Οι φυλακές είναι πάρκινγκ και γυμναστήριο για τους κρατούμενους και τις κρατούμενες, διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών. Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο από τον Τάσο Θεοφίλου, έναν άνθρωπο που έζησε μέσα στις ελληνικές φυλακές και βγαίνοντας δεν σταμάτησε να τις παρακολουθεί και να γράφει γι’ αυτές. Με άλλα λόγια, έναν άνθρωπο που τις έζησε διπλά, ως φυλακισμένος και ως παρατηρητής της καθημερινότητάς τους, μετατρέποντας την προσωπική του εμπειρία σε γλώσσα ικανή να σταθεί απέναντι στα στερεότυπα που παράγουν οι ειδήσεις, οι επιτροπές και οι σκηνοθέτες. Και είναι μια σύντομη κατάδυση στο τυφλό σημείο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των θεσμών του, εκεί όπου τα δικαιώματα ακυρώνονται από την ίδια την εφαρμογή τους.
Ο Τάσος Θεοφίλου γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1982 στη Θεσσαλονίκη. Το 2008 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Δραστηριοποιήθηκε στο μπλογκόσφαιρα με το ψευδώνυμο Τάσσιος Θήτα, ως υπεύθυνος ιστοσελίδων με λογοτεχνικό και αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο, με κοινό τίτλο "Παρανουαρικό" (http://paranoiriko.blogspot.gr/, https://paranoiriko.wordpress.com/, https://paranoiriko.tumblr.com/). Τον Αύγουστο του 2012 συνελήφθη ως ύποπτος, με βάση μια "ανώνυμη" καταγγελία κι ένα εύρημα DNA, για συμμετοχή στη ληστεία της τράπεζας Alpha Bank στην Πάρο καθώς και στη δολοφονία του οδηγού ταξί Δημήτρη Μίχα, ο οποίος προσπάθησε να εμποδίσει τους ληστές, και για συμμετοχή στην οργάνωση "Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς". Πρωτόδικα καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξης, απόφαση εναντίον της οποίας άσκησε έφεση. Τον Ιούλιο του 2017 το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον απάλλαξε οριστικά από όλες τις κατηγορίες που τον βάραιναν, αναγνωρίζοντας ότι τα ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του ήταν ανεπαρκή, και αφέθηκε ελεύθερος ενώ είχε αναπτυχθεί μαζικό κίνημα συμπαράστασης υπέρ του. Η εμπειρία του της φυλακής αποτυπώθηκε στα βιβλία "32 Βήματα ή Ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων" (ΚΨΜ, 2015) και "Αχβαχικό"(Red n’ Noir, 2017).
[Μια πλήρης μαρτυρία που απαγορεύει σε όποιον επιχειρεί να φανταστεί τη ζωή στις φυλακές να τη φανταστεί αλλιώς. Το γκρίζο να είναι γκρίζο, ο καταναγκασμός να είναι καταναγκασμός, η παρέα να είναι παρέα και σίγουρα η σωφρονιστικό πραγματικότητα να αποκαλύπτει και να ξεσκεπάζει τον σωφρονιστικό μύθο. Οι φυλακές είναι πάρκινγκ και γυμναστήριο για τους κρατούμενους και τις κρατούμενος, διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών.] (απ' τον πρόλογο του Κ.Κρυστάλλη, σελ.17)
Το βιβλίο του (άδικα) φυλακισμένου επί μία πενταετία Τάσου Θεοφίλου είναι μια καταγραφή κανόνων, συνηθειών και καθημερινότητας στις ελληνικές φυλακές που αποδεικνύουν ότι απέχουν παρά πολύ απ' αυτές που νομίζει ο μη φυλακισμένος πολίτης. Είναι καλογραμμένη η μαρτυρία του, πιάνει σχεδόν όλα τα ζητήματα και διαφωτίζει. Θα ήταν ακόμα περισσότερο αν δεν απουσίαζαν οι αναφορές ή σκέψεις στο ψυχολογικά φαινόμενα και σε ακραίες καταστάσεις της κράτησης.
Έπρεπε να γραφτεί γιατί αν ξεκινήσεις να το διαβάζεις δε σου επιτρέπει να στρέψεις το βλέμμα. Αν θες να μάθεις φιλοσοφικά για τη φυλακή διάβασε το Επιτήρηση και Τιμωρία του Φουκώ. Αν θες να μάθεις πως είναι η φυλακή από τα μάτια του ανθρώπου που καθηλώθηκε εκεί άδικα για 5 χρόνια, διάβασε αυτό. Δέχεσαι γροθιές στο στομάχι χωρίς να το εκβιάζει ο συγγραφέας. Λιτός, περιεκτικός και αληθινός.
«Οι κρατούμενοι και οι παραβάτες δεν είναι τέρατα. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι καν επικίνδυνοι για την κοινωνία. Φτωχοί και αγράμματοι ανθρώποι είναι, που δεν κατάφεραν να υπερασπιστούν επαρκώς τον εαυτό τους. Αυτό που περισσότερο χρειάζονται είναι ευκαιρίες, επαφή με διαφορετικά παραδείγματα, επικοινωνία, εκπαίδευση και όχι ακόμη πιο βαθύ χαντάκωμα ανάμεσα σε τοίχους, σύρματα και κάγκελα.»
Μεσούντος της οικονομικής κρίσης, τον Αύγουστο του ‘12, μια ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα της Alpha Bank στη Νάουσα της Πάρου κατέληξε σε τραγωδία όταν ο 53χρονος οδηγός ταξί Δημήτρης Μίχας, που επιχείρησε να εμποδίσει τη φυγή των δραστών, δολοφονήθηκε. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία συνέλαβε τον Τάσο Θεοφίλου, έναν τριαντάρη αναρχικό από τη Θεσσαλονίκη που σπούδασε Θεολογία και είχε ζήσει τα χρόνια της κρίσης μεταξύ σερβιτόρικων, εθελοντικής δουλειάς σε χώρους αλληλεγγύης και γραφής. Το κατηγορητήριο στηριζόταν σε ένα καουμπόικο καπέλο που εμφανίστηκε μυστηριωδώς στα πειστήρια μετά τις αρχικές εξετάσεις της σκηνής του εγκλήματος, φέροντας υποτίθεται το DNA του κατηγορουμένου, σε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα προς την Αστυνομία, και στην πολιτική του ταυτότητα που οι καουμπόηδες της Ελληνικής Δικαιοσύνης κατάφεραν να συνδέσουν με την τρομοκρατική οργάνωση Πυρήνες της Φωτιάς. Κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Κανένα ίχνος δεν πιστοποίησε την παρουσία του στο νησί εκείνες τις ημέρες ενώ μάρτυρες επιβεβαίωσαν ότι βρισκόταν στην Αθήνα βάφοντας τοίχους στο Στέκι Μεταναστών της Κυψέλης. Ειδικοί γνώμονες αμφισβήτησαν τη διαδικασία εξέτασης του DNA υποδεικνύοντας σοβαρό κίνδυνο επιμόλυνσης κατά την ταυτόχρονη επεξεργασία του πειστηρίου με το δείγμα του κατηγορουμένου, στο σώμα του Μίχα που πάλεψε σώμα με σώμα με τον δράστη δεν βρέθηκε DNA του Θεοφίλου, ενώ στα χέρια του ίδιου, στο πρόσωπό του και στα γυαλιά που φορούσε αποδεδειγμένα δεν υπήρχαν κατάλοιπα εκρηκτικών ή ίχνη συμπλοκής. Ωστόσο, το Τριμελές Εφετείο τον καταδίκασε σε 25 χρόνια κάθειρξης το 2014, πλέοντας αντίθετα προς κάθε αρχή του in dubio pro reo. Η αθωότητα, σε εποχές όπως η ελληνική κρίση μετατρέπεται σε βάρος αποδείξεως, και η ιδιότητα του αναρχικού σε πειστήριο ενοχής.
Πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 2017, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον αθώωσε κατά πλειοψηφία από το σύνολο των κατηγοριών. Μέσα στην κατάμεστη αίθουσα του Εφετείου, όπου φίλοι και αλληλέγγυοι είχαν συγκεντρωθεί, την ετυμηγορία υποδέχθηκαν κλάματα ανακούφισης και χειροκροτήματα. Ο Θεοφίλου όμως είχε ήδη χάσει 59 μήνες από τη ζωή του, τρεισήμισι χρόνια στον Δομοκό και έναμισι στον Κορυδαλλό. Τον Αύγουστο του 2018, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την απόπειρα αναίρεσης που έγινε από το σύστημα, οριστικοποιώντας την αθώωση με μια απόφαση 90 σελίδων που κατέρριψε ένα προς ένα τα επιχειρήματα της κατηγορίας. Του επιδικάστηκαν 36.000 ευρώ αποζημίωση για την άδικη κράτηση, ποσό πενιχρό σε σχέση με τα χαμένα χρόνια, την χαμένη νεότητα, τη συστηματική ταπείνωση. Η δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα, όταν και αν έρχεται, φέρει πάντα το στίγμα της καθυστέρηση, αφήνει πάντα μια επίγευση κρατικής βιας και παθογένειας.
Απόσταγμα της πενταετής τριβής του με το σωφρονιστικό σύστημα της χώρας είναι η Φυλακή, ένα βιβλίο μαρτυρία στο οποίο ο Θεοφίλου γράφει με τη λιτότητα του ανθρώπου που έχει μάθει ότι κάθε λέξη στοιχίζει, που έχει ζήσει σε καθεστώς απόλυτης οικονομίας χώρου, χρόνου, αξιοπρέπειας. Το κείμενο είναι αλογόκριτη κατάθεση, παρατηρητική εθνογραφία ενός κόσμου που η πολιτεία επιθυμεί να κρατά αόρατο και που για το φαντασιακό του μέσου πολίτη αποτελεί έναν μυθικό κόσμο ραμένο από κομμάτια κινηματογραφικών σεναρίων.
Χρησιμοποιώντας την εμπειρία του ως φακό, με γραφή που χαρακτηρίζεται από την λιτότητα και την ακρίβεια εκείνου που κρατά σημειώσει από την πρώτη μέρα που πέρασε τις πόρτες των φυλακών, μας βάζει “μέσα” για μια μέρα, μας γνωρίζει τις φυλές των φυλακών, τα σχολεία που παράγουν και αναπαράγουν την εγκληματικότητα αντί να τη σωφρονίζουν, την "οικονομία της φυλακής" που στηρίζεται στη διακίνηση ναρκωτικών υπό το βλέμμα και την ανοχή του προσωπικού, τις ιεραρχίες εξουσίας που αναπαράγουν την ταξική δομή και τους κοινωνικούς αποκλεισμούς του έξω κόσμου σε συμπυκνωμένη μορφή. Η φυλακή, όπως την περιέγραψε ο Φουκώ, δεν αποτυγχάνει όταν δεν σωφρονίζει, αλλά λειτουργεί αποτελεσματικά ως μηχανισμός παραγωγής και διαχείρισης της παραβατικότητας. Έτσι και η ελληνική φυλακή που γνωρίζουμε μέσα από τη μαρτυρία του Θεοφίλου είναι ένας χώρος όπου η ταπείνωση είναι καθημερινή πρακτική διοίκησης, όπου η βία είναι διοικητική προτού γίνει σωματική, όπου ο μύθος του σωφρονισμού καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα του "πάρκινγκ ψυχών" που λειτουργεί ως διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ως ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών.
Το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, είναι σύντομο, σχεδόν εκατό σελίδες. Παρά το μικρό μέγεθος, η γραφή του Θεοφίλου, ο οποίος γράφει πρωτίστως για τον εαυτό του και “για να γλιτώσει τα χρήματα της ψυχοθεραπείας”, είναι εξαιρετικά διεισδυτική, διαπερνώντας τους μύθους που η κοινωνία έχει υφάνει γύρω από τη φυλακή και αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα ενός συστήματος που δεν σωφρονίζει αλλά συντηρεί, δεν αποκαθιστά αλλά συντρίβει, δεν προστατεύει την κοινωνία αλλά αναπαράγει τις βίαιες δομές της. Η λιτότητα της γλώσσας, η αποχή από τον αισθηματισμό, η σχεδόν τεχνική καταγραφή της καθημερινής ταπείνωσης δίνουν στο κείμενο μια δύναμη που κανένα μελόδραμα δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Το βιβλίο είναι κατηγορία εναντίον ενός κράτους, κάθε κράτους, που φυλακίζει τους φτωχούς και τους ανυπότακτους υπό το πρόσχημα της δικαιοσ��νης, μαρτυρία που ανοίγει το μαύρο κουτί της κοινωνίας και αποκαλύπτει τη βία που ασκείται στο όνομά της, στοιχηματίζοντας σε μια ελπίδα ίσως αφελή αλλά απολύτως αναγκαία ότι η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή, ότι η μαρτυρία μπορεί να σπάσει τη σιωπή, ότι η αποκάλυψη της αλήθειας μπορεί ακόμα να προκαλέσει αντίσταση σε μια κοινωνία που έχει μάθει να αποδέχεται την αδικία ως φυσικό νόμο.
"Η φυλακή είναι το σχολείο της παραβατικης οικονομίας. Δεν κάθονται βέβαια οι κρατούμενοι στα θρανία για να μάθουν τη θεωρία γύρω από τεχνικές διάρρηξης ή τις καλύτερες καβατζες. Η φυλακή είναι ένα βιωματικό εργαστήρι στο οποίο ακολουθουνται πιο σύγχρονες και μοντεσοριανες προσεγγίσεις μάθησης. Ο κρατουμενος μέσα από την πράξη τη συνεχή τριβή εμπεδωνει τις τεχνικές και τους τρόπους με τους οποίους συνομιλούν η εξουσία και η παρανομία." Τάσος Θεοφίλου, Η φυλακή, εκδόσεις Αντίποδες σ.35. ΥΓ Μόνο μια φορά είχα εμπειρία κράτησης στο Τ.Α. Εξαρχείων για μια απροσεξία και θυμάμαι ακόμα καλά πως βρεθήκαμε 6 άτομα εκεί μέσα και τι έκαναν στον τότε φίλο μου οι μπάτσοι και πόση ψυχολογική πίεση υπέστη. Ακόμα θυμάμαι το πρόσωπο του τύπου που μας μάζεψε. Το βιβλίο του Τάσου Θεοφίλου είναι μεστό, καλογραμμένο, βιωματικό και τελικά είναι ένα χρήσιμο εγχειρίδιο για όσους θέλουν να κατανοήσουν το σωφρονιστικό σύστημα της Ελλάδας και κυρίως πως λειτουργεί. Τα κεφάλαια και οι τίτλοι είναι κατανοητά ακόμα και για τον πιο αδαη ή άσχετο. Ο Θεοφίλου γράφει νηφάλια και ξεκάθαρα για τη ΓΑΔΑ, τους τύπους φυλακών, τις συνθήκες διαβίωσης, τους τύπους φυλακισμένων, τη διατροφή, την άτυπη/τυπική παρανομία του συστήματος και αυτό που γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι ο οποιοδήποτε τύπου εγκλεισμός είναι πάντα ένας διάλογος μεταξύ του εγκλειστου και της εξουσίας και πάντα είναι η ελπίδα του έξω, διαφυγής. Αν και λείπει η πλευρά των δεσμοφυλακων που εκεί όλα απλά αποσιωπουνται και λίγα γνωρίζουμε για τη δική τους ψυχολογική κατάσταση ή εκπαίδευση, τολμώ να πω ότι το βιβλίο ρίχνει φως σε αυτό που όλοι έχουμε μονομερώς ως εικόνα ενός κινηματογραφικου κόσμου των φυλακών και μάλλον γεννουμε εικόνες αστυνομικού ρεπορτάζ ή αμερικανικής ταινίας ή έστω jailhouse rock. Διαβάζεται απνευστι!
This entire review has been hidden because of spoilers.
Δίνει εικόνες για τους χώρους και την καθημερινότητα των ελληνικών φυλακών. Βοηθάει στη διάκριση μεταξύ ταινιών και πραγματικότητας.
Ήθελα κι άλλο, ίσως παραδείγματα και ιστοριες.
«Οι κρατούμενοι και οι παραβάτες δεν είναι τέρατα. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι καν επικίνδυνοι για την κοινωνία. Φτωχοί και αγράμματοι ανθρώποι είναι, που δεν κατάφεραν να υπερασπιστούν επαρκώς τον εαυτό τους. Αυτό που περισσότερο χρειάζονται είναι ευκαιρίες, επαφή με διαφορετικά παραδείγματα, επικοινωνία, εκπαίδευση και όχι ακόμη πιο βαθύ χαντάκωμα ανάμεσα σε τοίχους, σύρματα και κάγκελα.»
Όποτε διαβάζω τα βιβλία του Θεοφίλου που αφορούν στη φυλακή σκέφτομαι, ότι τον θαυμάζω. Που έχει καταφέρει να μετατρέψει την τραγική αυτή εμπειρία ζωής που είχε, λόγω άδικου και σάπιου συστήματος δικαιοσύνης στην Ελλάδα, σε δώρο για όλους εμάς μέσα από τον λόγο και τα κείμενα του. Καταπληκτικό για άλλη μια φορά. Ευχαριστώ.
Ο εγκλεισμός στις ελληνικές φυλακές, οι συνθήκες κράτησης και καθημερινότητας, παρουσιασμένα από έναν άνθρωπο που πέρασε 5 χρόνια της ζωής του μέσα σε αυτές -καταδικασμένος σε 25- έως ότου τελικά αθωώθηκε.
Η ζωή στις φυλακές, όπου δεν μοιάζει με ταινία η σειρά, δεν ωραιοποιείται, και δεν συμπλέει με τα αναμενόμενα στερεότυπα, αλλά ακολουθεί το δικό της "οικονομικό μοντέλο".
Εντυπωσιακά τα ποσοστά αναλφαβητισμού που αναφέρεται ότι επικρατούν ανάμεσα στους κρατούμενους και οι αντιλήψεις του μικρόκοσμού τους.
"Κάπως καμιά φορά έβρισκα απελπιστικά μάταιο να συζητάω με κάποιον που μου ζητούσε να του ερμηνεύσω το μεταφυσικό φαινόμενο ο ιδιος <<ηφοποιός>> να βρίσκεται συγχρόνως σε δύο κανάλια της ίδιας τηλεόρασης."
" Είναι λογικό να υποθέτει κάποιος ότι η ανάγνωση βιβλίων είναι μια συνήθεια που θα μπορούσε να αναπτύξει μέσα στη φυλακή ένας κρατούμενος. Όμως η ανάγνωση στη φυλακή είναι ένας Γολγοθάς. Η συγκέντρωση είναι σχεδόν αδύνατη και οι περισσότεροι κρατούμενοι, όταν με έβλεπαν να διαβάζω, μου έπιαναν αμέσως την κουβέντα, γιατί κάπως είχαν ταυτίσει την ανάγνωση με το έσχατο στάδιο της απελπισίας."
Μια ωμή, βίαιη και ρεαλιστική αποτύπωση των φυλακών και του σωφρονιστικού συστήματος, μέσα από τα μάτια του Θεοφίλου, που αποκαλύπτει την διάδοση της διαφθοράς και την μέθη της εξουσίας. Αναγκαίο ανάγνωσμα
Η Φυλακή του Τάσου Θεοφίλου, είναι μια κατάθεση αλήθειας για τις ελληνικές φυλακές! Μια σύντομη και συμπαγής περιγραφή που τόσο ωμά και στεγνά φέρνει τον αναγνώστη στη θέση όπου δεν έχει την δυνατότητα να αγνοήσει το τι γίνεται
Πολλά μπράβο στον Τάσο. Στακάτο, περιεκτικό, δεν περισσεύει ούτε λέξη, δίνει όλη την εκ των έσω εικόνα της ζωής στη φυλακή στοχευμένα και με τη στιβαρή δύναμη της απλοτητας.