτέ ξανά:
«Στα μέσα του ήταν και ο Σεπτέμβρης του 1919 στη Σμύρνη, αλλά είχε βρει μια πολιτεία αγνώριστη. Μια Σμύρνη ηλιόλουστη, όχι τόσο χάρη σ’ εκείνες τις τελευταίες ίσως καθημερινές λιακάδες που κάναν ακόμα και τη θάλασσα να λάμπει λες και ήταν καθρέφτης, όσο χάρη στα γελαστά πρόσωπα, ενώ, δίχως ίσως υπερβολή, θα μπορούσε να πει κανείς ότι με τον Στεργιάδη Ύπατο Αρμοστή λάμπαν ακόμα και των Τούρκων. Αν μάλιστα δεν υπήρχαν τα συμμαχικά πολεμικά πλοία -στόλος ολόκληρος μόνιμα αγκυροβολημένος μπροστά από την πόλη- κι εκείνη η έντονη παρουσία του ελληνικού στρατού, στ’ αλήθεια ήταν να πιστεύεις ότι σ’ εκείνη την ανθρώπινη Βαβέλ που ήταν φτιαγμένη απ’ όλου του κόσμου τις λαλιές κι όλων των ειδών τις φορεσιές, από ανθρώπους μαζί και καμήλες, κάρα και λιγοστά αυτοκίνητα --που βρίσκαν τον τρόπο πατείς με πατώ σε να συνυπάρχουν μέσα στα καλντερίμια- από Ελβετούς ξενοδόχους, φίνους Ιταλούς μπορσατζήδες (= χρηματιστές), κοκκινομάγουλους Γερμανούς κομερσάνους και δανδήδες Αυστριακούς μόδιστρους, ακόμα και Εγγλέζους μυλωνάδες, Ολλανδέζους κομερσάνους των φημισμένων σύκων, Ούγγρους και Αρμένιους ατζέντηδες και Έλληνες μπανκέρηδες, είχε επιτέλους έπειτα από αιώνες καταφέρει ο δημιουργός να ταιριάξει τα αταίριαστα και να φιλιώσει τα αφίλιωτα» (σελ. 334-335).
Και να η πραγματική ταυτότητα της αγαπημένης Σμύρνης:
«Σμύρνα, ετούτη η πόλη εν έχει αφεντικά...Εν είναι κανενός μας! Ετούτη είναι του κόσμου της, γι’ αυτόνε ζει, γι’ αυτόνε ανασαίνει. Αυτή εν ηξεύρει από Έλληνες, Τούρκους, Αρμένηδες, για λεβαντίνους!» (σελ. 631).
Καταπληκτικό!!!Ολη η τριλογία.Δεξ χρειάζεται να προσθέσω κάτι,είμαι χαμένη στην ομίχλη ακόμα... Νομίζω οτι όλοι θα θέλαμε μια συνέχεια,τι απέγιναν κ οι άλλοι μας ήρωες...